Legislator Case Law & Legislation
1017/2012 AI generated

1017/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1017/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1017/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επιπλέον, δυνάμει του υπ' αριθ. 5§α' ειδικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ορίσθηκε η διάρκεια της ασφαλίσεως, η οποία άρχιζε την ημερομηνία υπογραφής του, ήτοι την 10.2.1998 και έληγε την 11.3.2000, δυνάμει δε της§β του ιδίου ως άνω όρου το ασφαλιστήριο ανανεωνόταν αυστηρά για χρονική περίοδο έξι (6) μηνών από τη λήξη του, δηλαδή από την 12.3.2000 μέχρι την 12.9.2000.

Keywords

AI generated
construction defect obligation to build construction companies construction policy readiness for construction Just transition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1017 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1017/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΞΑΓΩΓΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ιωάννη Παντελίδη και Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΤΕΡΜΑΤΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΚΑΥΣΙΜΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΟΒΑΞ Α.Ε", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αριστείδη Χιωτέλλη και Θωμά Λαμνίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 22 Δεκεμβρίου 2005 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή στο αυτό ως άνω δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4799/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6310/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την 30. 7.2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τους πρώτο και τέταρτο αυτής λόγους.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5§2 εδαφ. β, 6, 7, και 8 του ν. 2496/1997, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 17 του ν. 1796/1988, εφαρμόζονται αναλόγως και επί της ασφαλιστικής δραστηριότητας του Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων (Ο.Α.Ε.Π.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 2 και 3§1 του τελευταίου αυτού νόμου, προκύπτει ότι επί ιδιωτικής ασφάλισης, όπως είναι και η παρεχόμενη από τον Ο.Α.Ε.Π.

για τον κίνδυνο επένδυσης που πραγματοποιείται στο εξωτερικό από ελληνική επιχείρηση, ασφαλιστική προστασία παρέχεται για τους κινδύνους που πραγματοποιούνται κατά τη χρονική περίοδο που καλύπτεται από την ασφάλιση. Ο Ο.Α.Ε.Π. δε έχει ευθύνη για την αποζημίωση του ασφαλισμένου μόνο, αν η ζημία οφείλεται άμεσα και αποκλειστικά στην επέλευση του καλυπτόμενου κινδύνου.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται ή εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 3.10.1994 σύμβαση παραχώρησης το Μολδαβικό Δημόσιο παραχώρησε τα δικαιώματα μελέτης, κατασκευής, λειτουργίας, εκμετάλλευσης και συντήρησης ενός τερματικού σταθμού πετρελαιοειδών, στο Τζουρτζουλέστι της Μολδαβίας στη βόρεια όχθη του ποταμού Δούναβη, σε μια εταιρία ειδικού σκοπού, που θα ίδρυε από κοινού με την ενάγουσα.

Η παραπάνω σύμβαση παραχώρησης κυρώθηκε από τη Μολδαβική Βουλή στις 21.7.1995, τροποποιήθηκε στις 12.12.1996 και κυρώθηκε εκ νέου στις 19.6.1997 στο πλαίσιο της κύρωσης της παροχής κρατικής εγγύησης καλής εκτέλεσης του έργου από το Μολδαβικό κράτος. Στη συνέχεια σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής παραχώρησης, η ενάγουσα με την από 31.10.1994 Σύμβαση Σύστασης Εταιρίας ίδρυσε από κοινού με τον Μολδαβικό Κρατικό Σύνδεσμο Παραγωγής (State Production Association of Moldova), την ανώνυμη εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία ΤΕRΜΙΝΑL S.Α.

με σκοπό να υλοποιήσει το έργο αυτό. Με την από 28.3.1998 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. κατέστη μέτοχος, σε ποσοστό 20% του μετοχικού κεφαλαίου η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD), η οποία την εποχή εκείνη συνεισέφερε, μαζί με άλλους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς, στην οικονομική ανόρθωση του νεοσύστατου Μολδαβικού κράτους, το ποσοστό της ενάγουσας ανήλθε σε 39% και του Μολδαβού μετόχου, ήτοι της ΤΙRΕΧ - ΡΕΤRΟL S.Α., η οποία στο μεταξύ είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα του Μολδαβικού Κρατικού Συνδέσμου Παραγωγής, σε 41%.

Περί τις αρχές του 2000 η Μολδαβική Βουλή αποφάσισε την αποκρατικοποίηση της ΤΙRΕΧ -ΡΕΤRΟL S.Α. και έτσι τις μετοχές, που κατείχε αυτή στην ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., ανέλαβε το Μολδαβικό Δημόσιο, μέσω της κρατικής Διεύθυνσης Αποκρατικοποιήσεων και Διοίκησης Κρατικής Περιουσίας. Περαιτέρω, ήδη από τις 12.12.1996 είχαν υπογραφεί μεταξύ της παραπάνω Ευρωπαϊκής Τράπεζας (ΕΒRD) και της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., σύμβαση δανείου ύψους 25,5 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, συμφωνία παροχής κρατικής εγγύησης καλής εκτελέσεως, καθώς και σειρά συνοδευτικών και εκτελεστικών συμβάσεων που ρύθμιζαν το σύνολο των οργανωτικών, τεχνικών, εμπορικών και χρηματοδοτικών παραμέτρων του έργου παραχώρησης.

Με βάση την προμνημονευθείσα Σύμβαση Παραχώρησης το Μολδαβικό Δημόσιο, έναντι των υποχρεώσεων που ανέλαβε η αντισυμβαλλόμενη εταιρία ΤΕRΜΙΝΑL S.A, ανέλαβε ρητά υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων, για: α) τη λήψη των εν γένει αναγκαίων νομοθετικών ρυθμίσεων για την εγκατάσταση και λειτουργία του σταθμού (απαλλοτριώσεις κλπ.), β) την τροποποίηση της νομοθεσίας περί πετρελαιοειδών, γ) την υποχρέωση αγοράς ελάχιστων ποσοτήτων πετρελαιοειδών από την αντισυμβαλλόμενή της, δ) την κατασκευή έργων υποδομής (δρόμοι κλπ.) για τη λειτουργία του σταθμού, και ε) τη συμμετοχή της, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο μετοχικό κεφάλαιο της αντισυμβαλλόμενής της σε ποσοστό 41% με την καταβολή του αντίστοιχου ποσού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που συστάθηκε και διέπεται από το ν. 1796/1988, έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την παροχή ασφαλιστικών καλύψεων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όρους, όπως αποτυπώνονται στο άρθρ. 3 του άνω νόμου οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι, σε επενδύσεις που πραγματοποιούν Ελληνικές επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες.

Μετά την από 22.4.1997 αίτηση της ενάγουσας προς το εναγόμενο και τη μεσολαβήσασα διαπραγμάτευση και ανταλλαγή εγγράφων, καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, δυνάμει του υπ' αριθ. Μ - Ε 008/10.2.1998 ασφαλιστηρίου συμβολαίου επένδυσης εξωτερικού, με αντικείμενο την ασφαλιστική κάλυψη κατά ποσοστό 75%, της επένδυσης της ενάγουσας στη Μολδαβία για την ανάληψη και εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου, που υλοποιήθηκε με την συμμετοχή της στην εταιρία ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., ως ανώτατο δε ποσό ασφαλιζόμενης αξίας (επένδυσης) ορίσθηκε το ποσό των 4.875.000 δολαρίων ΗΠΑ (υπ' αριθ. 1, 3, 4 όροι).

Οι ασφαλιζόμενοι κίνδυνοι, που συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, ήσαν μόνον δύο (2) εκ των κινδύνων, που με βάση το ν. 1796/1998 είχε τη δυνατότητα να καλύπτει το εναγόμενο, και δη: α) κηρυγμένος ή ακήρυκτος πόλεμος, εχθροπραξίες, επανάσταση, εμφύλιος πόλεμος, πολιτικές ταραχές κλπ., και β) αυθαίρετη καταγγελία ή μονομερής αυθαίρετη λύση του συμβολαίου επένδυσης από το Μολδαβικό Δημόσιο (περιλαμβανομένων και πράξεων που ισοδυναμούσαν με αυθαίρετη καταγγελία και αποδεικνύονταν από επίσημα έγγραφα), που να προκάλεσε αιτιωδώς, ευθέως, αμέσως και αποκλειστικώς την κήρυξη σε πτώχευση ή τη συνομολόγηση εξώδικου συμβατικού διακανονισμού ή δικαστικού διακανονισμού ή αναγκαστικής διαχείρισης του αλλοδαπού φορέα ή άλλως ισοδύναμης διαδικασίας, η οποία προβλέπεται στη χώρα υποδοχής, και μόνον εφόσον ακολούθησε η ρευστοποίηση του αλλοδαπού φορέα με απώλεια μερική ή ολική του ασφαλισμένου κεφαλαίου (υπ' αριθ. 8 όρος).

Επιπλέον, δυνάμει του υπ' αριθ. 5§α' ειδικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ορίσθηκε η διάρκεια της ασφαλίσεως, η οποία άρχιζε την ημερομηνία υπογραφής του, ήτοι την 10.2.1998 και έληγε την 11.3.2000, δυνάμει δε της§β του ιδίου ως άνω όρου το ασφαλιστήριο ανανεωνόταν αυστηρά για χρονική περίοδο έξι (6) μηνών από τη λήξη του, δηλαδή από την 12.3.2000 μέχρι την 12.9.2000.

Χρόνος επέλευσης των κινδύνων, συμφωνήθηκε (με τον υπ' αριθ. 2 ειδικό όρο), η λήξη του δωδεκαμήνου, που άρχιζε από την ημερομηνία, οπότε εξέλιπε ο έλεγχος της επένδυσης ή του αλλοδαπού φορέα στη χώρα υποδοχής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Μολδαβικό Δημόσιο προέβη σε πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες εμπόδισαν δραστικά την κανονική λειτουργία της επένδυσης, και δη για χρονική διάρκεια πέραν του έτους, όπως απαιτούσαν οι υπογεγραμμένες συμβάσεις και συγκεκριμένα το άρθρο 10.7 της Σύμβασης Παραχώρησης, και αποτελούσαν ή ισοδυναμούσαν με αυθαίρετη καταγγελία ή μονομερή αυθαίρετη λύση του Συμβολαίου Επένδυσης από το Μολδαβικό Δημόσιο, υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 10.7 της Σύμβασης Παραχώρησης.

Ειδικότερα, το Μολδαβικό Δημόσιο: 1) δεν συμμετείχε στην αύξηση κεφαλαίου του αλλοδαπού φορέα της επένδυσης, δηλαδή του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., αρνούμενο να καταβάλει την υπολειπόμενη συμμετοχή του, ύψους 2.050.000 δολαρίων ΗΠΑ, με αποτέλεσμα η ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. να οδηγηθεί σε αναστολή και παύση των εργασιών και τελικά σε κατάσταση αφερεγγυότητας της ίδιας της εταιρίας, όπως διαπιστώθηκε και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα (βλ.

την από 21.3.2001 επιστολή του νομικού της συμβούλου). Στην προσπάθεια της ενάγουσας να αποτραπεί η διαφαινομένη απαξίωση της επένδυσης, αυτή στις 20.7.1999 σε σύσκεψη στο Λονδίνο μεταξύ της ιδίας και του Μολδαβικού Δημοσίου, με την παρουσία και εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, δέχθηκε να καταθέσει το τμήμα εκείνο της αύξησης κεφαλαίου, που αναλογούσε στο Μολδαβικό Δημόσιο, εφόσον όμως το τελευταίο συμμορφωνόταν με τις λοιπές υποχρεώσεις του, γεγονός όμως το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε, 2) παρέλειψε να δεσμεύσει τα απαραίτητα κονδύλια, να αναθέσει τις δέουσες εργολαβίες και να κατασκευάσει τα πρόσθετα έργα υποδομής (δρόμους κλπ,), που επρόκειτο να διασυνδέσουν το Σταθμό της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α.

στο Τζουρτζουλέστι με τη λοιπή χώρα επιτρέποντας τη μεταφορά "green field projects", δηλαδή έργο που κατασκευάζεται εκ του μηδενός σ' έναν τόπο χωρίς τις απαραίτητες προσβάσεις και την αναγκαία διασύνδεσή του με την οικονομική ζωή της χώρας, 3) δεν εισήγαγε την νομοθεσία, που ήταν αναγκαία για την εισαγωγή και διακίνηση υγρών καυσίμων στη Μολδαβική αγορά και την πάταξη του λαθρεμπορίου, γεγονός που θα επέτρεπε την εισαγωγή από το Σταθμό των συμβατικά προβλεπόμενων και εγγυημένων από το Μολδαβικό Δημόσιο ποσοτήτων, που θα καθιστούσε τη λειτουργία του Σταθμού βιώσιμη, θα επέτρεπε την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., καθώς και την απόσβεση και την κερδοφορία των επενδυμένων σ' αυτήν κεφαλαίων.

Μάλιστα, η ενάγουσα προσφέρθηκε να βοηθήσει το Μολδαβικό Δημόσιο στην κατάρτιση σχετικού σχεδίου νόμου, ο οποίος όμως ουδέποτε κατατέθηκε, υπό μορφή νομοσχεδίου, προς ψήφιση στη Μολδαβική Βουλή, 4) παρόλο που με τη Συμφωνία Παροχής Κρατικής Εγγύησης Καλής Εκτέλεσης είχε συμβατικά εγγυηθεί τη διακίνηση συγκεκριμένων ελάχιστων ετήσιων ποσοτήτων μέσω του Σταθμού από τη στιγμή έναρξης της λειτουργίας του και είχε αναλάβει την υποχρέωση καταβολής σε χρήμα του τμήματος εκείνου των εν λόγω ποσοτήτων που τελικώς θα διακινούνταν μέσω του Σταθμού, έθεσε υπό αμφισβήτηση την εγγύηση αυτή, ζητώντας την επαναδιαπραγμάτευσή της ουσιαστικά από μηδενική βάση και εξαρτώντας εκβιαστικά την εκπλήρωση των υπολοίπων υποχρεώσεών της και δη αυτών για τη συμμετοχή της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΤΕRΜIΝΑL S.Α.

και για την κατασκευή των απαραιτήτων έργων υποδομής. Η προσπάθεια αυτή της εκ των υστέρων επαναδιαπραγμάτευσης του βασικότατου αυτού όρου του έργου διατυπώθηκε επίσημα και προς όλες τις κατευθύνσεις, προς δε την ενάγουσα σε δύο επιστολές του Αντιπροέδρου της Μολδαβικής Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομίας και Μεταρρυθμίσεων Andrei Cucu στις 19.6.2000 και 30.6.2000 αντίστοιχα.

Περαιτέρω, στις 7.4.2000 η ενάγουσα, από κοινού με την εταιρεία ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., και αφού εξάντλησαν όλα τα περιθώρια φιλικού διακανονισμού που επέβαλαν οι συμβάσεις, κατέθεσαν αίτηση διαιτησίας κατά του Μολδαβικού Δημοσίου ενώπιον του London Court OF International Arbiration (LCIA), ζητώντας την καταδίκη του σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, άλλως στην καταβολή αποζημίωσης.

Τελικά, στις 13.7.2000 στο πλαίσιο συνάντησης, που πραγματοποιήθηκε στο Chisinau της Μολδαβίας με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Μολδαβικής Κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, της ενάγουσας και της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., το Μολδαβικό Δημόσιο δήλωσε αμετάκλητα, ότι δεν δεσμευόταν πλέον από τις υποχρεώσεις του από τη Σύμβαση Παραχώρησης και δεν επρόκειτο να συμβάλει στην συνέχιση του έργου.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 21.7.2000 και πριν την έναρξη εξέτασης της διαιτητικής αγωγής από το διαιτητικό Δικαστήριο στο Λονδίνο, προγραμματίστηκε - με τη συμφωνία και της Μολδαβικής Κυβέρνησης - προακροαματική συνδιάσκεψη στο Λονδίνο ενώπιον του παραπάνω διαιτητικού δικαστηρίου, παρουσία και εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, με σκοπό τον εξώδικο συμβατικό διακανονισμό της διαφοράς μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και της επικύρωσης αυτού από το διαιτητικό δικαστήριο.

Όμως, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του διαιτητικού δικαστηρίου το Μολδαβικό Δημόσιο, παρόλο που είχε συναινέσει σ' αυτή την εξώδικη διαδικασία και είχε προτείνει και επιβεβαιώσει τις ημερομηνίες συνάντησης με την από 14.6.2000 επιστολή του Πρωθυπουργού Dumitru Braghis και τις από 19.6.2000 και 30.6.2000 επιστολές του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης Andrei Cucu, δεν προσήλθε στις διαπραγματεύσεις.

Με τη στάση του αυτή, συνεπαγόμενη με τη θέλησή του αποτυχία του εξώδικου διακανονισμού, το Μολδαβικό Δημόσιο επιβεβαίωσε την οριστική άρνηση εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων. Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα, με υπόμνημα που κατέθεσε στις 21.7.2000, τόσο στη Μολδαβική Κυβέρνηση, όσο και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα (ΕΒRD), προέβη και τυπικά στη διαπίστωση του, ότι το Μολδαβικό Δημόσιο παραβίασε οριστικά την μεταξύ τους σύμβαση, με την πέραν του έτους - όπως προέβλεπαν οι συμφωνίες τους και δη το άρθρο 10.7 της Σύμβασης Παραχώρησης - άρνησή του να συμμορφωθεί με τις προαναφερθείσες ουσιώδεις έναντι της επένδυσης υποχρεώσεις του και ότι, κατά συνέπεια, τόσο η βασική σύμβαση παραχώρησης (Concession Agreement), όσο και η ιδρυτική συμφωνία της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. (Contituent Agreement) έληξαν πρόωρα (early Termination) σύμφωνα με τους όρους 10.7 και 14.2.2, αντίστοιχα, για τον ίδιο λόγο της ως άνω ουσιώδους παραβίασης των υποχρεώσεών του από το Μολδαβικό Δημόσιο, που καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση του έργου, πέραν του έτους.

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα το παραπάνω από 21.7.2000 υπόμνημά της το απέστειλε και προς το εναγόμενο, όπως λεπτομερώς θα αναφερθεί παρακάτω. Συνακόλουθα τούτων, η 21.7.2000 αποτελεί την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να θεωρηθεί, ότι εξέλιπε ο έλεγχος της επένδυσης, αφού έπαυσαν πλέον να ισχύουν οι βασικές συμφωνίες, που θεωρούνταν και από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι μεταξύ τους, ως Σύμβαση Επένδυσης, ήτοι η Σύμβαση παραχώρησης και η ιδρυτική συμφωνία της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., οι οποίες διασφάλιζαν τον έλεγχο της επένδυσης στην ενάγουσα, ενώ παράλληλα η εταιρία ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., είχε περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας και κατ' ουσίαν αναστολής πληρωμών, καθώς στο μεταξύ επισπεύσθηκε, από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα η κανονική λήξη του δανείου (acceletation) και αυτή διεκδικούσε την είσπραξη ποσού 17.985.313 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ το έργο είχε πάψει να εκτελείται και είχε εντελώς εγκαταλειφθεί, χωρίς μάλιστα να ληφθεί οποιαδήποτε μέριμνα για τη συντήρηση των ήδη κατασκευασμένων τμημάτων του.

Στη συνέχεια, μετά την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με το Μολδαβικό Δημόσιο, στο πλαίσιο της προακροαματικής διάσκεψης ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο - και ενώ εκκρεμούσε η διαιτητική διαδικασία - η ενάγουσα με την από 26.7.2000 επιστολή της προς το εναγόμενο προανήγγειλε την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της "αυθαίρετης καταγγελίας" του άρθρου 8§6 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αναφέροντας αναλυτικά τα γεγονότα που αφορούσαν τις προπεριγραφείσες εξελίξεις, για τις οποίες άλλωστε η ίδια ενημέρωνε κατά διαστήματα το εναγόμενο (βλ.

σχετ. τις από 14.5.1999, 17.6,1999, 1.7.1999, 3.12.1999, 24.1.2000, 4.4.2000 και 27.6.2000 επιστολές της), και ανακοινώνοντας παράλληλα, ότι επρόκειτο να υποβάλει προς το εναγόμενο την αναγγελία ζημίας, δήλωση της ασφαλιστικής ζημίας και αίτημα αποζημίωσης εντός του προβλεπόμενου από το ασφαλιστήριο (άρθρο 17 των γενικών όρων σε συνδυασμό με τον υπ' αριθ. 2 ειδικό όρο) χρονικού διαστήματος των 20 ημερών από την επέλευση του κινδύνου, δηλαδή εντός 20 ημερών από την λήξη του χρονικού διαστήματος των 12 μηνών, που αρχίζει από την ημερομηνία οπότε εξέλιπε ο έλεγχος της επένδυσης.

Πράγματι δε, στις 30.7.2001, εντός του συμβατικά απαιτούμενου χρονικού διαστήματος, η ενάγουσα ανήγγειλε προς το εναγόμενο την επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου και την εξ αυτού πρόκληση της ασφαλισμένης ζημίας, αποστέλλοντας σχετική συστημένη επιστολή, με την οποία ζήτησε ως αποζημίωση: α) 2.275.875 δολάρια ΗΠΑ ως απολεσθέν επενδυμένο κεφάλαιο, σύμφωνα με τους όρους της ασφαλίσεως, και β) 43.589.459 δραχμές ως έξοδα νομικής υποστήριξης και εκπροσώπησης της ενάγουσας κατά τη διαιτητική διαδικασία στο Λονδίνο.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα απέστειλε στο εναγόμενο τα από 30.11.2001, 10.4.2002 και 16.4.2002 έγγραφά της, με τα οποία συναπέστειλε, κατ' αίτηση του δικηγόρου του εναγομένου, ισολογισμούς της εταιρίας ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. και αντίστοιχης ελεγκτικής εταιρίας, ως και το υπογραφέν, μεταξύ της Μολδαβικής Κυβέρνησης, Δανειστριών Τραπεζών της ενάγουσας καθώς και άλλων μικρότερων και Ελλήνων επενδυτών, την 24 - 27 Φεβρουαρίου 2002, Μνημόνιο Κατανόησης (Memorandum of Understanding) και σχέδιο συμφωνίας (Cooperation and release agreement).

Στη συνέχεια, το εναγόμενο με το υπ' αριθ. πρωτ. 372/26.4.2002 απαντητικό έγγραφό του προς την ενάγουσα ισχυρίσθηκε, ότι "με βάση τα έγγραφα και στοιχεία που μας έχετε υποβάλει μέχρι σήμερα και σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μας ... δεν προκύπτει να έχει επέλθει ασφαλιζόμενος κίνδυνος, έτσι ώστε να ενεργοποιείται υποχρέωσή μας προς αποζημίωση σας ... .

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έχετε υποχρέωση να λάβετε κάθε δυνατό μέτρο για τη μείωση της έκτασης της τυχόν ζημίας σας, αλλά και τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων σας". Ακολούθως, η ενάγουσα απέστειλε στο εναγόμενο τα από 22.7.2002 και 9.10.2002 έγγραφά της, με το τελευταίο δε τούτων συναπέστειλε και το τελικό κείμενο της συμφωνίας (Cooperation and release agreement), που είχε υπογραφεί από τη Μολδαβική Κυβέρνηση, τη δανείστρια Ευρωπαϊκή Τράπεζα και την ενάγουσα καθώς και άλλους μικρότερους Έλληνες επενδυτές, με βάση την οποία γινόταν ρύθμιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όλων των μερών και εν τέλει απεμπλοκή τους από το έργο μετά και την ομολογία της Μολδαβικής Κυβέρνησης, ότι αυτή προχώρησε σε αυθαίρετη και μονομερή καταγγελία της Σύμβασης επενδύσεως κλπ., όπως αναλυτικότερα θα εκτεθεί παρακάτω.

Το εναγόμενο, έχοντας υπόψη του όλα τα αποσταλέντα σ' αυτό έγγραφα, καθ' όλη τη διάρκεια της ασφαλίσεως και μετά από εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας για αποζημίωση από το Διοικητικό του Συμβούλιο, απάντησε στην ενάγουσα με το υπ' αριθ. πρωτ. 996/21.11.2003 έγγραφό του ότι "ως προς την επενδυτική πράξη", όπως αυτή καθορίζεται στους Γενικούς Όρους του ασφαλιστηρίου ..., υφίσταται μεν έννοια "αυθαίρετης καταγγελίας" της από το Μολδαβικό Δημόσιο, δεδομένου ότι σ' αυτό κατατείνουν οι παραλείψεις του για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει (ήτοι το α σκέλος επέλευσης του κινδύνου), δεν υφίστανται όμως τα στοιχεία της "πτώχευσης" ή της "αναγκαστικής διαχείρισης" του φορέα της επένδυσης, ήτοι της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. (ήτοι το β σκέλος επέλευσης του κινδύνου) ...

και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις "ολοκληρωμένης" έγερσης απαίτησης από πλευράς της προς τον Ο.Α.Ε.Π. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 8.3.2000, ήτοι τρεις ήμερες πριν από τη λήξη της διετούς διάρκειας ασφαλίσεως, που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι, η ενάγουσα απέστειλε ταχυδρομικώς στο εναγόμενο συστημένη έγγραφη επιστολή (υπ' αριθ.

πρωτ. ΛΚ/ΤV 14.3.2000), με την οποία ζήτησε την παράταση της ισχύος του υπ' αριθ. Μ - Ε 008/10.2.1998 ασφαλιστηρίου συμβολαίου για περίοδο έξι (6) μηνών, ήτοι από 12.3.2000 μέχρι 11.9.2000, και παρακαλούσε για την ενημέρωσή της σχετικά με τα πρόσθετα ασφάλιστρα, που αυτή θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει ένεκα της παράτασης αυτής.

Στη συνέχεια, στις 14.3.2000 η ενάγουσα απέστειλε στο εναγόμενο ταχυδρομικώς την υπ' αριθ. πρωτ. ΛΚ/ΤV 4/427/14.3.2000 συστημένη επιστολή της. με την οποία ενημέρωνε το εναγόμενο ότι η επένδυση, στην οποία αφορά το Μ -Ε 008/10-2-1998 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα, ότι σημαντικά τμήματα του έργου (δεξαμενές, έργα πολιτικού μηχανικού κ.ά.) βρίσκονταν στο τελικό στάδιο αποπεράτωσής τους, ενώ άλλα βρίσκονταν σ' ένα ικανοποιητικό βαθμό προόδου, η δε αίτηση παράτασης της διάρκειας ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου απέβλεπε στην τήρηση σε ισχύ του συμβολαίου μέχρι την ολοκλήρωση της επένδυσης.

Σχετικά δε με την παράταση του συμβολαίου ασφαλίσεως, η ενάγουσα κατέθεσε στις 5.6.2000, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αντίστοιχα ασφάλιστρα ύψους 4.447.156 δραχμών, για την περίοδο από 12.3.2000 έως 12.9.2000, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη (155Η/Α151/5.6.2000 ΕΤΕ). Όπως ήδη προαναφέρθηκε, με το επίδικο υπ' αριθ. Μ - Ε 008/10.2.1998 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκαν ειδικοί όροι του συμβολαίου, καθώς και γενικοί όροι τούτου.

Σύμφωνα δε με ρητή και αδιαμφισβήτητη αναφορά στη σελίδα 2 του συμβολαίου και υπό τον τίτλο "Ασφαλιστήριο συμβόλαιο επένδυσης εξωτερικού Νο Μ - Ε 008 ... 1998" οι ειδικοί όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ήταν ισχυρότεροι των γενικών όρων αυτού (οι οποίοι άλλωστε ειδικοί όροι πάντοτε επικρατούν των γενικών τοιούτων και δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμα δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο, εφόσον σ' αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο Δικαστήριο).

Σύμφωνα λοιπόν με τον υπ' αριθ. 5 α και β ειδικό όρο του ασφαλιστηρίου, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ως προς τη διάρκεια και ισχύ της ασφάλισης, ότι "η παρεχόμενη ασφάλιση αρχίζει από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου δηλαδή την 10.2.1998 και λήγει την 11.3.2000" και "το παρόν Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο ανανεώνεται αυστηρώς για χρονική περίοδο έξι (6) μηνών από τη λήξη του, δηλαδή από την 12.3.2000 μέχρι την 12.9.2000".

Εξάλλου, και από τον υπ' αριθ. 3§4 γενικό όρο του ασφαλιστηρίου ορίζεται ότι "η ασφάλιση δεν ανανεώνεται σιωπηρά, εκτός αν αυτό αναφέρεται στους ειδικούς όρους του παρόντος ασφαλιστηρίου", ενώ σύμφωνα με την§3 του παραπάνω γενικού όρου "το ασφαλιστήριο παύει να ισχύει κατά την αποληκτική ημερομηνία της ασφαλίσεως, όπως ορίζεται στους ειδικούς όρους".

Από την προεκτεθείσα εκφορά των παραπάνω όρων, χωριστά και σε συσχετισμό μεταξύ τους, ερμηνευόμενου του νοήματος αυτών με βάση και την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις (αρθρ. 173 ΑΚ) και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (αρθρ. 200 ΑΚ), προκύπτουν τα εξής σχετικά με το αμφισβητούμενο από τους διαδίκους ζήτημα της ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως και εν τέλει της συνολικής της διάρκειας της ασφαλίσεως:

Η χρήση του ενεστώτα χρόνου, αντί του μέλλοντος ή άλλης φράσεως όπως "μπορεί να ανανεωθεί" κλπ. σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προβλεπόμενη εξάμηνη ανανέωση δεν υπόκειται σε καμία αίρεση, ούτε όρο, ούτε άλλη ουσιαστική τυπική ή διαδικαστική προϋπόθεση ή ενέργεια που να προβλέπεται από τους ειδικούς ή τους γενικούς όρους, καθιστά την εξάμηνη ανανέωση της σύμβασης αυτόματη, από τη στιγμή που η ενάγουσα ασφαλισμένη τη ζήτησε με επιστολή της.

Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια του περιεχομένου της από 8.3.2000 επιστολής της ενάγουσας η οποία έχει τον χαρακτήρα δηλώσεώς της, ότι θα κάνει χρήση της δυνατότητας που έχει - μετά την καταβολή των αναλογούντων ασφαλίστρων - να ανανεώσει επί εξάμηνο τη διάρκεια της ασφαλίσεως. Άλλωστε, η συνολική διάρκεια 30 μηνών ασφάλισης (2 έτη + 6 μήνες ανανέωση) ήταν και αυτή που το εναγόμενο είχε προβάλει, με το από 12.9.1997 και υπ' αριθ.

πρωτ. 832 έγγραφο του, ως εγκριτική απόφαση της αίτησης της ενάγουσας για ασφάλιση, πριν από την κατάρτιση του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο εν τέλει περιέχει τους προμνησθέντες όρους. Εξάλλου, αν οι παραπάνω όροι είχαν διαφορετικό νόημα, και δη ότι απαιτείτο, για την επί εξάμηνο ανανέωση, αντίστοιχη αποδοχή εκ μέρους του εναγομένου της αντίστοιχης δήλωσης βουλήσεως της ασφαλισμένης - ενάγουσας, τότε η εκφορά του προμνησθέντος ειδικού όρου δεν θα είχε απολύτως κανένα λόγο ύπαρξης, αφού στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα θα έφθαναν οι διάδικοι, τόσο μέσω των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όσο και μέσω των διατάξεων του νόμου που επιτρέπουν μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων για παράταση, ανανέωση κλπ.

της συμβάσεως ασφαλίσεως με τους ίδιους ή διαφορετικούς όρους κλπ. (αρθρ. 361 ΑΚ). Έτσι, η προβλεφθείσα με τους ειδικούς όρους ανανέωση, όντας συμβατή και με τη διάταξη του άρθρ. 8§1 του ν. 2496/1997, επιβλήθηκε από την ανάγκη οι συμβαλλόμενοι, εξ αρχής, κατά την υπογραφή του ασφαλιστηρίου, και όχι υπό τον όρο μεταγενέστερης συμφωνίας, που ίσως δεν θα ήταν εφικτή λόγω των αντικρουόμενων συμφερόντων ασφαλιζόμενου και ασφαλιστή, να καθορίσουν τη συνολική διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης της επένδυσης για 24 συν 6 μήνες.

Το εύλογο επιχειρηματικό σκεπτικό μιας τέτοιας συμφωνίας ήταν ότι, εάν το έργο ολοκληρωνόταν σύμφωνα με τις κατά τη σύναψη της συμφωνίας ασφαλίσεως προβλέψεις (αρχές έτους 1998), η ενέχουσα ασφαλιστέους κινδύνους κατασκευαστική περίοδος θα είχε ολοκληρωθεί σε περίπου 2 έτη και άρα δεν θα απαιτείτο ασφαλιστική κάλυψη από το εναγόμενο, ούτε καταβολή ασφαλίστρων σ' αυτό για περαιτέρω χρονικό διάστημα.

Αντίθετα, για την περίπτωση που η εκτέλεση και εν γένει πρόοδος του έργου δεν εξελίσσονταν κατά τις αρχικές εκείνες προβλέψεις, κρίθηκε σκόπιμο να υπάρχει ευχέρεια της ασφαλισμένης να κάνει χρήση μιας περιορισμένης χρονικά ανανέωσης του ασφαλιστηρίου και δη όπως ρητώς αναφέρεται: "αυστηρώς για χρονική περίοδο έξι (6) μηνών ..." και σε καμία περίπτωση πέραν του διαστήματος αυτού.

Μετά την παρέλευση αυτού του εξαμήνου θα ήταν ενδεχομένως δυνατή περαιτέρω ανανέωση του ασφαλιστηρίου, τότε όμως, υπό την προϋπόθεση, της ρητής συμφωνίας μεταξύ αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι μετά την αποστολή από την ενάγουσα των προαναφερθεισών από 8.3.2000 και 14.3.2000 επιστολών της προς το εναγόμενο και την κατάθεση στις 5.6.2000 των ασφαλίστρων, το εναγόμενο δεν αντέδρασε, παρά μόνο στις 10.8.2000, ήτοι ένα μήνα προ της λήξεως του προσθέτου εξαμήνου (12.9.2000), οπότε και απέστειλε στην ενάγουσα την υπ' αριθ. 840/10.8.2000 επιστολή του, στην οποία ανέφερε ότι "...

από το λογιστήριο διαπιστώθηκε κατάθεση ποσού 4.447.156 δρχ. Για το ποσό αυτό το τμήμα Μεσομακροπροθέσμων Πιστώσεων δεν έχει ανάλογη ή παρόμοια απαίτηση. Κατόπιν τούτων παρακαλούμε να προσέλθετε στο λογιστήριο ή να μας γνωστοποιήσετε το λογαριασμό της εταιρίας στην ΕΤΕ ΑΕ προκειμένου να επιστραφεί το αχρεωστήτως καταβληθέν πιο πάνω ποσό".

Πρέπει να επισημανθεί, ότι το εναγόμενο απέστειλε το προαναφερθέν έγγραφο με το συγκεκριμένο περιεχόμενο στην ενάγουσα, ενόσω η τελευταία, ήδη από 26.7.2000, είχε προαναγγείλει, με έγγραφο της προς το εναγόμενο, την επέλευση του ασφαλιζόμενου κινδύνου και παρά ταύτα αυτό (εναγόμενο) δεν δήλωσε ρητώς και ευθαρσώς τον ισχυρισμό του, που το πρώτον προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις του, ότι είχε ήδη λήξει η ασφαλιστική σύμβαση, ότι δεν είχε επέλθει ανανέωση αυτής ή ότι το ίδιο δεν ενέκρινε την παραπάνω ανανέωση.

Ομοίως και κυρίως το εναγόμενο, επίσης με τα προαναφερθέντα έγγραφα του στις 9.5.2002 και 21.11.2003, απαντώντας στο αίτημα της ενάγουσας περί καταβολής της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, ουδέποτε αμφισβήτησε την ισχύ της ασφαλιστικής συμβάσεως μέχρι την 12.9.2000 και την λαβούσα χώρα ανανέωση, αλλά αντιθέτως αποδέχθηκε και συνομολόγησε την κατά τον όρο 8.6 του ασφαλιστηρίου στοιχειοθέτηση του ασφαλισμένου κινδύνου της "αυθαίρετης καταγγελίας" κατά το α σκέλος της και απλώς ισχυρίσθηκε ότι έλειπε το αντίστοιχο β σκέλος αυτής, ήτοι η πτώχευση κλπ.

και η ρευστοποίηση της περιουσίας του αλλοδαπού φορέα, προκειμένου να συγκροτηθεί ολοκληρωτικά ο ασφαλισμένος κίνδυνος. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με τη διάρκεια της ασφαλιστικής συμβάσεως και την ανανέωση, που προβλήθηκε σε κάθε περίπτωση οψίμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξάλλου, ο περαιτέρω ισχυρισμός αυτού, ότι με απόφαση του ΔΣ του, στις 18.4.2000, απέρριψε ομόφωνα το αίτημα της ενάγουσας για παράταση της ασφαλίσεως, δεν αποδείχθηκε βάσιμος υπό την έννοια ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε, ούτε το εναγόμενο με συγκεκριμένα στοιχεία επικαλείται, ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα.

Είναι ενδεικτικό δε, ότι και αυτός ο μάρτυρας ανταποδείξεως (Κ. Ε.) στην ένορκη κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, (βλ. σελ. 61 των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών συνεδριάσεως) ισχυρίσθηκε, ότι η παραπάνω απόφαση του ΔΣ κοινοποιήθηκε με συστημένη αλληλογραφία (όπως διακινείται ολόκληρη η αλληλογραφία), ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πλέον συγκεκριμένα το χρόνο που έγινε αυτή, ούτε προσκομίσθηκε σχετική έγγραφη βεβαίωση (βλ.

και υπ' αριθ. 27.2 γενικό όρο του ασφαλιστηρίου), αλλά κυρίως ουδόλως δικαιολογήθηκε η παράλειψη εκφοράς της θέσεως αυτής σε μεταγενέστερα και μεγάλης σπουδαιότητας απαντητικά έγγραφα του εναγομένου. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, ότι το εναγόμενο, ακόμα και αν θεώρησε τα κατατεθέντα την 5.6.2000 ασφάλιστρα (ύψους 4.447.156 δρχ.) για την ανανέωση των 6 μηνών, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, δεν έστερξε ούτε να τα παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εάν υπήρχε σχετική αμφιβολία), ούτε να τα επιστρέψει στην ενάγουσα.

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρίας ως κατ' ουσίαν βάσιμη και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που με την απόφαση του είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για τον λόγο, ότι κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλισμένου κινδύνου η ασφαλιστική σύμβαση δεν ήταν σε ισχύ, διότι το εναγόμενο είχε απορρίψει το αίτημα παρατάσεως, άλλως ότι ούτε τα επικαλούμενα γενεσιουργά αίτια της επέλευσης κινδύνου συνεπάγονταν την απώλεια ελέγχου του κεφαλαίου της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., και κράτησε το ίδιο την υπόθεση προς εκδίκαση και ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι από τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2000 ήταν ειλημμένη η πολιτική απόφαση του Μολδαβικού Δημοσίου για εγκατάλειψη του έργου, τουλάχιστον υπό τους όρους με τους οποίους αυτό είχε συμφωνηθεί και οι οποίοι είχαν αποτυπωθεί στα συμβατικά κείμενα (Σύμβαση Παραχώρησης, Σύμβαση Σύστασης Εταιρίας ΤΕRΜΙΝΑL S.Α.), που αποτελούσαν το "Συμβόλαιο Επένδυσης" και την "Καλυπτόμενη Επενδυτική Πράξη" σύμφωνα με το επίδικο ασφαλιστήριο.

Μετά δε από μια τελευταία προσπάθεια "φιλικού διακανονισμού" (meditation), με διαμεσολαβητή (meditator) τον Άγγλο νομικό Α.Μ.D. W., προσπάθεια που είχε προκριθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα (ΕΒRD), τα μέρη, δηλαδή το Μολδαβικό Δημόσιο, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα, η ενάγουσα, καθώς και άλλοι μικρότεροι δανειστές του έργου, οδηγήθηκαν σε εξώδικο διακανονισμό, ο οποίος και αποτυπώθηκε εγγράφως τον Ιούλιο του 2002 σε σχετικό συμφωνητικό Συνεργασίας και Απαλλαγής (από υποχρεώσεις) - (Cooperation and Release Agreement).

Στο συμφωνητικό αυτό του εξώδικου συμβιβασμού το Μολδαβικό Δημόσιο επανέλαβε τη ρητή δήλωση του, που είχε κάνει στις 13.7.2000, ότι δεν σκόπευε να συμμορφωθεί με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του (βλ. σημείο Ζ του προεισαγωγικού τμήματος του συμβιβασμού) και ότι συνακόλουθα η ενάγουσα (και άλλες μικρότερες επενδύτριες εταιρίες) απώλεσαν τις επενδύσεις τους και δεν μπόρεσαν να επιτύχουν απόδοση αυτών σύμφωνα με τις συμβάσεις του έργου.

Στη συνέχεια, μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνήθηκαν οι όροι για την πώληση των μετοχών της εταιρείας ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. προς τρίτους επενδυτές, που ανέλαβε η Μολδαβία να ανεύρει και διαπραγματευθεί, ενώ ορίσθηκε ότι το ελάχιστο τίμημα της πώλησης, θα ήταν 12.000.000 δολάρια ΗΠΑ και καθορίσθηκε συγκεκριμένη σειρά προτεραιότητας των επιμέρους πιστωτών του Μολδαβικού Δημοσίου, που συμμετείχαν στον διακανονισμό, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η ενάγουσα, η οποία κατά τον συμφωνηθέντα παραπάνω πίνακα θα μπορούσε να ικανοποιηθεί μόνον, εάν οι μετοχές της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α.

πωλούνταν σε τιμή κατά πολύ ανώτερη των 16.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και εφόσον η Ευρωπαϊκή Τράπεζα (ΕΒRD), μεγαλύτερη δανείστρια του Μολδαβικού Δημοσίου θα είχε λάβει ήδη το ποσό των 15.296.339 δολαρίων ΗΠΑ. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα θα απάλλασσε τη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ από "εγγυητική επιστολή Καλής Εκτέλεσης", που είχε δοθεί υπέρ της ενάγουσας, και παράλληλα συμφωνήθηκε ότι όλα τα συμβληθέντα μέρη παραιτούνταν και αποποιούνταν όλων των απαιτήσεων που τυχόν διατηρούσαν μεταξύ τους (βλ.

άρθρο V ενότητα 5.01.α του συμφωνητικού), εκτός από την απαίτηση της ενάγουσας κατά του Μολδαβικού Δημοσίου από την απώλεια της αξίας της επένδυσης σε μετοχές της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. και εξ αιτίας της παραβίασης από τη Μολδαβία των όρων της Σύμβασης Παραχώρησης (απαίτηση για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω). Όπως έχει ήδη αναφερθεί το συμφωνητικό αυτό είχε αποσταλεί στο εναγόμενο από την ενάγουσα, στις 9.10.2002, τόσο με συστημένη ταχυδρομική απόδειξη, όσο και με τηλεομοιοτυπία, και το εναγόμενο απάντησε, στις 21.11.2003, ήτοι μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους, ότι στοιχειοθετείται η έννοια της "αυθαίρετης καταγγελίας", αλλά ελλείπει το β σκέλος του κινδύνου που ασφαλίστηκε, ήτοι η πτώχευση κλπ.

και η ρευστοποίηση του αλλοδαπού φορέα. Στις 21.1.2005 οι προαναφερθέντες συμβληθέντες με σύμβαση διακανονισμού (Deed of settlement) συμφώνησαν να μεταβιβάσουν και πράγματι μεταβίβασαν τις μετοχές τους στην εταιρία ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., η δε ενάγουσα μετεβίβασε 2.940 κοινές μετοχές της προς το Μολδαβικό Δημόσιο, προκειμένου το τελευταίο να τις μεταβιβάσει σε τρίτη εταιρία (Azertrans), η οποία στις 29.12.2004 είχε υπογράψει σχετική σύμβαση για τη μεταβίβαση σ' αυτή των υπό κατασκευή εγκαταστάσεων και των μετοχών αντιστοίχως της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α.

Οι συμφωνίες αυτές επικυρώθηκαν και με το Νόμο 7-ΧV της 17.2.2005 της Δημοκρατίας της Μολδαβίας. Ακολούθως, στις 3.8.2005 η εταιρία ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. πώλησε και παρέδωσε τις εγκαταστάσεις του έργου στην εταιρία ΑΖΕRΤRΑΝS αντί τιμήματος 12.800.000 δολαρίων ΗΠΑ, η δε ενάγουσα ως αντάλλαγμα έλαβε την "ελευθέρωσή" της από εγγυήσεις που είχε δώσει η ίδια (αλλά και οι μητρικές της εταιρίες "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ" και "J.

Αnd Ρ. ΑVAΧ"). Από τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε, ότι πληρώθηκε και το δεύτερο σκέλος του ασφαλισμένου κινδύνου (γενικός όρος 8.6 του ασφαλιστηρίου), ήτοι ότι η "αυθαίρετη καταγγελία" εκ μέρους του Μολδαβικού Δημοσίου οδήγησε αιτιωδώς, ευθέως, αμέσως και αποκλειστικώς σε συνομολόγηση του άνω εξώδικου συμβατικού διακανονισμού και ότι επακολούθησε ρευστοποίηση του αλλοδαπού φορέα.

Ειδικότερα, η έννοια της ρευστοποίησης δεν ερμηνεύεται στενώς, και όπως ενδεχομένως επέρχεται στις περιπτώσεις της πτωχεύσεως, της αναγκαστικής διαχειρίσεως ή άλλων ισοδύναμων διαδικασιών, όπου η περιουσία ρευστοποιείται κάτω από συγκεκριμένους κανόνες και υπό την εποπτεία συνήθως δημοσίων οργάνων, αλλά ειδικότερα στην περίπτωση - όπως η κρινόμενη - του εξώδικου συμβατικού διακανονισμού συνεπεία αυθαίρετης καταγγελίας, ως ρευστοποίηση νοείται η διαδικασία στην οποία τα μέρη, ακόμα και αν εκ πρώτης όψεως διαφαίνεται ότι αυτά συμβάλλονται και προχωρούν σε σύμβαση πωλήσεως κλπ., κατ' ουσίαν αυτά δεν διαθέτουν καμία διαπραγματευτική δυνατότητα και πρωτοβουλία και οι αντίστοιχες δηλώσεις βουλήσεώς τους π.χ.

περί πωλήσεως των μετοχών, παραιτήσεως από αξιώσεις κλπ., οδηγούνται από αδήριτη ανάγκη απεμπλοκής τους και συνακόλουθα προσπάθειας απομειώσεως των ζημιών τους, εξαιτίας ακριβώς της αυθαίρετης καταγγελίας της επένδυσης εκ μέρους του αλλοδαπού Δημοσίου και εν προκειμένω του Κράτους της Μολδαβίας. Ενδεικτικό είναι το περιεχόμενο και οι όροι που περιέχονται στις αναφερθείσες συμφωνίες των μερών, όπως περιγράφηκαν, και τα ανταλλάγματα που εν τέλει έλαβαν τα μέρη, καταδεικνύεται δε εναργέστερα και από το από 20.1.2005 έγγραφο που απέστειλε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα προς την ενάγουσα, μία μόλις ημέρα πριν από την υπογραφή της Συμβάσεως (Πράξεως Συμβιβασμού) στις 21.1.2005, με το οποίο η Τράπεζα μεταφέρει την αξίωση του Μολδαβικού Δημοσίου, ως "απαίτηση τελευταίας στιγμής", όπως διαγραφεί η παραπάνω αναφερθείσα στο άρθρο V ενότητα 5.01 του από Ιουλίου 2002 συμφωνητικού συνεργασίας και αποποίησης, επιφύλαξη της ενάγουσας έναντι της Μολδαβίας σχετικά με την αξίωση της από την απώλεια του κεφαλαίου της επένδυσης της σε ίδιο κεφάλαιο στις μετοχές της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., με την απειλή ότι σε διαφορετική περίπτωση η Μολδαβία δεν θα υπέγραφε την Πράξη Συμβιβασμού, με άμεση συνέπεια η Ευρωπαϊκή Τράπεζα να απαιτήσει αμέσως τις εγγυήσεις που ελληνικές Τράπεζες είχαν παράσχει για την εκ μέρους της ενάγουσας καλή εκτέλεση του έργου, καθώς και 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ, από άλλες εγγυήσεις, θα καθίσταντο αμέσως απαιτητά.

Έτσι, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εναγομένου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το ίδιο αγνοούσε διάφορα έγγραφα, που ήδη επικαλείται και προσκομίζει, των οποίων έλαβε γνώση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), και τα οποία εκ των υστέρων καταδεικνύουν, ότι ουδέποτε υπήρξε "αυθαίρετη καταγγελία" εκ μέρους του Μολδαβικού Δημοσίου.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής, αφού, όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε, η ενάγουσα απέστειλε στο εναγόμενο όλα τα κρίσιμα έγγραφα και στοιχεία, που ήταν απαραίτητα να θεμελιώσουν την κρίση, την οποία το εναγόμενο αποτύπωσε στο υπ' αριθ. πρωτ. 996/21.11.2003 έγγραφό του, και την οποία άποψη διαμόρφωσε μετά από χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, μετά την τελευταία ενημέρωση της ενάγουσας στις 9.10.2002 με την αποστολή και του κειμένου της συμφωνίας του Ιουλίου 2002 (COOPERATION AND RELEASE AGREEMENT) και μετά την εξέταση του θέματος από το ΔΣ του εναγομένου.

Εξάλλου, όπως συνέβη με τους ισολογισμούς της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. και αυτούς της ελεγκτικής εταιρίας ΡRICE WΑΤΕR HOUSE COOPERS, που το εναγόμενο, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ιωάν. Παντελίδη, ζήτησε από την ενάγουσα και του απεστάλησαν (βλ. σχετ. από 30.11.2001 έγγραφο της ενάγουσας), θα ήταν δυνατόν να ζητήσει όσα πρόσθετα στοιχεία έκρινε αναγκαία.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα απέστελλε τακτικά ενημερώσεις και απηύθυνε ερωτήματα προς το εναγόμενο, σχετικά με την πορεία της επένδυσης (βλ. κατάθεση μάρτυρα εναγομένου σε σελ. 55 των πρακτικών), σε σημείο ενίοτε ενοχλητικό για το εναγόμενο, το οποίο απέφευγε να λάβει θέση σε ερωτήματα, πλην όμως ήταν ενήμερο.

Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν επήλθε ο ασφαλισμένος κίνδυνος της "αυθαίρετης καταγγελίας" εκ μέρους του Μολδαβικού Δημοσίου, καθόσον, σύμφωνα με τον όρο 8.6 του ασφαλιστηρίου, έπρεπε τόσο η πτώχευση, η συνομολόγηση συμβατικού διακανονισμού, ή δικαστικού συμβιβασμού ή αναγκαστική διαχείριση, κλπ.

να είχαν λάβει χώρα εντός του συμβατικά ορισθέντος (άρθρ. 2§α ειδικών όρων) χρόνου των 12 μηνών από τότε που εξέλιπε ο έλεγχος της επένδυσης. Η ερμηνεία, που το εναγόμενο προσδίδει στους όρους του ασφαλιστηρίου, δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στη γραμματική ούτε στην τελολογική εκφορά των όρων του ασφαλιστηρίου.

Οι όροι του ασφαλιστηρίου, ερμηνευόμενοι με βάση την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (αρθρ. 173, 200 ΑΚ), οδηγούν στα εξής: Οι πράξεις και παραλείψεις του Μολδαβικού Δημοσίου που συνιστούν "αυθαίρετη καταγγελία", δηλ. "εμποδίζουν την κανονική λειτουργία της επένδυσης" (όρος 8.6 ασφαλιστηρίου) πρέπει α) να προκάλεσαν αιτιωδώς, ευθέως, αμέσως και αποκλειστικώς πτώχευση ή συνομολόγηση εξώδικου συμβατικού διακανονισμού ... .

Και (β) να ακολούθησε η ρευστοποίηση του αλλοδαπού φορέα με απώλεια ολική ή μερική του ασφαλισμένου κεφαλαίου. Τα δύο ως άνω γεγονότα αποτελούν αυτοτελείς και αναγκαίες προϋποθέσεις για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, διότι αποτελούν δικλείδες ασφαλείας που καθιστούν αμετάκλητη την απώλεια του επενδυμένου κεφαλαίου.

Ωστόσο, από καμία διάταξη του ασφαλιστηρίου δεν προκύπτει, ούτε ευθέως ούτε ερμηνευτικώς, ότι τα γεγονότα αυτά έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί στη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης ή σε χρονικό διάστημα που να απέχει μέχρι 12 μήνες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο. Είναι σαφές, ότι ως χρόνος επέλευσης του κινδύνου, κατά τον υπ' αριθ. 2.α ειδικό όρο του ασφαλιστηρίου, ορίστηκε η λήξη του 12μήνου που αρχίζει από την ημερομηνία, οπότε εξέλιπε ο έλεγχος της επένδυσης ή του αλλοδαπού φορέα στη χώρα υποδοχής.

Αυτή η "απώλεια ελέγχου" είναι το κρίσιμο ουσιαστικό κριτήριο, η οποία άλλωστε αναγκαστικά προηγείται χρονικά τόσο της πτώχευσης, συμβιβασμού κλπ., όσο και της ρευστοποίησης του αλλοδαπού φορέα. Και ναι μεν τα δύο τελευταία γεγονότα αποτελούν όρους του ενεργού και προϋποθέσεις καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, διότι τότε οριστικοποιείται η πλήρης απώλεια του επενδυμένου κεφαλαίου, δεν είναι όμως δυνατόν να απαιτείται να έχουν προκληθεί και δη να έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, αφού, κατά την κοινή εμπειρία, πρόκειται για μακροχρόνιες διαδικασίες στη χώρα υποδοχής, η επίσπευση ή ολοκλήρωση των οποίων δεν εξαρτάται από τη θέληση του ασφαλισμένου.

Η δε περίοδος των 12 μηνών που μεσολαβεί μεταξύ της "απώλειας ελέγχου" και του χρόνου "επέλευσης του κινδύνου" δεν έχει την έννοια του απώτατου χρονικού ορίου εκπλήρωσης των προϋποθέσεων αυτών, κάτι που θα ήταν απολύτως μη ρεαλιστικό (στην περίπτωση π.χ. που η "απώλεια ελέγχου" επισυνέβαινε τις τελευταίες ημέρες της ασφαλίσεως), αλλά αποτελεί ασφαλές κριτήριο οριστικότητας της επέλευσης του κινδύνου, η "απώλεια ελέγχου" δηλονότι δεν πρέπει να είναι προσωρινή, αλλά να διατηρείται καθ' όλη τη διάρκεια αυτού του δωδεκαμήνου, ώστε να πιστοποιηθεί ότι ο κίνδυνος επήλθε οριστικά.

Συνακόλουθα τούτων αποδείχθηκε, ότι επήλθε στην κρινόμενη περίπτωση, ο ασφαλισμένος κίνδυνος σύμφωνα με τον γενικό όρο 8.6 του ασφαλιστηρίου, τον οποίο η ενάγουσα γνωστοποίησε εμπροθέσμως και νομοτύπως συμμορφούμενη με τους σχετικούς λοιπούς όρους, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, και συνεπώς αυτή έχει αξίωση αποζημιώσεως για την κάλυψη της ζημίας που υπέστη συνισταμένης της ζημίας της στο απολεσθέν ποσό της συμμετοχής της, κατά ποσοστό 39%, στο μετοχικό κεφάλαιο της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α.

μείον 3.034.500 δολαρίων ΗΠΑ. Σύμφωνα δε με τον γενικό όρο 10 του ασφαλιστηρίου υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη σε ποσοστό 75% των παραπάνω απολεσθέντος κεφαλαίου, ήτοι (3.034.500 Χ 75% =) 2.275.875 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο, μετατρεπόμενο κατά τους γενικούς όρους 20 και 22 του ασφαλιστηρίου, ανέρχεται σε 1.911.735 ευρώ, κονδύλιο, για το οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή".

Όμως, οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αξιολογούνται ως ανεπαρκείς, ως προς την έκταση της ζημίας που υπέστη η αναιρεσίβλητη, λόγω της απώλειας του ελέγχου της επενδύσεως που είχε ασφαλισθεί, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ αρχικώς δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από την πώληση των 2.940 κοινών μετοχών της εταιρίας ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., που της ανήκαν, μόνο εάν οι μετοχές της τελευταίας αυτής εταιρίας πωλούνταν σε τιμή πολύ ανώτερη των 16.000.000 δολαρίων Η.Π.Α.

και εφόσον η Ευρωπαϊκή Τράπεζα θα ελάμβανε το ποσό των 15.296.339 δολαρίων Η.Π.Α., στη συνέχεια δέχεται ότι η εταιρεία ΤΕRΜΙΝΑL S.Α. πώλησε και παρέδωσε, στις 3.8.2005, τις εγκαταστάσεις του έργου στην εταιρεία ΑΖΕRTRΑΝS, αντί τιμήματος 12.800.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς να προσδιορίζει, όπως όφειλε, και το τίμημα πωλήσεως των μετοχών της ΤΕRΜΙΝΑL S.Α., για να είναι δυνατόν να κριθεί, εάν ο αναιρεσείων υποχρεούται σε αποζημίωση, και μέχρι ποίου ποσού, λόγω επελεύσεως του καλυπτόμενου κινδύνου της αυθαίρετης καταγγελίας και της μερικής ή ολικής, μετά από αυτά, απώλειας του ασφαλισμένου κεφαλαίου.

Συνεπώς, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γι' αυτό και ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Επειδή, ακολούθως, παρελκούσης της έρευνας των άλλων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580§3 του ΚΠολΔ. Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε, θα καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6.310/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου. 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ