1017/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1017/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 13-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1017 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1017/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθης η κλήση: Κ. συζ. Ν. Μ., το γένος Ν. Π. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Μαρκέτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων:1)ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης Μοναστηριακής Περιουσίας" Νομού Ηρακλείου, με έδρα το Ηράκλειο, νομίμως εκπροσωπουμένου 2)ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." με έδρα τη ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Λιονάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 294/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2015 αίτησή της και τους από 15-10-2015 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 476/2016 απόφαση του Γ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου αυτής.
Εκδόθηκε η 15/2017 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα λόγο του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να ερευνηθούν οι λοιποί μη ερευνηθέντες αναιρετικοί λόγοι. Με την από 20-9-2017 κλήση τους οι αναιρεσίβλητοι-καλούντες επαναφέρουν προς συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 13-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων-καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή νομίμως φέρονται προς συζήτηση με την από 20-9-2017 κλήση των αναιρεσιβλήτων οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της από 31-3-2015 αίτησης περί αναιρέσεως της 294/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και οι από 15-10-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, μετά την αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Πολιτικού αυτού τμήματος με την 15/2017 απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, που παραπέμφθηκε σ’ αυτήν με την 476/2016 απόφαση του ίδιου τμήματος και στήριζε πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε ότι κατά την αληθή έννοια του αρ.124 παρ.1 του Ν.149/1961 "Περί του Καταστατικού Νόμου της εν Κρήτει Ορθοδόξου Εκκλησίας", η περιουσία την οποία αποκτά μετά την απόκαρση μοναχός εξ’ ιδίας εργασίας περιέρχεται αυτοδικαίως (ipso jure) από τον νόμο κατά την ψιλή κυριότητα στην Μονή της μετανοίας του, ζώντος του μοναχού και όχι μετά τον θάνατο του με κληρονομικό δικαίωμα, δηλαδή η απόκτηση της ψιλής κυριότητας είναι σύγχρονη με την απόκτηση του περιουσιακού στοιχείου από τον τελευταίο, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω διατύπωση δημοσιότητας, ο ίδιος δε ο μοναχός διατηρεί την επικαρπία επ’ αυτής και ότι η περιουσία αυτή έκτοτε καθίσταται μοναστηριακή, υποκείμενη στο προστατευτικό καθεστώς των ρυθμίσεων των διατάξεων του αρ.21 του ΝΔ/τος της 22 Απριλίου/ 16 Μαίου 1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ." που διατηρήθηκε σε ισχύ με το αρ.53 του Εισ.Ν.ΑΚ, 4 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", 17 παρ.3 του ΝΔ/τος 3432/1955 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΔΕΠ νομοθεσίας", που επεκτείνει στα μοναστηριακά ακίνητα τη διάταξη του αρ.6 παρ.3 του Ν.4944/1931 σύμφωνα με τις οποίες για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία σε μοναστηριακό ακίνητο πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 12-09- 1915 καλόπιστη νομή 40 χρόνων, ενώ από 26-05-1926 απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και έτσι δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, συναφή με τον απορριφθέντα με την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του αρ.559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρονται στον απορριφθέντα λόγο, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτοντας τον νομοτύπως προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτά πλέον των 20 ετών από το 1980, χρόνο θανάτου της μοναχής που εγκαταβίωσε στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου της οποίας δεν είχε γίνει αποδοχή της κληρονομιάς της από την παραπάνω Μονή και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης.
Ως προς τον ισχυρισμό αυτό από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με σαφείς παραδοχές ότι τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα της μονής αυτοδικαίως εκ του νόμου, με την απόκτηση της κυριότητάς τους από τη μοναχή, εν ζωή αυτής και από την εργασία της και όχι με κληρονομική διαδοχή και έτσι κατέστησαν μοναστηριακά και ως τέτοια είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του αρ.124 του Ν.4149/1961, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθ’ όσον ενώ δέχθηκε ότι η προαναφερόμενη μοναχή απέκτησε το ένα από τα επίδικα ακίνητα δηλαδή εκείνο που βρίσκεται στην περιοχή "...", με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κτήση που δε συναρτάται με την παροχή εργασίας και συνεπώς τούτο ήταν κατά ποσοστό 2/3 εξ’ αδιαιρέτου κληρονομιαίο, ως ανήκον στην κυριότητά της κατά το ποσοστό αυτό, σύμφωνα με την παραπάνω ουσιαστική διάταξη και ως μη διατεθέν κατά τον χρόνο του θανάτου της, η αναιρεσείουσα ως θετό τέκνο της θανούσης μοναχής είχε δικαίωμα νόμιμης μοίρας σε αυτό, ακολούθως δέχθηκε ότι τούτο περιήλθε στην κυριότητα της Μονής αυτοδικαίως ως αποκτηθέν από την εργασία της μοναχής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ’ όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι το ακίνητο αυτό απέκτησε η μοναχή από την εργασία της με άτυπες αγορές στην δεκαετία του 1940 και από το τέλος της δεκαετίας του 1950 και όχι με αυθαίρετη κατάληψη και ότι έκτοτε νεμήθηκε τούτο, που περιήλθε στην κατοχή της μετά την κατάρτιση των άτυπων αγορών, με εμφανείς διακατοχικές πράξεις πλέον των 20 ετών πριν από το τέλος της δεκαετίας του 1970, που οδήγησαν με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, στην απόκτηση της κυριότητας.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτες καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αλλά και σε πραγματικά και νομικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της ότι το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία της θανούσης μοναχής ως μη αποκτηθέν από την εργασία της.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται και όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της, που έχει τη μορφή των ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών και εφόσον οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω αντιφατικών αιτιολογιών μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογιών της, συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι ενώ το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης απέρριψε τον λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο αυτοί διατύπωσαν παράπονα κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς την κρίση της για την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη μονή, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση αυτή (πρωτοβάθμια) και έτσι έπρεπε στο διατακτικό του να περιλάβει διάταξη για την απόρριψη της έφεσης ως προς την τελευταία,τούτο, ακολούθως αντιφατικά δέχθηκε την έφεση ως προς αμφότερους τους διαδίκους, εξαφάνισε και ως προς την τελευταία την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε την αγωγή ως προς όλους τους διαδίκους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ’ όσον από την παράλειψη να διαλάβει το Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης διάταξη για την απόρριψη της έφεσης ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δε δημιουργείται αντίφαση σε σχέση με την αντίστοιχη παραδοχή στις αιτιολογίες της, αφού κατ’ αρχήν δεν υπάρχει στο διατακτικό αντίθετη με το σκεπτικό διάταξη.
Περαιτέρω δε σαφώς προκύπτει από το διατακτικό αυτής, ενόψει του ότι με σχετική διάταξη υποχρεώνεται η εναγομένη να αποδώσει στον πρώτο των εναγόντων τα επίδικα ακίνητα ότι ως προς αυτόν εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και ως προς αυτόν έγινε δεκτή η αγωγή.
Επειδή η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ’ αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την άποψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 25/2008). Περαιτέρω κατ’ άρθρο 89 παρ. 2εδβ του Ν.4149/1961 συνάγεται ότι για την ίδρυση μονής στην Κρήτη απαιτείται απόφαση του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και απόφαση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ.1 και 14 του αρ.559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης και της παρά τον νόμο μή απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτοντας τον προταθέντα νομοτύπως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της δεύτερης ενάγουσας αναιρεσίβλητης Μονής και εντεύθεν του πρώτου τούτων, που την εκπροσωπούσε, ως έχων τη διοίκηση και διαχείριση της, περιουσίας της, επειδή δεν είχε νομοτύπως συσταθεί και επομένως εστερείτο νομικής προσωπικότητας, ενόψει του ότι είχε μεν εκδοθεί η απαιτούμενη για την ίδρυσή της απόφαση του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας όχι όμως και η απόφαση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης αλλά η , γνώμη αυτής.
Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό δεχόμενο ότι "από την επικαλούμενη όμως και προσκομιζόμενη με αρ..../23-08-1976 Υπουργική Απόφαση του ΥΠΕΠΘ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚΒ’ αποδεικνύεται ότι ο Υπουργός έλαβε υπόψη τη γνώμη της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, διαλαμβανομένης εν τω υπ.
αρ..../22-07-1976 εγγράφω αυτής". Από την επισκόπηση όμως του αντιγράφου του από 17-06-1976 αποσπάσματος από τα πρακτικά της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, καθώς και του .../22-07-1976 διαβιβαστικού εγγράφου αυτών προς τον αρ...ο Υπουργό, παραδεκτώς για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, έγγραφα τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι για την ίδρυση της αναιρεσίβλητης Μονής είχε εκδοθεί σχετική απόφαση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης και έτσι συνέτρεξαν οι προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις για την ίδρυσή της, χωρίς να επιδρά στο κύρος της νομιμότητας της ίδρυσης αυτής η αναφορά στην σχετική Φ.063.1/26/79571/30-7-1976 Υπουργική απόφαση (και όχι την .../23-8-1976, που είναι ο αριθμός του τεύχους Β της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύθηκε η Υπουργική απόφαση και από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) της λέξης γνώμη και όχι απόφασης.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν
έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με το φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό. Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά ένα μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου, τον οποίο είχε προτείνει νομοτύπως με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη, αμυνόμενη κατά της αγωγής, Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ’ όσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό και τον απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο Περαιτέρω με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το νομοτύπως προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι τα επίδικα ακίνητα δεν είχε αποκτήσει από την εργασία της η θανούσα μοναχή και θετή μητέρα της και έτσι ανήκαν κατά τα 2/3 στην κληρονομιαία περιουσία της και ως μη διατεθέντα κατά το χρόνο του θανάτου της, είναι αυτή κληρονόμος της νόμιμης μοίρας δηλαδή του 1/3 εξ’ αδιαιρέτου καθ’ ενός των ακινήτων αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 124 του Ν.4149/1961.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι τα επίδικα ακίνητα απέκτησε από την εργασία της μετά την απόκαρση η προαναφερόμενη μοναχή και ως εκ τούτου περιήλθαν αυτοδικαίως από το νόμο εν ζωή αυτής στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης μονής.
Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσον για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ.
προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ’ άρθρο 561παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι από την τελεσιδικία της απόφασης παράγεται δεδικασμένο δηλαδή δέσμευση από την αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια, η οποία εκτείνεται είτε στο ουσιαστικό ζήτημα είτε στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά και εμποδίζει την εκ νέου διάγνωση του κριθέντος ζητήματος, υπό την προϋπόθεση της ταυτότητας των προσώπων που εμπλέκονται στην έννομη σχέση με την ίδια ιδιότητα, του αντικειμένου της διαφοράς αλλά και της ιστορικής και νομικής αιτίας.
Έτσι η δικαστική απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή για τυπικό λόγο, όπως για αοριστία του δικογράφου της όταν καταστεί τελεσίδικη δημιουργεί δεδικασμένο μόνον ως προς το δικονομικό αυτό ζήτημα της αοριστίας, με συνέπεια αν εγερθεί νέα, όμοια με την προηγούμενη αγωγή, δηλαδή αγωγή που έχει το ίδιο δικονομικό ελάττωμα, το δικαστήριο να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, χωρίς να ερευνήσει αν έκρινε ορθά ή εσφαλμένα το προηγούμενο δικαστήριο, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και τα πραγματικά και τα νομικά σφάλματα της απόφασης, Ο ενάγων όμως έχει την ευχέρεια να βελτιώσει την αγωγή ως προς τη δικονομική έλλειψη και να ασκήσει αυτήν εκ νέου με την επίκληση της ίδιας ιστορικής και νομικής αιτίας και του ίδιου αιτήματος.
Με το υπόλοιπο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση του αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η αιτίαση, επικουρικώς διατυπούμενη ως προς την πλημμέλεια του άλλου μέρους του ίδιου λόγου που προαναφέρθηκε (από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δηλαδή της παραβίασης του δεδικασμένου, το οποίο προκύπτει από την 643/1996 τελεσίδικη απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής μεταξύ των ίδιων, όπως και στην προκειμένη περίπτωση διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, του πρώτου ως διαχειριστή της περιουσίας της δεύτερης τούτων και νομίμου εκπροσώπου της, η οποία είχε την ίδια με την ένδικη αγωγή ιστορική και νομική αιτία και την οποία απέρριψε ως αόριστη για ελλείψεις που εξακολουθούν να υπάρχουν και στην ένδικη αγωγή.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 643/1996 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου απορρίφθηκε ως αόριστη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας, διεκδικητική κυριότητας ακινήτων, θεμελιούμενη στην κληρονομική διαδοχή μοναχής, επειδή δε γινόταν αναφορά του τρόπου απόκτησης της μοναχικής ιδιότητας της κληρονομουμένης, παρά μόνον αναφερόταν το γεγονός ότι ζούσε στην αναιρεσίβλητη μονή από τα παιδικά της χρόνια, καθώς επίσης δεν αναφερόταν αποδοχή της κληρονομιάς από τη φερόμενη ως κληρονόμο της μοναχής δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης.
Με την ένδικη αγωγή, των ίδιων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ίδιας εναγομένης - αναιρεσείουσας, του ίδιου περιεχομένου με την προηγούμενη παραπάνω αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, οι ενάγοντες εκθέτουν τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε την μοναχική ιδιότητα σύμφωνα με τους Αποστολικούς και Συνοδικούς κανόνες η κληρονομουμένη μοναχή ότι δηλαδή αυτή εκάρη μοναχή προ του έτους 1940 και ότι μετά την κουρά της εγκαταβίωσε μέχρι το θάνατο της στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη Μονή, καθώς και ότι έγινε νομότυπη αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομιάς της από την τελευταία.
Με τις προσθήκες αυτές αίρονται οι δικονομικές ελλείψεις της προγενέστερης αγωγής, οι οποίες είχαν επισημανθεί με την παραπάνω απόφαση.
Συνεπώς το Εφετείο που απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση τον ισχυρισμό περί παραβίασης του περί αοριστίας δεδικασμένου, που προκύπτει από την προεκδοθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αναιρετικός αυτός λόγος, Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις ότι η προγενέστερη αγωγή των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως αόριστη με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση επειδή δε γινόταν αναφορά στο δικόγραφο αυτής ότι η κληρονομουμένη μοναχή και η μετά την κουρά της περιουσία της είχαν εγγραφεί στο Μοναχολόγιο της μονής, την οποία η τελευταία υπηρετούσε και ότι αυτή η δικονομική έλλειψη της αγωγής δε συμπληρώθηκε με την ένδικη αγωγή και συνεπώς υπάρχει δεδικασμένο, είναι αβάσιμες, καθ’ όσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού η προγενέστερη αγωγή δεν απορρίφθηκε ως αόριστη, λόγω των επικαλούμενων ελλείψεων. Εξάλλου με τον προβλεπόμενο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ελέγχονται μόνον οι παραβιάσεις των κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας αυτής σε σχέση με την απόρριψή της περί δεδικασμένου ένστασης της αναιρεσείουσας, κατά παραβίαση της διάταξης του αρ.322, Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι δικονομικού δικαίου είναι απαράδεκτος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.
ή ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας δηλαδή παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 115-139 του Ν.276/1900 της Κρητικής Πολιτείας δια της παραλείψεως της εφαρμογής τους, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο και έτσι δεν απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν, ενόψει του ότι η κληρονομουμένη ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα της μοναχής, γιατί η απόκαρση αυτής ήταν αντικανονική και άκυρη κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, επειδή τελέσθηκε σε ανδρώα μονή αλλά και επειδή μετά την κουρά δεν καταχωρήθηκε η σχετική πράξη στο Μοναχολόγιο της Μονής.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, περί της μη απόκτησης της ιδιότητας της μοναχής από την κληρονομουμένη, που συναρτάται με την αβασιμότητα της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή ότι με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, όπως είχε υποχρέωση κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον τυχόν προταθέντα παραδεκτώς πρωτοδίκως παραπάνω ισχυρισμό ή ότι πρόβαλε αυτόν για πρώτη φορά στην δευτεροβάθμια δίκη με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σε σχέση με τον παραπάνω μη προταθέντα παραδεκτώς ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτες. Περαιτέρω με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος με βάση το οποίο δέχθηκε ότι η κληρονομουμένη είχε αποκτήσει τη μοναχική ιδιότητα, γεγονός που θεμελιώνει την αγωγική αξίωση, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσον και ειδικότερα την ...2005 βεβαίωση του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, η οποία δε στηρίζεται σε υπεύθυνη δήλωση του Ηγουμενοσυμβουλίου της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής, όπως έπρεπε κατ’ άρθρο 1 εδβ του Ν.Δ/τος 1918/1942 σε συνδυασμό με την ...1945 Συντακτική πράξη, αλλά σε υπεύθυνη δήλωση του Προέδρου της Επιτροπής Διοίκησης και Διαχείρισης αυτής, η οποία (υπεύθυνη δήλωση) ως δήλωση τρίτου που έγινε για να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη είναι απαράδεκτο αποδεικτικό μέσον, Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για τη μη σύννομη λήψη του αποδεικτικού αυτού εγγράφου, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
προτάθηκε νομοτύπως κατά τα προεκτεθέντα στο δικαστήριο της ουσίας. Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας δηλαδή παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 101 του Ν.4149/1961, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο δεχόμενο ως παραδεκτή και κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή, ενώ δεν έχει ολοκληρωθεί η ίδρυση και η λειτουργία της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν έχει αυτή εντεύθεν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, καθόσον μετά την έκδοση της .../1976 Υπουργικής Απόφασης του ΥΠΕΠΘ που αφορά την ίδρυσή της, δεν υπάρχει Ηγουμενοσυμβούλιο ούτε τηρείται Μοναχολόγιο και έπρεπε έτσι να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αγωγή, που ασκήθηκε από μη νομίμως συσταθέν νομικό πρόσωπο (σ’ ότι αφορά την Ιερά Μονή) και για λογαριασμό μη νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου (σ’ ότι αφορά τον αναιρεσίβλητο ΟΔΜΠ), ισχυρισμό τον οποίο είχε, κατά τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο, προβάλλει η αναιρεσείουσα, τόσον πρωτοδίκως όσον και στην έκκλητη δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ’ όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για την έρευνα της ουσιαστικής του βασιμότητας, τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της από 31-3-2015 αίτησης της Κ. Μ. περί αναιρέσεως της 294/2014 απόφασης το Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και τους από 15-11-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2018
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ