Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of lawyer's claim for statutory severance pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of First Instance's dismissal of a lawyer's claim for statutory severance pay. The lower court incorrectly rejected the claim because it found no valid fixed-term employment contract existed. The Court ruled that the statutory right to severance pay arises directly from the law upon termination of the employment relationship, regardless of the contract's validity or duration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 63(3), 4, 5 of Law 3026/1954; The statutory right to severance pay for lawyers terminates upon dismissal and is independent of the existence of a valid employment contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1017 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1017/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Βελεγράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ….", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Καρνίκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/4/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 24-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 26/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 362/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 27-2-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας περί διεκδίκησης των αξιώσεών της με βάση την επικαλούμενη σχέση της ως δικηγόρου με πάγια αντιμισθία λόγω της απόλυσής της, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυαν και έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση ως εκ του χρόνου, κατά τον οποίο δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η ένδικη σχέση, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τέτοια υπό προθεσμία σύμβαση και η οποία έχει γίνει πριν την ισχύ του Κώδικα, θεωρείται ως αορίστου χρόνου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 εδ. α' και β' του ν. 1649/1986 "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη".
Με τις διατάξεις, του ίδιου άρθρου, που παρατίθενται στη συνέχεια, καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, η οποία γίνεται από πενταμελή επιτροπή, που συγκροτείται από τα αναφερόμενα πρόσωπα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" συνάγεται ότι, και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απόλυσης, διότι η καταβολή της αποβλέπει στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησής του μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ' αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ' εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 192/1962).
Οι διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα. Γι' αυτό, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απόλυσης, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 1272/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3590/1957 και ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α' 18/25-1-2013), που παραπέμπει στο άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ.12 του ν. 4093/2012, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με καταγγελία του εντολέα, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του ίδιου Κώδικα αμοιβή του, μέχρι πλήρους αποζημίωσης.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.
Πρόκειται, δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως αυτό, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους αποζημίωσης.
Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί, αν επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ ΑΠ 570/1986, ΑΠ 1101/2017, ΑΠ 308/2017, 411/2016).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται ,όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, AΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1229/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Η ενάγουσα είναι δικηγόρος διορισμένη στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου και εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Ηρακλείου από το έτος 1989 (αρ.
μητ.780). Με την αριθμ. πρωτ. ….64/2.3.2006 απόφαση του Δημάρχου …… προκηρύχθηκε η πλήρωση τριών θέσεων δικηγόρων με πάγια αντιμισθία, προκειμένου να στελεχώσουν τη νομική του υπηρεσία. Στη συνέχεια με το από 22.2.2007 Πρακτικό της Ειδικής Επιτροπής Επιλογής του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το 18 του ν. 1868/1989 και 2 του ν. 2993/2002, που διέπει τη διαδικασία πρόσληψης δικηγόρων από ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κλπ, επιλέχτηκε μεταξύ άλλων και η ενάγουσα για κάλυψη μίας εκ των τριών θέσεων δικηγόρου με πάγια αντιμισθία.
Με την από 15136/30.4.2007 απόφαση του Δημάρχου …. η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση του προαναφερόμενου πρακτικού της Επιτροπής, διορίστηκε η τελευταία, με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, ως δικηγόρος του Δήμου …. Περαιτέρω κατά των δύο αυτών εκτελεστών πράξεων, δηλαδή του από 22.2.2007 πρακτικού της ως άνω επιτροπής και της με αριθ.πρωτ.151136/30.4.2007 απόφασης του Δημάρχου ……, ασκήθηκε από την παραλειφθείσα υποψήφια δικηγόρο Ηρακλείου, Μ.-Ε.
Μ., αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4876/2012 απόφαση αυτού, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ακύρωσης και ακυρώθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Δημάρχου, κατά το μέρος που εκδηλώθηκε παράλειψη επιλογής της αιτούσας και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση.
Σε συμμόρφωση του εναγομένου Δήμου με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνήλθε εκ νέου η Ειδική Επιτροπή Επιλογής Δικηγόρων, η οποία με το με χρονολογία 23.7.2013 πρακτικό-απόφαση κατέταξε κατά σειρά επιλογής, τους Μ.-Ε. Μ., Ε. Κ. και το Χ. Μ., ενώ στην τέταρτη θέση (μη προσληπτέα) την ενάγουσα Ε. Μ.. Ακολούθως με την με αριθμό πρωτοκόλλου 131208/29.7.2013 απόφαση του Δημάρχου ανακοινώθηκε στην ενάγουσα το από 23.7.2013 πρακτικό της Ειδικής Επιτροπής Επιλογής Δικηγόρων καθώς και η λύση της υπαλληλικής τους σχέσης από 1.8.2013.
Στη συνέχεια με την με αριθμ. 141876/12.8.2013 απόφαση του Δημάρχου …προσλήφθηκε ως δικηγόρος του Δήμου στη θέση της ενάγουσας, με πάγια αντιμισθία, η Μ.-Ε. Μ.. Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτει ότι με την με αριθμ. 4876/2012 απόφαση του ΣτΕ ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη πράξη του Δημάρχου και κατ' ακολουθία η σύμβαση πάγιας εντολής με την ενάγουσα και μάλιστα από το χρόνο έκδοσης αυτής (2007), αφού η ακύρωση της διοικητικής πράξης επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο έκδοσης της...και συνακόλουθα αίρονται αναδρομικά οι έννομες συνέπειες αυτής, αφού λογίζεται ότι δεν υπήρξε ποτέ.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής χωρίς καταβολή νόμιμης αποζημίωσης και για το λόγο αυτό δικαιούται νόμιμη αποζημίωση απόλυσης καθώς και τις αναφερόμενες ποινές ως μέσο εξαναγκασμού μέχρι την καταβολή της, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1 ν.δ. 3026/1954 επ., πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, αφού η καταβολή των παραπάνω ποσών προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης πάγιας εντολής αορίστου χρόνου, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται".
Κατόπιν αυτών το δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτή ουσιαστικά την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της τότε εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε αυτήν (απόφαση), κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν.
Με την κρίση αυτή το Εφετείο παραβίασε με κακή ερμηνεία και εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως της ακυρότητας των εκτελεστών πράξεων διορισμού της αναιρεσείουσας ως δικηγόρου του αναιρεσίβλητου με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με την ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και του χρόνου στον οποίο επαναφέρεται η υπόθεση μετά την εν λόγω ακύρωση (στο χρόνο έκδοσής της), η πρώτη έχει δικαίωμα να απαιτήσει ευθέως εκ του νόμου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, την ως άνω προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, καθώς και τις αναφερόμενες ποινές ως μέσο εξαναγκασμού για την καταβολή της αποζημίωσης και οι οποίες αναλογούν στις σχετικές μηνιαίες αποδοχές της.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα λόγω της νίκης της (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 24-4-2018 αίτηση της Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 26/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 26/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ