1017/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 508/2002 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2003 αίτησή της και τους από 14/12/2004 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1017/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της Σ.Σ.Ε., οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε. που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1017 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1017/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ και 2. Ζ, από τους οποίους ο μεν 1ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ο δε 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 508/2002 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2003 αίτησή της και τους από 14/12/2004 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/2/2005 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ε. Σταυρουλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναίρεσης, πρώτου του κυρίου δικογράφου και μόνου του προσθέτου δικογράφου και την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσίβλητου, ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, άρα και με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και επιφέρει αναδρομικώς την κατάργηση της δίκης, χωρίς την έκδοση αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε νομοτύπως από το δικόγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 4759/10-1-2005 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πάτρας ..., επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δηλαδή τριάντα μέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 22-2-2005, στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Επομένως, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη.
Από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 «Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση. Διαδοχή Σ.Σ.Ε. υπάρχει όταν νεότερη χρονικά Σ.Σ.Ε. αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος.
Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ ή νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Κατά συνέπεια νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.
Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της Σ.Σ.Ε., οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε. που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Για να καταστεί όμως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ.
Περαιτέρω με την από 10-5-1996 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος εργοδότη Ο.Τ.Ε. αφενός και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ' αυτόν Ο.Μ.Ε. – Ο.Τ.Ε. – μέλος της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος – αφετέρου, ορίσθηκε στο άρθρο 44 αυτής ότι «Στα πλαίσια της πολιτικής ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού του Οργανισμού συμφωνείται να δοθούν κίνητρα εθελουσίας εξόδου στο προσωπικό ως ακολούθως:
α) Στο προσωπικό, που θεμελιώνει δικαίωμα απόλυσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και των Ε.Σ.Σ.Ε. και απολύεται με αίτηση του, καταβάλλεται πρόσθετη αποζημίωση λόγω απολύσεως ίση με τις τακτικές αποδοχές 4, 6, 8, και 10 μηνιαίων τακτικών μισθών υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος από την ημερομηνία υποχρεωτικής απόλυσης του λόγω 35ετίας ή ορίου ηλικίας κατά τα ισχύοντα είναι αντίστοιχα 1, 2, 3, 4 και άνω πλήρη έτη (12μηνα)».
Με την επακολουθήσασα από 23-5-1996 επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ των ιδίων παραπάνω εργοδότη και συνδικαλιστικής οργάνωσης, προστέθηκαν στο τέλος της παραπάνω παραγράφου α' του άρθρου 44 της από 10-5-1996 Ε.Ε.Σ.Ε., τα εξής «Διευκρινίζεται ότι στους ανωτέρω μισθούς δεν περιλαμβάνεται αναλογία επιδομάτων Χριστουγέννων – Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών, εξαιρεσίμων κ.λ.π.».
Με την τελευταία αυτή διάταξη τροποποιήθηκε η παράγραφος α' του άρθρου 44 της προγενέστερης από 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. και ορίσθηκε ότι η πρόσθετη αποζημίωση που καταβάλλεται στους αποχωρούντες μισθωτούς του Ο.Τ.Ε., λόγω εθελουσίας εξόδου θα προσδιορίζεται με βάση τους βασικούς μισθούς αυτών και δεν θα συνυπολογίζεται προς καθορισμό του ύψους αυτής η αναλογία των επιδομάτων Χριστουγέννων – Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών εξαιρεσίμων κ.λ.π.
Η νέα αυτή διάταξη είναι ισχυρά και υπερισχύει της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 44 παρ. α' της από 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε., εφόσον η τελευταία δεν είχε καταστεί κατά τον ως άνω τρόπο όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου το έτος 1971 και εργαζόταν σ' αυτήν ως υπάλληλος. Το έτος 2000 αποχώρησε από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση, που προβλέπεται από το άρθρο 19 παρ. 1 του ΓΚΠ/ΟΤΕ.
Η αναιρεσείουσα όμως του κατέβαλε την πρόσθετη αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 44 παρ. α' της από 10-5-1996 ΕΕΣΕ μειωμένη, διότι δεν υπολόγισε σ' αυτήν την αναλογία των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και κανονικής αδείας, επικαλούμενη το άρθρο 3 της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ. Και περαιτέρω δέχθηκε ότι η εν λόγω διάταξη της από 23-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε.
είναι ανίσχυρη, γιατί παραβαίνει τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, αφού εισάγει δυσμενέστερους όρους για τους εργαζομένους και είναι αντίθετη με τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955 και συνεπώς για τον προσδιορισμό της άνω πρόσθετης αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου πρέπει να συνυπολογισθεί και η αναλογία των παραπάνω επιδομάτων.
Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, και χωρίς να δεχθεί ότι οι διατάξεις της από 10-4-1996 ΣΣΕ είχαν καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε το ν. 1876/1990 και την κανονιστική διάταξη του άρθρου 3 της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ, αφού η διάταξη αυτή δεν είναι ερμηνευτική αλλά τροποποιητική της διάταξης του άρθρου 44 παρ.
α' της προηγούμενης από 10-5-1996 ΕΣΣΕ και είναι κατά τούτο ισχυρή. Επομένως είναι βάσιμοι οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως, πρώτος του κυρίου δικογράφου και μόνος του προσθέτου δικογράφου και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον αναιρεσίβλητο Ζ, ως προς τον οποίο και είχε γίνει δεκτή η αγωγή με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η έφεση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον αναιρσείβλητο Χ όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο διατακτικό της οποία αναφέρεται από προφανή παραδρομή ότι η έφεση απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν και άρα έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο Χ), να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.
Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Συνεπώς το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα για την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει σ' αυτήν το ποσόν των 2.344,33 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αυτόν, σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 30-1-2006 και έτσι η αίτηση αυτή είναι νόμιμη κατά την ανωτέρω διάταξη. Περαιτέρω από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα από 18-12-2001 έγγραφες αποδείξεις, αποδεικνύεται ότι στον αναιρεσίβλητο έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, το καθαρό συνολικό ποσόν των 798453 δραχμών, ήτοι 2344,33 ευρώ, που δεν αμφισβητεί ο τελευταίος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα (ΟΤΕ), νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ.
Αναιρεί την 508/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ως προς τον αναιρεσίβλητο Ζ.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.344,33) νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ