1017/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1017/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτός κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) έναν αγρό, εμβαδού 7,285 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματικής περιοχή ..., στην θέση "..., με αριθμό τεμαχίου ..., β) έναν αγρό, εμβαδού 10.720 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια κτηματική θέση "...", γ) ένα οικόπεδο εμβαδού 1.044 τ.μ.
Full text
Απόφαση 1017 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1017/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Διαμαντόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλαϊτζίδη και ο 2ος και 3ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 303/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 2-2-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 1710 παρ. 2, 1825 έως 1827, 1829, 1846 έως 1851 και 1857 του ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι η από την παράβαση του δικαίου της νόμιμης μοίρας ακυρότητα της διαθήκης είναι σχετική, έχοντας ταχθεί μόνο υπέρ του μεριδούχου, ο οποίος, αν παραβιάστηκε με τη διαθήκη η νόμιμη μοίρα του, με την ολοσχερή παράλειψή του ή την κατάλειψη σ' αυτόν μέρους μόνο αυτής, ή με την κατάλειψη ολόκληρης ή μέρους της νόμιμης μοίρας του αλλά υπό περιορισμούς, δικαιούται, ακόμη και μετά την πάροδο της προς αποποίηση της κληρονομίας προθεσμίας, οπότε θεωρείται ότι αμετακλήτως αποδέχτηκε την κληρονομιά ως προς το καταλειφθέν, να παραιτηθεί από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του ως προς ολόκληρο ή το μέρος που λείπει, εκτός αν εκδήλωσε προηγουμένως αντίθετη βούληση, και να λάβει έτσι, αντί του θεσπιζόμενου με το νόμο, μόνον, ότι καταλείφθηκε σ' αυτόν με τη διαθήκη, έτσι ώστε να παραμένει ισχυρή η με αυτήν εγκατάστασή του, παρά το ότι με αυτήν προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα του.
Η παραίτηση αυτή, η οποία δεν συνιστά αποποίηση της κληρονομιάς, υπό την έννοια του άρθρου 1847 ΑΚ, ή εκποίηση αυτής αλλά αποτελεί παραίτηση από το δικαίωμα προς επίκληση της σχετικής ακυρότητας της διαθήκης, δηλαδή νομικό γεγονός που επάγεται απώλεια του δικαιώματος τούτου, μπορεί να γίνει, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και με άτυπη, μονομερή, μη απευθυντέα προς άλλον δήλωση βουλήσεως, είτε ρητή είτε σιωπηρή, συναγόμενη δηλαδή συμπερασματικώς από πράξεις που εμφαίνουν βούληση παραιτήσεως και αν ακόμη περιλαμβάνονται στην κληρονομιά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβιβάσεως των οποίων απαιτείται να γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (Ολ.
ΑΠ 935/1975). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα. Στην υπόθεση που κρίνεται όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 303/2007 απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής, αναφορικώς με την ένσταση των εναγομένων περί παραιτήσεως της ενάγουσας από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας επί της κληρονομιάς του διαθέτη Θ1, "O Θ1, σύζυγος από δεύτερο γάμο της ενάγουσας, πατέρας του πρώτου εναγομένου και πάππος του δευτέρου και του τρίτου εναγομένου, απεβίωσε στις 8-6-1989.
Αυτός κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) έναν αγρό, εμβαδού 7,285 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματικής περιοχή ..., στην θέση "..., με αριθμό τεμαχίου ..., β) έναν αγρό, εμβαδού 10.720 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια κτηματική θέση "...", γ) ένα οικόπεδο εμβαδού 1.044 τ.μ.
περίπου, με παλαιά οικία εμβαδού 55 τ.μ. και αποθήκη εμβαδού 66 τ.μ. και δ) μία μηχανή πορίσματος. Με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Παναγιώτη Τσιούλη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 205/6-7-1989 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας εγκατέστησε κληρονόμους του:
α) τη σύζυγο του Χ1 (ενάγουσα), στην οποία κατέλειπε την επικαρπία εφ' όρου ζωής του υπό στοιχείο α' ακινήτου, β) τον γιο του Ψ1, τέκνο από τον πρώτο γάμο του (πρώτο εναγόμενο), στον οποίο κατέλειπε την επικαρπία εφ' όρου ζωής του υπό στοιχείο β' ακινήτου, γ) τον εγγονό του Ψ2 (δεύτερο εναγόμενο), στον οποίο κατέλειπε την ψιλή κυριότητα του υπό στοιχείο α' ακινήτου και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχείο γ' ακινήτου και δ) τον εγγονό του Ψ (τρίτο εναγόμενο), στον οποίο κατέλειπε την ψιλή κυριότητα του υπό στοιχείο β' ακινήτου και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχείο γ' ακινήτου.
Το περιεχόμενο της διαθήκης έγινε γνωστό στους ενδιαφερομένους αμέσως μετά τη σύνταξή της, γιατί ο διαθέτης το είχε ανακοινώσει σ' αυτούς. Η σύζυγος του (ενάγουσα) ήταν σύμφωνη με αυτό και δεν αντέδρασε ούτε όσο εκείνος ζούσε ούτε μετά το θάνατό του. Αυτή παρέλαβε την επικαρπία του υπό στοιχείο α' αγρού και θεωρούσε τον εαυτό της ικανοποιημένο από την καταληφθείσα επικαρπία του ακινήτου, καθώς επίσης από τη διατήρηση στην κατοχή της μιας μηχανής ποτίσματος, αξίας 1000 ευρώ περίπου, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, που δεν είχε μνημονευθεί στη διαθήκη και από την ανάληψη ποσού 4.402 ευρώ περίπου από κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Για την ύπαρξη της μηχανής ποτίσματος και τη διατήρηση της κατοχής αυτής από την ενάγουσα και των χρημάτων σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό ποσού 1.500.000 δραχμών (4.402 ευρώ) περίπου και την ανάληψη αυτών από την τελευταία σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρος ..., η οποία δεν αποκρούεται από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Άλλωστε συνομολογείται ότι στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβανόταν και μια μηχανή ποτίσματος, την οποία κατέχει η ενάγουσα, καθώς επίσης ότι σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό υπήρχε κατάθεση χρηματικού ποσού, το οποίο ανελήφθη από την ενάγουσα χωρίς να προκύπτει η μεταξύ των συνδικαιούχων εσωτερική σχέση, ανεξαρτήτως του ότι εξαιρείται της κληρονομιάς και δεν καταλογίζεται στη νόμιμη μοίρα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Η ενάγουσα από το θάνατο του συζύγου της (8-6-1989) παρότι οι εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν στα κληρονομιαία ακίνητα, ουδέποτε προέβαλε αξίωση νόμιμης μοίρας ή εκδήλωσε αντίθετη βούληση, μέχρι την άσκηση της αγωγής (14-3-2003), δηλαδή επί 13 έτη περίπου. Τα ανωτέρω υποδηλώνουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα, η οποία είχε πράγματι δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά του συζύγου της, αφού η εγκατάστασή της στην επικαρπία του ακινήτου, που εκείνος κατέλειπε σ' αυτήν δεν εξαντλούσε το κληρονομικό της δικαίωμα ως μεριδούχου, παραιτήθηκε σιωπηρώς από το δικαίωμα αυτό έναντι των εναγομένων, με τον τρόπο και τους λόγους που προαναφέρθηκαν".
Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση της πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη περί κλήρου αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα, κατά το ελλείπον ποσοστό της νόμιμης μοίρας της, επί της αναφερομένης κληρονομιάς, κατά παραδοχή της πιο πάνω περί παραιτήσεως από το δικαίωμα της αυτό ενστάσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της σιωπηρής παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της και έτσι ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν περιέχει αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τα αναγκαία για την απόρριψη της αγωγής της περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, δέχθηκε χωρίς απόδειξη, α) ότι η αξία μηχανής ποτίσματος, που περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία και κατείχε αυτή (αναιρεσείουσα), ανερχόταν σε 1.000 ευρώ, ενώ αυτή είχε αξία 600 ευρώ, και β) ότι η ίδια ανέλαβε από κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε με το σύζυγό της - διαθέτη, ποσό 4.402 ευρώ, ενώ στον λογαριασμό αυτό κατέθετε και η ίδια διάφορα χρηματικά ποσά.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 303/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ