Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite specific facts or legal provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the State's appeal against two final judgments from the Heraklion Single First Instance Court. The State argued the lower courts lacked legal basis and failed to address statute of limitations, but the Court found these grounds vague and insufficient. The appeal was dismissed because the appellant failed to specify the exact legal provisions violated or the critical factual assumptions underlying the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague, fails to cite the specific substantive law provision allegedly violated, and does not identify the critical factual assumptions or the specific inadequacy of the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1016 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1016/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αικατερίνης Αντωνίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1)Β. Δ. του Χ., 2) Β. Δ. του Π.,3) Γ. Κ. του Α., 4) Γ. Κ. του Γ., 5) Κ. Κ. του Α., 6) Ι. Κ. του Μ., 7) Α. Λ. του Κ., 8) Ά. Ν. του Δ. και 9) Ι. Κ. του Ε., κατοίκων …, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Σαββόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την Ε.Κ.Δ.Α. ΓΑ1098/ΕΓ/47/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν η 732/2017 μη οριστική και η 2/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση τους ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη [άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. (β) ΚΠολΔ] δηλ. εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (ΑΠ ολ. 5/2001, ΑΠ 891/2014).
Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης (ή μη), κρίνεται τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση [άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ], ενώ δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017).
Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση μόνο αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία από την επίδοση της αποφάσεως των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό [άρθρα 144, 145, 518 παρ.1 ΚΠολΔ], είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 [άρθρα 144, 145, 518 παρ.2 ΚΠολΔ, 13 παρ.2 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα τρίτο και ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015)] ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 [άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015].
(ΙΙ).- Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 578, 495 παρ.1 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 75/2007, ΑΠ 194/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] δηλ.
η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 1/2016, ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 106/2020). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ.
στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020). Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλ. παραθέσεως των νομικών διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, κατά το άρθρο 559 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως της δικαστικής αποφάσεως [άρθρο 93 παρ. 3 Συντάγματος] δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει, κατ' άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ως λόγο αναιρέσεως, την έλλειψη νόμιμης βάσεως "και ιδίως, αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "αιτιολογίες", όμως, στο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου.
Οι νομικές διατάξεις, που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση, που προσβάλλεται, να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 951/2013, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 568/2008, ΑΠ 1020/2005).
Τέλος, στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α).- για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β).- για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, (γ).- για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη ο ουσιαστικός δικαστής, Καθιερώνει δε, ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού (ορισμένου) του λόγου αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το έγγραφο της αναιρέσεως δηλ.
πρέπει να αναφέρεται στο έγγραφο της αναιρέσεως ότι ο στηρίζων τον λόγο αναιρέσεως ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα ότι νομίμως προτάθηκε [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 577 παρ. 3, 566 παρ. 1, 240, 520 ΚΠολΔ]. Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός πρέπει να ληφθεί υπ' όψη, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, αφού λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω εξαιρέσεις.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, ακόμη και σε εκείνο του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 15/2000, ΑΠ ολ. 43/1990, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 30/2006, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 194/1998).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 1.3.2019 [Α.Κ. 67/5.3.2019 - Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, το οποίο νομίμως εκπροσωπείται από τους Υπουργούς Οικονομικών καθώς και Υποδομών και Μεταφορών. Με αυτή προσβάλλονται οι 732/2017 και 2/2019 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Κρήτης), ήδη τελεσίδικες, την 1.3.2019, ήτοι τον ως άνω χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, οι οποίες εκδόθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 8.4.2014 (Ε.Κ.Δ.Α. / Γ.Α. 1098 / Ε.Γ. / 47 / 8.4.2014) αγωγής των εννέα (9) εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Αφορά δε, η αγωγή χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου από παροχή εξηρτημένης εργασίας, η οποία κρίθηκε μερικώς νόμιμη και, στη συνέχεια, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676, 115 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρα πρώτο παρ. 2 και τέταρτο ν. 4335/2015, ισχύοντα για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015).
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομίμως και οι αποφάσεις (732/2017, 2/2019), που προσβάλλονται ήταν τελεσίδικες, ως άνω, την 1.3.2019. Μετά ταύτα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην (Ι) μείζονα σκέψη, είναι παραδεκτή πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ. 7 ΚΠολΔ].
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου στις 732/2017 και 2/2019 αποφάσεις του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου "χωρίς ειδική και σαφή αιτιολογία" τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις "των άρθρων 7 παρ. 1 περ. (β1) α.ν. 2326/1940 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 34 ν. 2166/1993), 8 παρ. 2 ν. 2430/1996 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 ν. 3112/2003), 5 παρ. 4 ν. 229/1994 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 3 ν. 2300/1995), σε συνδυασμό προς το άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος" (σελίδες 22 - 24 της αιτήσεως αναιρέσεως) καθόσον δικαιούχοι των επίδικων δικαιωμάτων είναι αποκλειστικά όσοι, εκτός των άλλων προϋποθέσεων, συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ή κατέλαβαν θέση ως μόνιμοι, ενώ οι ενάγοντες συνδέονται με αυτό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου στις 732/2017 και 2/2019 αποφάσεις του παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εφαρμοστέα διάταξη "του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995", το οποίο δεν εφήρμοσε, ως προς την παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσίβλητων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 μέχρι 31.10.2011 (σελίδες 24 - 27 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 732/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι στερείται αιτιολογίας ("παντελής έλλειψη αιτιολογίας" ή "ανεπαρκείς αιτιολογίες") και "χωρίς να διαλάβει καμία σχετική διάταξη στη μείζονα πρότασή της", κατά το μέρος που επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους (ενάγοντες) Β.
Δ. του Π., Γ. Κ. του Γ. και Ά. Ν. του Δ. "αμοιβή υπερωρίας και υπερεργασίας" (σελίδες 27 - 29 της αιτήσεως αναιρέσεως). Κατά τα εκτεθέντα στην (ΙΙ) μείζονα σκέψη όλοι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και, ειδικότερα:
-Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου), δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής στην ουσία, ακόμη δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών. Αντίθετα, γίνεται μνεία, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, μόνο, αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών.
-Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι το αναιρεσείον (εναγόμενο) δεν προβάλλει ότι τον ισχυρισμό για παραγραφή των κρίσιμων χρηματικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) νομίμως είχε προτείνει, ως όφειλε [άρθρα 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το ν. 4335/2015] στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου ή ότι συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, άσχετα από το ότι λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, ενώ και σε κάθε περίπτωση καθόσον ο περί παραγραφής ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αλλά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις μεταξύ του Δημοσίου και μισθωτών αυτού.
-Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, καθ' όσον πλήττεται η 732/2017 απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται καμία διάταξη ουσιαστικού νόμου, σχετικά με την εφαρμογή της οποίας υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως, δεν αναφέρονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών ενώ, καθ' όσον πλήττεται η ίδια 732/2017 απόφαση διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση, που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν, είναι απαράδεκτος, αφού δεν εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ τέτοια αιτίαση.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 1.3.2019 αίτηση για αναίρεση των 732/2017 και 2/2019 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Κρήτης) στο σύνολό της.
Το αναιρεσείον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, ως ηττηθέν και κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη αυτών (αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις στο παρόν Δικαστήριο. Η δικαστική δαπάνη ορίζεται, μειωμένη, στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠοΔ, 480 ΑΚ, 22 ν. 3693/1957 (ΦΕΚ Α. 79), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 52 αριθμός 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α. 200) 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α. 31) και την 134423/ 8.12.1992 (ΦΕΚ Β. 11/20.1.1993) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.3.2019 αίτηση για αναίρεση των 732/2017 και 2/2019 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Κρήτης), στο σύνολό της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, 5 Αυγούστου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ