Supreme Court partially allowed appeal against labor court decision regarding unpaid wages calculation for public employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a final labor court decision regarding unpaid wages for a public employee. The court found the lower court incorrectly applied a transitional regulation that had expired, requiring instead the application of the Labor Law and the 2008 Law. Consequently, the judgment was annulled regarding the wage calculation and remanded for retrial, while the appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must correct errors in the application of law by the lower court, specifically regarding the temporal validity of transitional regulations versus the substantive Labor Law, and annul the contested decision where such errors affect the calculation of wages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1016 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1016/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Κωνσταντίνας Μαρίνου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Κονιδάρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1483/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2019 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 195/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 29-6-2021 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 10.10.2019 και αριθ. κατάθ. 9555/913/ 14.10.2019 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 74/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών- εργατικές διαφορές (άρθρο 614 επ. ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 8.12.2011 και αριθ.
εκθ. κατάθ. 226693/6297/21.12.2011 αγωγή, αφορώσα επιδίκαση δεδουλευμένων μισθών και μισθών υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας, η οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά με την υπ` αριθ. 1483/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το αναιρεσείον άσκησε την από 9.2.2018 και αριθ.
κατάθ. 13260/837/9.2.2018 έφεση, εκδόθηκε δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και απορρίφθηκε ουσιαστικά η έφεση. Εν συνεχεία, το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρo 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 7, 7 παρ. 1, 2 εδ. α`, 5 εδ. α`, β`, γ`, 6 και 7 Ν. 3717/2008 ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου οι πιο κάτω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1. "................": οι εταιρείες ............, .................και ................. ... 7. "....": η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης, με την οποία καθεμία από τις εταιρείες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (...), όπως ισχύει", "Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην περίπτωση υπαγωγής των εταιρειών που ορίζονται ως Σημερινοί Εργοδότες σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α`), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α`)", "Το κατά την Κρίσιμη Ημερομηνία Τακτικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, ανεξάρτητα εάν έχει λυθεί ή όχι η σχέση εργασίας τους, μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας, σε νπιδ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημόσιες υπηρεσίες, αυτοτελείς ή ανεξάρτητες αρχές, νπδδ και ΟΤΑ α` και β` βαθμίδας, ύστερα από αίτησή του.
Η μεταφορά γίνεται σε φορέα ή υπηρεσία, αποκλειστικά σε νομό επιλογής του υπαλλήλου, εφόσον υπάρχει κενή θέση ή ανάγκη σε φορέα του νομού αυτού", "Για την κατά τα ανωτέρω μεταφορά θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να υποβάλει αίτηση στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για μεταφορά, στην οποία θα αναφέρεται και ο νομός επιλογής του, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την Κρίσιμη Ημερομηνία", "Η μεταφορά γίνεται εντός τετραμήνου από την αίτηση σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με αυτή που ανήκει ο μεταφερόμενος ή με βάση τα τυπικά προσόντα που κατέχει ο μεταφερόμενος.
Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αντίστοιχες κενές θέσεις, η μεταφορά γίνεται σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχη των τυπικών προσόντων του μεταφερόμενου. Η προσωποπαγής θέση καταργείται με την καθ` οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση αυτού που την κατέχει", "Η μεταφορά του προσωπικού του άρθρου αυτού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού" και "Εφόσον στον φορέα υποδοχής προβλέπεται βαθμολογική εξέλιξη για το προσωπικό με την ίδια σχέση εργασίας, το μεταφερόμενο προσωπικό κατατάσσεται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο ανάλογο με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε σε οποιαδήποτε εταιρεία η οποία είναι Σημερινός Εργοδότης ή Αρχικός Εργοδότης και το χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης που προβλέπεται για το προσωπικό του φορέα υποδοχής.
Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 του παρόντος, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ μηνιαίως και η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης".
Στην ως άνω παρ. 7 του άρθρου 7 Ν. 3717/2008 προσετέθη δια της παρ. 12 του άρθρου 1 της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ το εξής εδάφιο: "Σε περίπτωση που το μεταφερόμενο προσωπικό συμπληρώνει, μέχρι τη δημοσίευση της πράξης μεταφοράς, τις ισχύουσες βάσει του παρόντος νόμου προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, οι τυχόν επί πλέον τακτικές αποδοχές καταβάλλονται πλήρεις ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με τους όρους και προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου", όμως, η εν λόγω ΠΝΠ, υποβληθείσα στη Βουλή προς κύρωση την 19η Νοεμβρίου 2009, δεν εκυρώθη εντός τριμήνου, μέχρι της 19ης Φεβρουαρίου 2010, οπότε έπαυσε εφεξής να ισχύει, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 εδ.
α`, β` του Συντάγματος, δια της οποίας αναφορικώς με τις ΠΝΠ ορίζεται: "Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παράγραφος 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής".
Περαιτέρω, δια του άρθρου 2 παρ. 22 Ν. 3899/2010 ορίζεται : "Όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στο φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν.
Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται. Αποδοχές που έχουν καταβληθεί ως προσωπική διαφορά μέχρι την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής δεν αναζητούνται. Ως δημόσιος τομέας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, νοείται αυτός που ορίζεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, συμπεριλαμβανομένων και των Ν.Π.Ι.Δ.
που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως, από Ο.Τ.Α. και Ο.Κ.Α. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 1Β περίπτωση 1 Ν. 2362/1995, "Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει την Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005".
Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, οι υπηρετούντες στις εταιρείες "… ΑΕ", "…. ΑΕ" και "…. ΑΕ" με σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως, δια της οποίας εκάστη των ως άνω εταιρειών ετέθη υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, οι οποίοι μετεφέρθησαν κατόπιν αιτήσεώς τους υπό την ιδία σχέση εργασίας σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέως, κατατάσσονται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο ανάλογο με τον συνολικό χρόνο της υπηρεσίας τους, τυχόν δε επιπλέον τακτικές αποδοχές, τις οποίες ελάμβαναν από τον προηγούμενο φορέα, διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά, όχι όμως πέραν του ποσού των 500 ευρώ, ακολούθως, κατά τον χρόνο ισχύος της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ δεν ίσχυε ο περιορισμός του ποσού των 500 ευρώ και οι μεταφερθέντες μισθωτοί εδικαιούντο ως προσωπική διαφορά πλήρεις τις επιπλέον τακτικές αποδοχές, υπό τον όρο ότι είχαν μέχρι της δημοσιεύσεως της πράξεως μεταφοράς συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, από της 19ης Φεβρουαρίου 2010 όμως, οπότε έπαυσε η ισχύς της ως άνω ΠΝΠ, ίσχυσε εκ νέου ο εν λόγω περιορισμός, ενώ από της 1ης Ιανουαρίου 2011 εδικαιούντο μόνον τις αποδοχές της θέσεως, στην οποία μετεφέρθησαν, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επί πλέον τακτικές αποδοχές από τον προηγούμενο φορέα.
Αφ` ετέρου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 2 και 6 παρ. 1 Ν. 2912/2001, ως είχε η παρ. 1 του άρθρου 5 προ της αντικαταστάσεώς της δια του άρθρου 53 παρ.1 Ν. 4313/2014, αντιστοίχως, "1. Συνιστάται Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων, εφεξής καλούμενη "Επιτροπή" για τη διερεύνηση ατυχημάτων και σοβαρών συμβάντων αεροσκαφών Πολιτικής Αεροπορίας, με έδρα την Πρώην Αμερικάνικη Βάση, κτήριο 221- Ελληνικό.
Η Επιτροπή έχει διοικητική αυτοτέλεια και εποπτεύεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. 2. Η Επιτροπή είναι λειτουργικά και οργανωτικά ανεξάρτητη από τους φορείς και υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο εναερίου κυκλοφορίας της πλοϊμότητας και λειτουργίας αεροσκαφών, της πιστοποίησης, της συντήρησης, της διεξαγωγής πτήσεων, της χορήγησης πτυχίων και αδειών ιπτάμενων μηχανικών, επιμελητών πτήσεων και ελεγκτών εναερίου κυκλοφορίας, της εκμετάλλευσης και λειτουργίας αερολιμένων και γενικά από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, του οποίου τα συμφέροντα θα μπορούσαν να έλθουν σε σύγκρουση με την αποστολή που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή" και "Για την υποβοήθηση του έργου της Επιτροπής, συνιστάται Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων, εφεξής καλούμενη "Μονάδα".
Η Μονάδα είναι οργανωμένη σε επίπεδο Διεύθυνσης και ανήκει οργανικά στην Επιτροπή. Διοικείται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής και τον Προϊστάμενό της". Όπως προκύπτει από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Ν. 2912/2001, η "Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων" ανήκει στον Δημόσιο Τομέα, υπαγομένη στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, (ΑΠ 774/2017), και επομένως το προσωπικό αυτής, το οποίο μετετάγη από τις εταιρείες "… ΑΕ", "….
Υπηρεσίες ΑΕ" και "….. ΑΕ", κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 εδ. α` Ν. 3717/2008, υπόκειται στις ρυθμίσεις των ως άνω άρθρων 7 παρ. 7 Ν. 3717/2008 και 2 παρ. 22 Ν. 3899/2010 (ΑΠ 447/2020). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας, είτε εσφαλμένης υπαγωγής.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονταν. 3.
Εν προκειμένω, από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του ως μηχανολόγος- ηλεκτρολόγος στην εταιρεία με την επωνυμία "….. - Υπηρεσίες ΑΕ" υπό σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 22-10-1976, μετά δε τη θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και την καταγγελία εκ του λόγου αυτού της σύμβασης εργασίας του, μετετάγη κατόπιν αιτήσεώς του, από 8.11.2010, στην "Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφαλείας Πτήσεων (ΕΔΑΑΠ)" του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση εκπαιδευτικής βαθμίδας ΠΕ Μηχανολόγων Μηχανικών υπό την αυτή σχέση εργασίας, ότι το Ελληνικό Δημόσιο καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2010 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 δεν κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο τον μισθό του, επικαλούμενο ότι η πράξη μεταφοράς- μετάταξής του στην ΕΔΑΑΠ δεν ήταν σύννομη, ότι μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου του έτους 2011 ο αναιρεσίβλητος παρείχε πραγματικά και προσηκόντως τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, έκτοτε όμως προέβη σε επίσχεση εργασίας λόγω της μη καταβολής των αποδοχών του και ότι το ύψος αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5, 7 παρ. 2, 7 και 8 Ν. 3717/2008, ανέρχονταν στο ποσό των 5.252,79 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 15.12.2009 βεβαίωση ισοδυνάμων μηνιαίων αποδοχών του άρθρου 1 παρ. 6 του ως άνω Ν. 3717/2008 της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας "….
Υπηρεσίες Α.Ε.". Υπό τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το συνολικό 57.255,41 ευρώ (5.252,79 ευρώ οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές Χ 10 μήνες + 4.727,51 ευρώ οι αποδοχές του διαστήματος από 1.9.2011 έως 27.9.2011) για δεδουλευμένες αποδοχές, καθώς και το ποσό των 5.953,16 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 28.9.2011 έως 31.10.2011, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή.
Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ, την οποία εφάρμοσε, ενώ αυτή δεν ετύγχανε εφαρμοστέα, ως και τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 7 Ν. 3717/2008 και 2 παρ. 22 Ν. 3899/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ισχύς της ως άνω ΠΝΠ είχε παύσει ήδη από της 19ης Φεβρουαρίου 2010 και το μισθολογικό καθεστώς του αναιρεσιβλήτου κατά τα διαστήματα από 1ης Νοεμβρίου 2010 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2010 και από 1ης Ιανουαρίου 2011 μέχρι της 31ης Οκτωβρίου 2011 διεπόταν από τις προαναφερθείσες διατάξεις των Ν. 3717/2008 και 3899/2010, αντιστοίχως.
Συνεπώς, ο από τον αρ. 1α' ΚΠολΔ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, όπως αυτός εκτιμάται, συμπληρούμενος αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, και όχι και από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως επιχειρείται από το αναιρεσείον, με τον οποίον προσάπτεται κατά το πρώτο σκέλος του η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ως προς το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 (Μισθολογικά Δημοσίου, ΝΠΔΔ,- ΟΤΑ, ΕΛΑΣ κλπ) είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, και πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι προβλήθηκε σύννομα στο δικαστήριο της ουσίας ο βασιζόμενος στην ως άνω διάταξη ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ως προς το ύψος της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη όλη η προϋπηρεσία του πριν την σ' αυτό (αναιρεσείον) μεταφορά του.
Κατ' ακολουθίαν, εν όψει του ανωτέρου δεκτού γενομένου λόγου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής περί δεδουλευμένων μισθών και μισθών υπερημερίας, καθ` ο μέρος αφορά το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.
Eπειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ` εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 74/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ` ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ην υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ