Legislator Case Law & Legislation
1017/2010 AI generated

1017/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1017/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 227/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1017/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν δε σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνου που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Keywords

AI generated
treasury bill promotion of home ownership authorization to levy debt enforcement government bond ratification of settlement proof of ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1017 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1017/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπα-νικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., που διαμένει στο Δήμο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 227/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 9 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. .../13 Απριλίου 2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ... με τις κάτω από αυτή με την ίδια ημερομηνία δύο βεβαιώσεις του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Ο τελευταίος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως, διεπόμενη από το άρθ. 361 του ίδιου κώδικα, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης, ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων, δεσμευτικά για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 του ΑΚ αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη, κατ` αρχή άτυπα, και ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θελήσουν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία.

Εάν δε σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνου που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται όπως προεκτέθηκε και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Δυνάμει του υπ' αριθ. .../27.9.1993 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Δημητρίου Γιώρτσου, ο ενάγων διόρισε γενικό και ειδικό πληρεξούσιό του και διαχειριστή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του τον εναγόμενο, λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε στο πρόσωπό του, προκειμένου αυτός να διεκπεραιώνει υποθέσεις του (ενάγοντος) δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν από πολλών ετών μόνιμος κάτοικος ... .

Ανάμεσα στις ειδικές εντολές που χορήγησε ο ενάγων στον εναγόμενο με το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ήταν και η εντολή να αντιπροσωπεύει αυτόν (ενάγοντα) σε κάθε τραπεζική του συναλλαγή και κυρίως να αναλαμβάνει χρήματα από τους υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμούς σε συνάλλαγμα και από τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό ταμιευτηρίου, που τηρούσε ο ενάγων στην Εθνική Τράπεζα, προκειμένου να εξοφλεί διάφορες οφειλές και υποχρεώσεις που θα ανέκυπταν κυρίως κατά τη διάρκεια εργασιών ανέγερσης οικοδομής του ενάγοντος στην ... . Τον Αύγουστο του 1999 ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να του αποδώσει λογαριασμό των ποσών που ανέλαβε από τους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς του και των ποσών που πλήρωσε σε τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό του, οπότε διαπιστώθηκε έλλειμμα ποσού 50.000.000 δρχ.

περίπου. Ο εναγόμενος μετά από συνεχείς προφάσεις, αναβολές και ματαιώσεις των συναντήσεών του με τον ενάγοντα και μετά τη δήλωση του τελευταίου ότι θα καταφύγει στον Εισαγγελέα, παραδέχθηκε ότι από τα τέλη Οκτωβρίου 1995, προκειμένου να καλύψει προσωπικές του ανάγκες, είχε προβεί σε ανάληψη ποσού 45.000.000 δρχ., το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει στον ενάγοντα.

Προς τούτο υπογράφηκε το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από 1-12-1999 ιδιωτικό έγγραφο, με το οποίο ο εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή των χρημάτων που είχε αναλάβει από τους προαναφερόμενους λογαριασμούς και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 45.000.000 δρχ. σε επτά (7) ετήσιες δόσεις και ειδικότερα 3.000.000 δρχ.

στις 31.10.2000 και από 7.000.000 δρχ. στις 31.10.2001, 31.10.2002, 31.10.2003, 31.10.2004, 31.10.2005 και 31.10.2006, αντίστοιχα. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα και σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ και τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, το δικαστήριο κρίνει ότι η βούληση των διαδίκων (η οποία ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του AK) ήταν να καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή απαλλαγμένη από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας και μάλιστα σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους και δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση της υπάρχουσας ήδη ενοχής, όπως αβάσιμα ο εναγόμενος υποστηρίζει.

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά παράβαση της σύμβασης αναγνωρίσεως χρέους δεν κατέβαλε μέχρι την άσκηση της αγωγής (Μάρτιος 2004) τις οφειλόμενες δόσεις ή 70.432,87 € (και όχι ποσό 90.975,79 € που ζητεί ο ενάγων, καθώς κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η δόση των 7.000.000 δρχ. που ήταν καταβλητέα στις 31.10.2004 δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή), τις οποίες όφειλε να καταβάλει σε δήλη ημέρα και συγκεκριμένα 3.000.000 δρχ.

στις 31.10.2000 και από 7.000.000 δρχ. στις 31.10.2001, 31.10.2002, και 31.10.2003. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλλει στον ενάγοντα από τη παραπάνω αιτία (της αιτιώδους αναγνώρισης) το ως άνω ποσό των 70.432,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας πληρωμής κάθε επί μέρους δόσης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής που εφάρμοσε. Περαιτέρω το ίδιο Δικαστήριο με τη δοθείσα κατά τα ανωτέρω ερμηνεία της σύμβασης δεν παραβίασε ούτε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.) στους οποίους και προσέφυγε αφού διαπίστωσε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση την ύπαρξη κενού σχετικά με το είδος της συμβάσεως που κατάρτισαν οι διάδικοι με το από 1-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Επομένως οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος και δεύτερος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του ΚΠολΔ. Εξάλλου "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., η λήψη ή μη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Στη προκείμενη περίπτωση στο δικόγραφο της αγωγής την οποία και δέχθηκε το Εφετείο και ως ουσιαστικά βάσιμη περιλαμβάνονται σ'αυτή κατ'εκτίμηση τα πραγματικά περιστατικά συνάψεως αιτιώδους αναγνώρισης χρέους μεταξύ των διαδίκων με το από 1-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό με βάση την οποία (σύμβαση) ο εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του που προερχόταν από την εκ μέρους αυτού γενομένη ανάληψη από τους λογαριασμούς του ενάγοντος από του έτους 1995 και εντεύθεν και διάθεση χωρίς δικαίωμα για κάλυψη προσωπικών του αναγκών, χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 45.000.000 δρχ.

και ανέλαβε την υποχρέωση της εξοφλήσεως σε επτά ετήσιες δόσεις. Κατ' ακολουθίαν οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση κατ' εκτίμηση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε χωρίς να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη γενόμενη δεκτή από αιτιώδη αναγνώριση βάση, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ο τρίτος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη οι εις τον λόγο αυτό αναφερόμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν διαφορετικές βάσεις (από αδικοπραξία και από αδικαιολόγητο πλουτισμό) είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών εκ μέρους του δικαστηρίου, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 της ΚΠολΔ 559 αλλά για υπαγωγή στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου των προταθέντων από τον ενάγοντα πραγματικών περιστατικών.

Τέλος, αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθόσον με βάση τα δεκτά ως άνω γενόμενα το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. που εφάρμοσε αφού δεν αρκέστηκε τούτο για την εφαρμογή της σε στοιχεία λιγότερα από όσα η διάταξη αυτή απαιτεί αλλά ούτε και τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ καθόσον ουδόλως στερήθηκε ο εναγόμενος αναιρεσείων του δικαιώματος άμυνας και υπεράσπισής του.

Ο τελευταίος (έκτος) λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αλυσιτελής διότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως τελεσίδικη είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2 περ.α' του Κ.Πολ.Δ. εκτελεστή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 227/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ