Supreme Court dismisses appeal on maritime carrier liability for fire, upholding 'own fault' principle under Athens Convention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment of the Piraeus Court of Appeal regarding liability for a fire on a ship. The appellants argued for a direct violation of the Athens Convention, but the court found the lower court correctly applied the 'own fault' rule based on proven facts. The court ruled that the first carrier failed to take reasonable measures to prevent the fire, establishing its own liability and absolving the others.
Legislator headnote
AI generatedArticles 138 of the Athens Convention; The court held that a maritime carrier is liable for damage caused by a fire if it failed to take reasonable measures to prevent or limit it, establishing the principle of 'own fault' without requiring proof of specific negligence by other parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1016 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1016/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία «Κ. Α. Α..Ε.. - S. E. (H.) I. & «Σ., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Α. Ν. Ε. Κ. Α..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο «Α. Α..Ε.., που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία «S. E. (H.) «I., που εδρεύει στην ... διατηρεί γραφείο στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σωτηριάδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «D. T. B..V.. που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «D. T. «Ε. («Δ. Τ. Μ.. «Ε.) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Σ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αθανασόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 920/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7/6/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 7.6.2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 219/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Η διεθνής μεταφορά επιβατών διέπεται στην Ελλάδα από τη Διεθνή Σύμβαση των Αθηνών της 13ης Δεκεμβρίου 1974 "Σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους", όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της 19ης Νοεμβρίου 1976 και το Πρωτόκολλο της 1ης Νοεμβρίου 2002, που κυρώθηκαν με τους ν. 1922/1991 (ΦΕΚ Α' 15/15-2-1991) και 4195/2013 (ΦΕΚ Α' 211/10-10-2013), αντίστοιχα, καθώς και από τον Κανονισμό (ΕΚ) 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 "σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος", ο οποίος, με βάση το άρθρο 2, ισχύει από την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι από την 29η-5-2009, η δε εφαρμογή του αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης των Αθηνών, όσον αφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι όμως αργότερα από την 31η-12-2012.
Ειδικότερα, ο παραπάνω Κανονισμός θεσπίζει -μεταξύ άλλων- το ενωσιακό καθεστώς σχετικά με την ευθύνη και την ασφάλιση για τις θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, όπως ορίζουν οι συναφείς διατάξεις α) της Σύμβασης των Αθηνών του 1974 σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο του 2002 και β) των επιφυλάξεων και των κατευθυντήριων γραμμών του διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) για την εφαρμογή της Σύμβασης των Αθηνών, που υιοθέτησε η νομική επιτροπή του ΙΜΟ στις 19-10-2006 (άρθρο 1 παρ. 1).
Ο Κανονισμός (και η με αυτόν διαμορφούμενη Σύμβαση των Αθηνών, καλούμενη εφεξής "Σύμβαση Αθηνών 2002") εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, σε οποιαδήποτε διεθνή μεταφορά, κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 9 της άνω Σύμβασης, δηλαδή, σε κάθε μεταφορά, της οποίας, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη ή σε ένα μόνο κράτος, εάν, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς ή το προγραμματισμένο δρομολόγιο, υπάρχει ενδιάμεσο λιμάνι προσέγγισης σε άλλο κράτος, εφόσον α) το πλοίο φέρει σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος ή β) η σύμβαση μεταφοράς έχει συναφθεί σε κράτος μέλος ή γ) ο τόπος αναχώρησης ή προορισμού, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, βρίσκεται σε κράτος μέλος.
Κατά ρητή πρόβλεψη του Κανονισμού, το καθεστώς ευθύνης ως προς τους επιβάτες, τις αποσκευές τους και τα οχήματά τους διέπεται από τον Κανονισμό, καθώς και από τα άρθρα 1 και 1α, 2 παρ. 2, 3 έως 16, 18, 20 και 21 της Σύμβασης που παρατίθενται στο παράρτημα Ι και τις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών του ΙΜΟ που παρατίθενται στο παράρτημα
ΙΙ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 της άνω σύμβασης "Αποσκευές" σημαίνει : " Κάθε αντικείμενο ή όχημα, που μεταφέρεται από το μεταφορέα βάσει συμβάσεως μεταφοράς, με εξαίρεση α) τα αντικείμενα και οχήματα, που μεταφέρονται βάσει ναυλοσυμφώνου, φορτωτικής ή άλλης σύμβασης που αφορά πρωταρχικά τη μεταφορά αγαθών και β) τα ζώντα ζώα", ενώ στη αυτή παράγραφο (5η) εδ.
α του Κανονισμού (Παράρτημα Ι), μετά το κυρωθέν με τον ν. 4195/2013 πρωτόκολλο, κατ' εξαίρεση, δεν αποτελούν αποσκευές και, κατά συνέπεια, δεν καλύπτονται από αυτή (Σύμβαση των Αθηνών 2002), τα αντικείμενα και τα οχήματα, που μεταφέρονται από το μεταφορέα, βάσει ναυλοσυμφώνου, φορτωτικής ή άλλης σύμβασης, που αφορά, πρωταρχικά, στη μεταφορά αγαθών.
Ως αποσκευές νοούνται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, τα συσκευασμένα (σε σάκους ταξιδιωτικούς, βαλίτσες κλπ) αντικείμενα, που συνοδεύουν τον επιβάτη και προορίζονται για την προσωπική του χρήση (ΑΠ 376/2008) και συνεπώς, η μεταφορά φορτηγών δημοσίας χρήσεως και του φορτίου ενός εκάστου εξ αυτών δεν εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Αθηνών και του Κανονισμού για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα επιβατών σε περίπτωση ατυχήματος, για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη και την απώλεια ή ζημία των αποσκευών του (ΑΠ 282/2022, ΑΠ 738/2009, ΑΠ 1326/2008).
Από τις εξαιρέσεις δε, αυτές, συνάγεται ο παρεπόμενος χαρακτήρας της μεταφοράς των αποσκευών σε σχέση με τη σύμβαση μεταφοράς του επιβάτη. Δοθέντος, όμως, ότι η ως άνω Σύμβαση δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση της σύμβασης μεταφοράς στο σύνολό της, αλλά αποκλειστικό αντικείμενό της είναι η ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη και την απώλεια ή ζημία των αποσκευών του, για την πλήρωση των κενών που ανακύπτουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και, όταν αυτό είναι το ελληνικό, οι διατάξεις του ΚΙΝΔ και του ΑΚ.
2. Κατά το αστικό και εμπορικό δίκαιο, όπως γινόταν δεκτό και πριν τον ν. 4072/2012, που προχώρησε σε συγκεκριμένη πλέον ρύθμιση της κοινοπραξίας, που συνιστά εμπορική συνεργασία δύο ή περισσοτέρων προσώπων, ο χαρακτήρας της τελευταίας καθοριζόταν από τον σκοπό της. Έτσι επρόκειτο για αστική εταιρία, διεπόμενη από τα άρθρα 741 ΑΚ, εάν ο σκοπός της δεν ήταν εμπορικός (π.χ.
σύστασή της απλώς για την ανάληψη έργου, όχι όμως για την κατασκευή του). Εάν ο σκοπός της ήταν εμπορικός, δηλαδή η εκτέλεση αντικειμενικά εμπορικής πράξεως ή πράξεων, όπως η εκτέλεση έργου ή η παροχή υπηρεσιών τρίτων, αυτή υπαγόταν αναγκαίως σε ένα από τους τύπους του κλειστού αριθμού εταιριών του εμπορικού δικαίου.
Εφόσον το καταστατικό της είχε δημοσιευθεί, αυτή υπαγόταν σε ένα από αυτούς στους τύπους αναλόγως του περιεχομένου του, ενώ, εάν αυτό δεν είχε δημοσιευθεί, και εμφανιζόταν προς τους τρίτους με επωνυμία, που περιελάμβανε τα ονόματα ή επωνυμίες των μελών της, δηλαδή επ' ονόματι και για λογαριασμό όλων των εταίρων, επρόκειτο περί ομόρρυθμης εταιρίας εν τοις πράγμασι, με συνέπεια να εφαρμόζεται επ' αυτής το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση (ΑΠ 1608/2006), μεταξύ δε όλων των σχετικών διατάξεων και η εις ολόκληρον ευθύνη των αναφερόμενων στην επωνυμία της μελών (ΟλΑΠ 22/1998, ΑΠ 192/2021, ΑΠ 36/2011).Ήδη δε με το άρθ. 293 του ν. 4072/2012, που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 294 αυτού και επί υφιστάμενων εταιριών που δεν τελούν σε εκκαθάριση ή πτώχευση, ο νομοθέτης προχώρησε σε αναλυτικότερη ρύθμιση των ζητημάτων, τα οποία προκύπτουν από την όλο και συχνότερη εμφάνιση των κοινοπραξιών στις συναλλαγές, ακολουθώντας ουσιαστικά την αντιμετώπιση που είχε υιοθετηθεί από τη νομολογία.
Σύμφωνα με το αμέσως προαναφερόμενο άρθρο η κοινοπραξία είναι εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία όμως αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα εφόσον καταχωρηθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. ή εμφανίζεται προς τα έξω. Εάν ο σκοπός της εξαντλείται απλώς στον συντονισμό της δραστηριότητας των μελών της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αστική εταιρία, ενώ, εάν ασκεί εμπορική δραστηριότητα, εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρία (ΑΠ 192/2021).
Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 293 ν. 4072/2012 συνάγεται ότι για την ευθύνη των μελών της κοινοπραξίας που ασκεί εμπορική δραστηριότητα και της οποίας τα μέλη μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που διέπουν την ευθύνη των μελών της ομόρρυθμης εταιρείας.
Επομένως, τα μέλη μιας τέτοιας κοινοπραξίας ευθύνονται αλληλεγγύως, απεριόριστα και εις ολόκληρον, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 249 του ν. 2072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες Ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 86), η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κατά τους ορισμούς του άρθρου 330 αυτού, με τον οποίο ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τις προσωπικές εμπορικές εταιρείες (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη κ.λπ.).
Ειδικότερα, στη παραπάνω διάταξη, που επανέλαβε με νέα διατύπωση την προϊσχύσασα ρύθμιση του άρθρου 22 του Ε.Ν. ορίζεται ότι:"1. Ομόρρυθμη είναι η εταιρεία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό και για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον.
Η παραπάνω διάταξη δεν δημιουργεί ιδία υποχρέωση των προσώπων που έχουν την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας (για όσο χρονικό διάστημα έχουν την ιδιότητα αυτή), για την καταβολή οφειλών της τελευταίας από διάφορες αιτίες, αλλά απλή, πρόσθετη, ευθύνη των προσώπων αυτών, τα οποία ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως με την εταιρεία (δηλαδή με την απειλή μέτρων εκτέλεσης σε βάρος της ατομικής τους περιουσίας) προς πληρωμή της σε βάρος της οφειλής, ενώ ο δανειστής δικαιούται να στραφεί προς ικανοποίησή του μόνο σε βάρος της κοινοπραξίας ή συγχρόνως σε βάρος της κοινοπραξίας και των μελών της ή συγχρόνως σε βάρος της κοινοπραξίας και των μελών της ή και μόνο σε βάρος των μελών της.
Η ευθύνη αυτή των εταίρων αποτελεί ενοχή ex lege αφού πηγή έχει τον νόμο, συνιστά αναγκαστικό δίκαιο (ΑΠ 522/2014, ΑΠ 1205/2001) είναι απεριόριστη, προσωπική και αλληλέγγυα (ΑΠ 154/2018) και για τη θεμελίωσή της προϋποτίθεται : α) ύπαρξη εταιρίας, στην έννοια της οποίας υπάγεται και η de facto ομόρρυθμη εταιρία, δηλαδή εκείνη για την οποία δεν έχουν μεν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας (του άρθρου 251 του Ν 4072/2012:
καταχώρηση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο [ΓΕΜΗ], αφ' ης κτάται η νομική της προσωπικότητα) αλλά έχει αναπτύξει δημόσια δράση, εμφανιζόμενη ως εμπορική στις σχέσεις της με τρίτους και εξομοιούμενη για τον λόγο αυτό νομοθετικά (άρθρο 251 § 3 εδαφ. β του Ν. 4072/2012) με ομόρρυθμη, β) ύπαρξη εταιρικής ιδιότητας κατά τη γέννηση της εταιρικής υποχρεώσεως, ώστε, όταν πρόκειται για αλλοδαπή εταιρία, που εξομοιώνεται με την ομόρρυθμη, να εκλαμβάνονται ως εταίροι οι μέτοχοι και τα μέλη της διοικήσεώς της και γ) ύπαρξη εταιρικών υποχρεώσεων, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται όχι μόνο οι δικαιοπρακτικές, αλλά και οι εξωδικαιοπρακτικές υποχρεώσεις της εταιρίας, δηλαδή εκείνες που προέρχονται από αδικοπραξίες των διαχειριστών της κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ή άλλον, πλην της συμβάσεως, γενεσιουργό λόγο (ΑΠ 261/2001).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 135 ΚΙΝΔ ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημία του φορτίου που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου ως προς την καταλληλότητα προς πλου ή προς διατήρηση του φορτίου, εκτός εάν αγνοούσε το ελάττωμα και δεν μπορούσε να το ανακαλύψει, έστω και καταβάλλοντας την απαιτούμενη επιμέλεια στις συναλλαγές, σε περίπτωση δε που το ελάττωμα δημιουργήθηκε μετά την έναρξη του πλου, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 138.
Το θεσπιζόμενο σύστημα της ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα στα προαναφερθέντα άρθρα 134 και 135 ΚΙΝΔ που περιέχουν εν μέρει διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με αυτήν της άνω Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών, βασίζεται στο τεκμαιρόμενο πταίσμα του οφειλέτη, δηλαδή στην νόθο αντικειμενική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα.
Ειδικότερα, σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την τήρηση της απαιτούμενης επιμέλειας (συνετού εκναυλωτή), κυρίως ως προς τη φόρτωση, τη στοιβασία, τη φύλαξη, την καλή διατήρηση, τη μεταφορά και την εκφόρτωση των μεταφερομένων πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παράδοσής τους στον παραλήπτη.
Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στη συμβατική ευθύνη (αρθ. 330 και 334 του ΑΚ), δηλαδή, ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαρειά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Περαιτέρω, στο άρθρο 138 του ΚΙΝΔ ορίζεται ότι "Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ' αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι' ίδιον αυτού πταίσμα.
Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι' ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαϊάς, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι' ίδιον αυτού πταίσμα".
Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του. Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από το μεταφορέα δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται "ίδιον", δηλαδή, προσωπικό πταίσμα του ή, εφόσον πρόκειται για εταιρεία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκησή της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του.
Για το λόγο αυτό, γίνεται δεκτό, ότι με τη διάταξη αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και, συνεπώς, ο μεταφορέας, για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, ισχυριζόμενος κατ' αντένσταση και αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα-εκναυλωτή.
Η αρχή δε της συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρετικών διατάξεων, όπως η ανωτέρω διάταξη, επιβάλλει να ισχύει το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημία που προκλήθηκε από πυρκαγιά μόνο στην περίπτωση που αυτή (ζημία) αποδίδεται αποκλειστικά στην ύπαρξη "ναυτικού πταίσματος", δηλαδή του πταίσματος του πλοιάρχου ή του πληρώματος περί τη διακυβέρνηση ή το χειρισμό του πλοίου, δηλαδή, για πράξεις, που ανάγονται στις ειδικές τεχνικές γνώσεις και ικανότητες προς διακυβέρνηση και χειρισμό του πλοίου, κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, οι οποίες ενεργούνται προς το συμφέρον του πλοίου και ο μεταφορέας δεν εμπλέκεται προσωπικά ούτε ως ένα ελάχιστο βαθμό, εκτός αν ο ίδιος ενέκρινε τις πράξεις ή παραλείψεις που σχετίζονται με τη "διακυβέρνηση" και το "χειρισμό" του πλοίου ή επωφελήθηκε αυτών (ΑΠ 282/2022) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 192/2019). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αναίρεσης οι αναιρεσείουσες εταιρείες προσάπτουν στη προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υποστηρίζοντας, ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1, 3,8,9 και 14 της Διεθνούς Σύμβασης των Αθηνών μετά των επ' αυτής Πρωτοκόλλων, που αφορούν στην ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα από τη μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, στις οποίες (αποσκευές) περιλαμβάνονται και τα οχήματα, δεν δέχθηκε ότι αυτές εφαρμόζονταν στην προκειμένη περίπτωση, αλλά εφήρμοσε συναφώς τις διατάξεις του ΚΙΝΔ και του ΑΚ, που δεν ήσαν εφαρμοστέες, με συνέπεια να δεχθεί την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ενώ εφαρμόζοντας την Σύμβαση/Κανονισμό (Αθηνών) θα απέρριπτε την αγωγή ή σε κάθε περίπτωση θα είχε περιορίσει το αναγνωριζόμενο ως προς έκαστο των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων χρηματικό ποσό αποζημίωσης, στο σε ευρώ ισόποσο των 12.700 ΕΔΤ/SDR (Special Drawing Rights/ Eιδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ) ανά όχημα.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "... Οι ενάγοντες με τον πρώτο λόγο της Α' έφεσής τους, όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται από το Δικαστήριο, παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνοντας ότι είναι εφαρμοστέα επί της αγωγής τους η Διεθνής Σύμβαση των Αθηνών 2002, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι οι επίδικες συμβάσεις διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς οχημάτων αφορούν πρωτίστως μεταφορές επαγγελματικών φορτηγών οχημάτων-συρμών μετά των φορτίων τους, οι οποίες συμφωνήθηκαν μεταξύ της πρώτης εναγομένης και των ιδίων ως ιδιοκτητών των άνω φορτηγών οχημάτων, προκειμένου τα τελευταία να ταξιδέψουν αυτόνομα δυνάμει συμβάσεων μεταφοράς πραγμάτων, όπως αποδεικνύεται από τις εκδοθείσες σχετικά από την πρώτη εναγόμενη αποδείξεις μεταφοράς οχημάτων και όχι στα πλαίσια συμβάσεων μεταφοράς επιβατών και ως αποσκευές τους, κατά την έννοια της άνω Διεθνούς Σύμβασης ως έχει ενσωματωθεί στον Κανονισμό ΕΚ 392/2009 (Παράρτημα Ι).
Ο άνω λόγος έφεσης, με βάση τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο
ΙΙ άνω νομική σκέψη και τις παραδεκτά επισκοπούμενες στο στάδιο αυτό αποδείξεις μεταφοράς των άνω οχημάτων, κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσία, ενόψει του ότι η άνω Διεθνής Σύμβαση ρυθμίζει την ευθύνη του μεταφορέα για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη ή της απώλειας ή ζημίας των αποσκευών του (ΑΠ 376/2008, ΑΠ 1326/2008, ΕφΠειρ. 738/2009) εν προκειμένω δε, τα φορτηγά οχήματα των εναγόντων (ελκυστήρες και ρυμουλκούμενα επικαθήμενα ψυγεία) εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 5α της άνω Διεθνούς Σύμβασης (Κανονισμός ΕΚ 392/2009/Παράρτημα Ι) κατά το οποίο δεν αποτελούν αποσκευές (και κατά συνέπεια δεν καλύπτονται από την άνω Σύμβαση) τα πράγματα ή τα οχήματα που μεταφέρονται με σύμβαση ναύλωσης που αποδεικνύεται με ναυλοσύμφωνο ή σύμβαση μεταφοράς που αποδεικνύεται με φορτωτική ή άλλη σύμβαση που αφορά κατά κύριο λόγο τη μεταφορά πραγμάτων.
Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις εκδοθείσες από την πρώτη εναγόμενη αποδείξεις μεταφοράς των επιδίκων οχημάτων (transportation contracts for vehicles) καταρτίστηκαν συμβάσεις που αφορούσαν πρωταρχικά τη μεταφορά των άνω επαγγελματικών φορτηγών οχημάτων των εναγόντων, καθώς ουδόλως αναγράφονται στις αποδείξεις αυτές τα στοιχεία των οδηγών (συνοδών) των οχημάτων, παρά μόνο τα στοιχεία των οχημάτων και των φορτίων τους, ο απαιτούμενος για τη μεταφορά τους ναύλος (στοιχείο ενδεικτικό του αυτοτελούς χαρακτήρα της συγκεκριμένης παροχής του μεταφορέα) καθώς και τα στοιχεία του φορτωτή (shipper) ήτοι των εναγόντων, και συνακόλουθα δεν δύναται να θεωρηθούν τα οχήματα αυτά ως παρακολούθημα (παρεπόμενο) επιβατών προοριζόμενο για προσωπική τους χρήση.
Τούτο άλλωστε, καταδεικνύει και το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν εμφανίζονται ως επιβάτες του άνω πλοίου (πλην των τρίτου και πέμπτου, οι οποίοι φέρονται ως οδηγοί που συνόδευαν μεταφερόμενα φορτηγά οχήματα-συρμούς που τους ανήκαν), καθώς και το γενικότερο πνεύμα της άνω Διεθνούς Σύμβασης για το όριο ευθύνης για απώλεια ή ζημία αποσκευών και οχημάτων, η οποία, για τον περιορισμό του ποσού αποζημίωσης κάθε οχήματος στα 12.700 ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα, ήτοι περίπου στα 15.000 ευρώ με βάση την ισχύουσα ισοτιμία αγοραίας αξίας ειδικού τραβηκτικού δικαιώματος-ευρώ, φαίνεται ότι λαμβάνει υπόψη τη μέση αξία ενός καινούργιου ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι ενός καινούργιου ΔΧΦ οχήματος -συρμού, αποτελούμενου από ελκυστήρα και ρυμουλκούμενο επικαθήμενο όχημα-ψυγείο, του οποίου η μέση αξία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι πολλαπλάσια.
Εξάλλου ενόψει του ότι κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, η καταστροφή των μεταφερομένων φορτηγών οχημάτων τους έλαβε χώρα από υπαιτιότητα του μεταφορέα και των προστηθέντων του, δηλαδή της πρώτης εναγομένης, χωρίς για τα οχήματα αυτά να έχει εκδοθεί από την τελευταία φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο κατά την έννοια που προεκτέθηκε, στην προκείμενη υπόθεση εφαρμογή έχουν οι διατάξεις των άρθρων 107 επ.
ΚΙΝΔ περί ναυλώσεως και όχι οι κανόνες της Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι ή αγωγή αφορά μεταφορά επιβατών και αποσκευών τους και ότι εφαρμοστέα επ' αυτής (αγωγής) είναι η Διεθνής Σύμβαση των Αθηνών 2002 και όχι ο ΚΙΝΔ και ο ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5α της άνω Διεθνούς Συμβάσεως και εσφαλμένα εκτίμησε και τις αποδείξεις και συγκεκριμένα τις παρακάτω περιγραφόμενες αποδείξεις μεταφοράς οχημάτων που εξέδωσε η πρώτη εναγομένη για τη μεταφορά των φορτηγών οχημάτων των εναγόντων, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο έφεσης των τελευταίων...
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, ο οποίος είναι αλληλένδετος εν πολλοίς με τον πρώτο λόγο αυτής, καθώς έχουν ως κοινή βάση ως επί το πλείστον ότι δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω η άνω Διεθνής Σύμβαση των Αθηνών2002, οι ενάγοντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίπτοντας την αγωγή τους Α) ως προς την δεύτερη εναγόμενη ως αόριστη...
και Β) ως προς την τρίτη εναγόμενη ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης... ο λόγος αυτός έφεσης είναι βάσιμος κατ' ουσία διότι εφαρμοστέα επί της αγωγής δεν είναι η Διεθνής Σύμβαση των Αθηνών 2002, όπως έκρινε η εκκαλουμένη, αλλά ο ΚΙΝΔ, ο ΑΚ και ο ν. 4072/2012 και εν προκειμένω, από τη ρητή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ρητά αναφέρεται σ'αυτό η ιδιότητα της πρώτης εναγομένης ως αδημοσίευτης κοινοπραξίας με μέλη τη δεύτερη και τη τρίτη των εναγομένων καθώς και ότι υπό την ανωτέρω ιδιότητά της η πρώτη εναγομένη εμφανώς διεξάγει εμπορικές πράξεις ως μεταφορέας, στοιχεία ικανά για τη θεμελίωση εις ολόκληρον με αυτή (λογιζομένη ως εν τοις πράγμασιν ομόρρυθμη εταιρεία) ευθύνη των μελών της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων έναντι των εναγόντων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 293 παρ. 1,3,4 και 249 παρ. 1 του ν. 4072/2012, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 7,27,28, 41 του π.δ. 177/2000 "Κανονισμός καταλληλότητας οχηματαγωγών πλοίων και συμπληρωματικές διατάξεις για την εφαρμογή της Οδηγίας 98/18/ΕΚ-Πρόσθετα και ισοδύναμα μέτρα και εξαιρέσεις Ε/Γ που εμπίπτουν στο πεδίο της οδηγίας 98/18/ΕΚ", 297,481,919,922 του ΑΚ. ...."..
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως των Αθηνών και αποφάνθηκε ότι δεν εφαρμόζονται στη προκειμένη περίπτωση για τη νομική θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι η εκτιθέμενη μεταφορά φορτηγών δημοσίας χρήσεως (ελκυστήρες με ρυμουλκούμενα μετά των φορτίων αυτών) δεν εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Αθηνών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί μεταφοράς προσώπων και των αποσκευών τους, που αποτελούν παρακολούθημα (παρεπόμενο) του επιβάτη και προορίζονται για προσωπική του χρήση, αλλά για φορτηγά οχήματα τα οποία μεταφέρθηκαν με σύμβαση που αφορά, πρωταρχικά, στη μεταφορά πραγμάτων (αγαθών) ώστε να μην θεωρούνται παρακολούθημα επιβατών.
Συνακόλουθα, τα οχήματα αυτά, τα οποία δεν αποτελούν "αποσκευές", κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, υπάγονται στην εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 5α' του Κανονισμού (ΕΚ) 329/2009 και δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της ως άνω σύμβασης. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη παραβίαση (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 249 του ν. 4072/2012, η οποία ως αφορώσα στην απεριόριστη, προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων ως μελών της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας, ισχυρίζονται ότι δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη κατελόγισε υπαίτια συμπεριφορά μόνον στην δεύτερη εναγομένη, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται νόθος αντικειμενική ευθύνη της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας για τις πράξεις η παραλείψεις της εταίρου μέλους της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, νόμιμος λόγος ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα, εν προκειμένω της πρώτης εναγομένης για ζημία (απώλεια η βλάβη) του φορτίου, ο οποίος θεσπίζεται στο νόμο με τα άρθρα 124-135 του ΚΙΝΔ, αποτελεί το τεκμαιρόμενο πταίσμα του ιδίου και των υπ' αυτής προστηθέντων, με συνέπεια τη δημιουργία νόθου αντικειμενικής ευθύνης της πρώτης εναγομένης, ειδικώς δε, στη περίπτωση της ζημίας από πυρκαγιά το ίδιον (προσωπικό) αυτής πταίσμα (των εκπροσώπων της στη περίπτωση νομικού προσώπου), απαλλασσομένης της ευθύνης της για το πταίσμα των προστηθέντων της, ενώ η εις ολόκληρον ευθύνη της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας μετά των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων μελών της.
ορίζεται με βάση το αναγκαστικού δικαίου άρθρο 249 ν. 4072/2012, δηλαδή είναι ευθύνη ex lege, μη θεμελιούμενη σε οποιοδήποτε πταίσμα των μελών της κοινοπραξίας, τα οποία εξ άλλου δεν φέρουν την ιδιότητα των προστηθέντων της κοινοπραξίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι η εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως/Κανονισμού. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση της προσβαλλομένης κατά το ενδιαφέρον μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Από ....
αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος του ...ελκυστήρα δημοσίας χρήσεως και του συνδεδεμένου και νόμιμα συρόμενου από το ρυμουλκό αυτό... επικαθήμενου οχήματος... η δεύτερη ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία του πετρελαιοκίνητου... ελκυστήρα δημοσίας χρήσεως ...
και του πετρελαιοκίνητου ...ελκυστήρα που έσυρε το επικαθήμενο όχημα ψυγείο... ο τρίτος ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος του με στοιχεία... ελκυστήρα δημοσίας χρήσεως και του συνδεδεμένου και νόμιμα συρόμενου επικαθήμενου ψυγείου...η τέταρτη ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία του με στοιχεία .... ελκυστήρα δημοσίας χρήσεως με του νόμιμα συρομένου με στοιχεία...επικαθήμενου οχήματος ψυγείου...
ο πέμπτος ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος του με στοιχεία.... ελκυστήρα δημοσίας χρήσεως και του νόμιμα συρόμενου με στοιχεία... επικαθήμενου ψυγείου. Στις 28.12.2014 τα ως άνω φορτηγά οχήματα (ελκυστήρες με τα ρυμουλκούμενα επικαθήμενα ψυγεία που σχημάτιζαν τους αντίστοιχους συρμούς) βρίσκονταν έμφορτα, μεταξύ άλλων οχημάτων στο υπό ιταλική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο «N. «A.
πλοιοκτησίας της ιταλικής εταιρείας «V. T. S..R..L.. το οποίο είχε αναχωρήσει περί ώρα 17.40' της 27ης.12.2014 από το λιμάνι της Πάτρας με τελικό προορισμό το λιμάνι της Ανκόνα Ιταλίας. Από τα οχήματα αυτά, τα ανήκοντα στον πρώτο ενάγοντα με στοιχεία.. είχαν φορτωθεί στο λιμάνι της Πάτρας, τα ανήκοντα στη δεύτερη ενάγουσα με στοιχεία...
είχαν φορτωθεί στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, τα ανήκοντα στον τρίτο ενάγοντα με στοιχεία... είχαν φορτωθεί στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας, τα ανήκοντα στην τέταρτη ενάγουσα με στοιχεία... είχαν φορτωθεί στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας και τα ανήκοντα στον πέμπτο ενάγοντα με στοιχεία ... είχαν φορτωθεί στο λιμάνι της Πάτρας.
Για την άνω θαλάσσια μεταφορά τους δεν είχαν εκδοθεί φορτωτικές παρά μόνο αποδείξεις μεταφοράς οχημάτων από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, η οποία είχε αναλάβει ως μεταφορέας, δυνάμει αντιστοίχων συμβάσεων θαλάσσιας μεταφοράς οχημάτων που καταρτίστηκαν, να μεταφέρει τα πιο πάνω φορτηγά οχήματα από τα λιμάνια της Ηγουμενίτσας ή της Πάτρας, στο λιμάνι της Ανκόνα Ιταλίας αντί των καταβληθέντων ναύλων.
Συγκεκριμένα εκδόθηκαν από την πρώτη εναγομένη οι αποδείξεις μεταφοράς οχημάτων (transportation contracts for vehicles) με στοιχεία....Σημειώνεται ότι το άνω πλοίο είχε υπεκναυλωθεί από τη ναυλώτρια ιταλική εταιρεία «V. D. N. S..R..L.. στην δεύτερη εναγομένη εταιρεία (A. L.), η οποία με τη σειρά της το είχε εισφέρει προς εκμετάλλευση στην πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, της οποίας είναι μέλος (όπως και η τρίτη των εναγομένων).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί ώρα 1.30' της 28ης.12.2014 το πλοίο απέπλευσε από την Ηγουμενίτσα και τις αμέσως επόμενες ώρες, πριν τις 4.00', ενώ είχε ολοκληρώσει τον διάπλου του στενού της Κέρκυρας και έπλεε με κατεύθυνση προς Αδριατική Θάλασσα, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε κάποιον από τους κλειστούς χώρους στάθμευσης οχημάτων, η οποία έλαβε ταχύτατα ανεξέλεγκτες διαστάσεις, καθώς εξαπλώθηκε από το κατάστρωμα 4 του πλοίου στο οποίο αρχικά αναπτύχθηκε, σε όλους τους χώρους και τα καταστρώματα, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, την ολοσχερή καταστροφή των ανωτέρω οχημάτων.
Το συντονισμό της επιχείρησης διάσωσης ανέλαβε αρχικά το Εθνικό Κέντρο Διάσωσης και Έρευνας της Ελλάδας, στη συνέχεια,δε, καθώς το πλοίο συνέχιζε να κινείται εξαιτίας του αέρα, της θάλασσας και των ρευμάτων, ακυβέρνητο όμως, αντικαταστάθηκε από το αντίστοιχο Κέντρο της Ρώμης (Γενική Διεύθυνση Λιμενικού).
Εστία της πυρκαγιάς αποτέλεσε φορτηγό ψυγείο που βρισκόταν στο προαναφερθέν κατάστρωμα 4 του πλοίου, πιθανόν στη πρύμνη του νομέα αριθμ. 156, το οποίο δεν ήταν συνδεδεμένο με την ηλεκτρική παροχή ρεύματος του πλοίου και είχε αναμμένο τον κινητήρα της μηχανής του, προκειμένου η ψύξη του να είναι σε λειτουργία και να μην αλλοιωθεί το μεταφερόμενο εμπόρευμα, προκλήθηκε δε, η ανάφλεξη, το πιθανότερο από τη δυσλειτουργία ενός βοηθητικού συστήματος που διατηρήθηκε σε λειτουργία.
Τούτο συνέβη διότι η ναυλώτρια εταιρεία «A. «L. - η οποία με το άρθρο 5.15 του ναυλοσυμφώνου μεταξύ αυτής και της πλοιοκτήτριας του πλοίου «V. D. N. S..R..L.. είχε αναλάβει μέσω των στοιβαστών ή του δικού της προσωπικού, τη σύνδεση ή/και αποσύνδεση των μεταφερομένων φορτηγών -ψυγείων με τις εγκατεστημένες κατά μήκος των τοιχωμάτων των καταστρωμάτων 3 και 4 πρίζες για ηλεκτρικές συνδέσεις - δεν μερίμνησε για την παράδοση στον αρμόδιο αξιωματικό καταστρώματος, πριν την έναρξη των διαδικασιών επιβίβασης, ενός ολοκληρωμένου καταλόγου με τα χαρακτηριστικά όλων των φορτηγών -ψυγείων που είχαν ανάγκη να συνδεθούν με ηλεκτρικό ρεύμα.
Λόγω της παράλειψής της αυτής ο ανωτέρω αξιωματικός α) διένειμε το φορτίο ανομοιογενώς, κατευθύνοντας περισσότερα από τα φορτηγά ψυγεία που ήταν δυνατόν να τροφοδοτηθούν από τις υπάρχουσες στο κατάστρωμα 4 παροχές ρεύματος σ' αυτό και αφήνοντας ανεκμετάλλευτες αρκετές από τις ηλεκτρικές πρίζες του καταστρώματος 3 και β) δεν απαγόρευσε την επιβίβαση μερικών οχημάτων-ψυγείων που μετέφεραν ζωντανούς ιχθύες και δεν επιτρεπόταν να επιβιβαστούν βάσει σχετικών οδηγιών που είχαν δοθεί από τις αρχές του κράτους της σημαίας του πλοίου και σύμφωνα και με το άρθρο 5.15 του άνω ναυλοσυμφώνου, επειδή δεν διέθεταν σύστημα που να επέτρεπε τη σύνδεσή τους με εξωτερικό ηλεκτρικό δίκτυο (αυτά χρησιμοποιούσαν ένα σύστημα οξυγόνωσης με αέρα, που λειτουργούσε αποκλειστικά μέσω κινητήρων που έπρεπε καθόλη τη διάρκεια του πλου να παραμένουν σε κίνηση).
Ομοίως, η ανωτέρω ναυλώτρια παρέδωσε στο πλοίο μια αναφορά φορτίου (cargo report) ημιτελή, από την οποία δεν ήταν δυνατόν να εξαχθεί καμία πληροφορία για την ασφάλεια του ταξιδιού και την ορθή στοιβασία των οχημάτων (βλ. αναλυτικά περί των ανωτέρω σ. 161-168 και 557-560 της από 1.2.2017 τεχνικής έκθεσης των συμβούλων που ορίστηκαν από τον Ανακριτή του Δικαστηρίου του Μπάρι, η οποία προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση και αποτελεί το πλέον αξιόπιστο και ασφαλές για την ένδικη υπόθεση αποδεικτικό μέσο).
Άλλωστε, το προσωπικό της «Α. «L. δεν απαγόρευσε τη λειτουργία των κινητήρων των φορτηγών ψυγείων μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών στοιβασίας, ούτε την είσοδο των οδηγών τους στους χώρους γκαράζ κατά τη διάρκεια της πλεύσης προκειμένου να ελέγξουν τα οχήματά τους ή και να κοιμηθούν στο εσωτερικό της καμπίνας τους, καίτοι ο έλεγχος των ανελκυστήρων εισόδου στα γκαράζ ήταν αρμοδιότητα του προσωπικού της ανωτέρω ναυλώτριας ελληνικής εταιρείας και συγκεκριμένα τις εισόδους στους χώρους αυτούς διαχειριζόταν ο Αρχιφροντιστής του πλοίου Λ.
Χ., καθήκον του οποίου ήταν να βεβαιώνεται ότι οι είσοδοι αυτές ήταν κλειστές...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μέρος του προσωπικού συμπεριλαμβανομένης και της πυροσβεστικής ομάδας που αποτελούνταν από ναυτικούς ιταλικής και ελληνικής εθνικότητας δεν εκτέλεσε σωστά τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί από τον Πίνακα Οδηγιών Κατάστασης Ανάγκης για την περίπτωση πυρκαγιάς, ενώ δεν είχε στην κατοχή του και την αναγκαία πιστοποίηση για την εκτέλεση τέτοιων καθηκόντων στο συγκεκριμένο πλοίο ...
Με βάση τα παραπάνω, ανεξαρτήτως τυχόν αμέλειας και του ιταλικού προσωπικού (σε σχέση ενδεικτικά με τον καθυστερημένο εντοπισμό της φωτιάς και εν συνεχεία τη διαχείριση της κατάστασης και τις διαδικασίες πυρόσβεσης) που είχε προστηθεί από την ιταλική πλοιοκτήτρια εταιρεία «V. D. N. S..R..L.. ενόψει της από 31.7.2009 " γυμνής" ναύλωσης του πλοίου, ευθυνόταν και το ελληνικό πλήρωμα, που είχε προστηθεί από την υποναυλώτρια του πλοίου δεύτερη εναγομένη εταιρεία " A.
L." για την εκδήλωση της πυρκαγιάς και τη συνεπεία αυτής ολοσχερή καταστροφή των οχημάτων των εναγόντων, η οποία οφείλεται αιτιωδώς και σε αμελείς πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτής (δευτέρας εναγομένης εταιρείας -υποναυλώτριας του πλοίου) και ευρισκομένων στην υπηρεσία της, εφόσον δεν ήταν άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί από εκείνη, αλλά τελούσε σε εσωτερική αιτιώδη σχέση μ' αυτή, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία τους δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί αντιθέτου υποστηριζομένων από τις εναγόμενες (από την πρώτη εξ αυτών και με σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής της).
Θεμελιώνεται παράλληλα, ωστόσο και ενδοσυμβατική ευθύνη, καθώς αποδείχθηκε το "ίδιον πταίσμα" της πρώτης εναγομένης-θαλάσσιας μεταφορέα, η οποία δεν έλαβε τα ανωτέρω μέτρα που εύλογα απαιτούνταν για να αποτραπεί η εκδήλωση της πυρκαγιάς και να περιοριστούν οι συνέπειές της, όπως όφειλε και μπορούσε να είχε λάβει, με συνέπεια την ευθύνη και των λοιπών εναγομένων, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους ως μελών της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το πιστοποιητικό κλάσεως του πλοίου .... καθώς τα πιστοποιητικά αυτά δεν αποκλείουν τις προαναφερθείσες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις που βαρύνουν προσωπικά και τον ίδιο θαλάσσιο μεταφορέα (πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία) συνεπώς επισύρουν και ευθύνη του.
Άλλωστε, οι εκπρόσωποι της ναυλώτριας εταιρείας «A. «L. είχαν λάβει γνώση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν σχετικά με την αξιοπλοΐα του πλοίου κατόπιν της από 19.12.2014 επιθεώρησής του από κλιμάκιο του Λιμεναρχείου Πάτρας και τα οποία αφορούσαν ιδίως σε ελλείψεις του σχεδίου για την εκκένωση του πλοίου σε περίπτωση κινδύνου, σε ελλείψεις του φωτισμού έκτακτης ανάγκης, στον τομέα της πυροπροστασίας, λόγω προβλημάτων στις θύρες αποκλεισμού και στον τομέα των σωστικών μέσων, αλλά δεν απέτρεψαν τον απόπλου του, προτού οι ελλείψεις διορθωθούν και δη εν μέσω δυσμενών καιρικών συνθηκών και ενώ το πλοίο στερούνταν ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης ασφάλειας, αντίθετα ενέμειναν στην πιστοποίηση με συστήματα ασφαλείας και στη σχετική εξειδίκευση του πληρώματος, με δημόσια προβολή των εν λόγω δικλείδων ασφαλείας, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν αληθείς.
Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι έπραξαν τα παραπάνω με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ούτε ότι εξαπάτησαν τους ενάγοντες ως υποψηφίους πελάτες τους και τους έπεισαν να ναυλώσουν το άνω πλοίο για να μεταφέρουν τα οχήματά τους, προβάλλοντας δημοσίως αναληθείς δικλείδες ασφαλείας για την αξιοπλοΐα του πλοίου, ούτε ότι μετά το συμβάν, με πρόθεση και τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, δεν προκατέβαλαν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης για να εκμεταλλευθούν την ανάγκη τους και να τους εξαναγκάσουν σε επιβλαβή γι' αυτούς συμβιβασμό, ώστε να στοιχειοθετείται ευθύνη τους και εκ του άρθρου 919 του ΑΚ και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες με τους έκτο και έβδομο λόγο της έφεσής τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα....".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο σαφώς, με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε πως συνέτρεχαν οι όροι για την εφαρμογή της Σύμβασης των Αθηνών/Κανονισμού στην ένδικη θαλάσσια μεταφορά, αφού η μεταφορά των ενδίκων οχημάτων, η κατάρτιση της οποίας αποδείχθηκε με τις εκδοθείσες από την πρώτη εναγομένη αποδείξεις μεταφοράς, ενέπιπτε στην εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 5α' της άνω Σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο δεν αποτελούν αποσκευές τα οχήματα που μεταφέρονται με σύμβαση που αφορά κατά κύριο λόγο τη μεταφορά πραγμάτων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο και δεύτερο επικουρικά προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία αλλά και εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 138 ΚΙΝΔ (αρθρ. 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ) ειδικώς ως προς τις παραδοχές της περί του "ιδίου" πταίσματος της πρώτης αναιρεσείουσας κοινοπραξίας-θαλασσίας μεταφορέως.
Οι λόγοι αυτοί ελέγχονται αμφότεροι ως αβάσιμοι, διότι με βάση τα, κατά τα προδιαληφθέντα, πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ορθώς υπήγαγε αυτά στο πραγματικό της παραπάνω διάταξης, αφού, κατά τις παραδοχές του, η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία- θαλάσσια μεταφορέας δεν έλαβε τα μέτρα που εύλογα απαιτούνταν για να αποτραπεί η εκδήλωση της πυρκαγιάς και να περιοριστούν οι συνέπειές της, όπως όφειλε και ηδύνατο, εξειδικεύοντας το ίδιο πταίσμα της, με τις, σε προηγούμενο χωρίο της προσβαλλομένης, αναλυτικά περιγραφόμενες ενέργειες και παραλείψεις της δεύτερης εναγομένης, τις οποίες απέδωσε ρητώς και στην πρώτη εναγομένη, και τούτο παρά τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας και καταλληλότητος του πλοίου που αυτή προσεκόμισε, χωρίς για την ευθύνη της από το λόγο αυτό να είναι αναγκαία η παράθεση ονομαστικώς των εκπροσώπων αυτής, ενώ εξ άλλου, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 138 του ΚΙΝΔ, ήτοι ορθώς υπάγοντας στον ως άνω κανόνα δικαίου τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αποφάνθηκε ότι θεμελιώνεται το "ίδιον πταίσμα" της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, θαλάσσιας μεταφορέα, η οποία δεν έλαβε τα ανωτέρω μέτρα που εύλογα απαιτούντο για να αποτραπεί η εκδήλωση της πυρκαγιάς και για να περιοριστούν οι συνέπειές της, όπως όφειλε και μπορούσε να είχε λάβει, με συνέπεια την ευθύνη και των λοιπών εναγομένων-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους ως μελών της πρώτης εξ αυτών.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδ. δ' του ΚΠολΔ), οι οποίες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.6.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 219/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ