Legislator Case Law & Legislation
1016/2020 AI generated

1016/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1016/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1016/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Keywords

AI generated
abandonment of expropriation expropriation plan actual tender of performance warranty of title act of accession of Greece forced auction of property
AI generated
1052/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
1617/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 479/1996 μη οριστική, 3082/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 737/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 1η Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
2687/2008
Παράβαση άρθρου 17 παρ.
1437/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-1981 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8/1982 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 96/1983, 168/1989 και 588/1992 μη οριστικές, 544/2000 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Νοεμβρίου 2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτων και δεύτερου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1563/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1016 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1016/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π… Π… , κατοίκου … . Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Β. Ρ…. , ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 και τις 182/2018 και 29/2020 Πράξεις των Προέδρων του Αρείου Πάγου Βασίλειο Πέππα και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Ι…. Μ…. , κατοίκου …. . Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 460/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2018 αίτησή του και τους από 28-11-2019 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 460/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτήν εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) και των λοιπών δύο εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) ασκήθηκε από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) αγωγή εξ αδικοπραξίας τελεσθείσης σε βάρος του δια συκοφαντικής δυσφημίσεως εκ μέρους του δευτέρου (αναιρεσείοντος) και τρίτου εναγομένου και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της επελθούσης εκ των ως άνω αδικημάτων ηθικής βλάβης και προσβολής της προσωπικότητός του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την 225/2013 απόφασή του, εκδοθείσα ερήμην των εναγομένων, δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος, το ποσό των 500 ευρώ σε βάρος ενός εκάστου των εναγομένων. Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησαν έφεση ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων.

Το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου με την 1220/2017 απόφασή του, κατά παραδοχή της ασκηθείσας από τους εναγομένους εφέσεως κατ' άρθρο 528ΚΠολΔ, δέχθηκε την ως άνω αγωγή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν και επιδίκασε σε βάρος ενός εκάστου των ως άνω εναγομένων για την εν λόγω αιτία το ποσό των 500 ευρώ. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από τον ηττηθέντα διάδικο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που σ' αυτή αναφέρονται καθώς και τους παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους αυτής λόγους, όπως αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, για να είναι ορισμένος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβιάσεως κανόνος ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ287/2018, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017) Εξάλλου σύμφωνα με το αυτό ως άνω άρθ. 559 αριθ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης. (ΑΠ 1662/2010).

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2004). Τα επιχειρήματα ωστόσο του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 64/2019, 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "... ο ενάγων, ο αδελφός του και η σύζυγος του τελευταίου έχουν περιέλθει σε σφοδρή αντιδικία με την 1η εναγομένη, που απεβίωσε ήδη στις 28.8.2014 και τον 2ο εναγόμενο, οφειλόμενη στην ανέγερση από τους πρώτους πολυώροφης οικοδομής, επί του οικοπέδου τους.

Στις 9.7.2007 η Πολεοδομία Κ… προέβη σε αυτοψία της παραπάνω οικοδομής του ενάγοντος, της αδελφής του και της νύφης του, προκειμένου να μετρήσει την έκταση του οικοπέδου τους και να διερευνήσει τις καταγγελίες της 1ης εναγομένης, ιδιοκτήτριας γειτονικού ακινήτου και του 2ου εναγομένου υιού της. Κατά την έλευση των υπαλλήλων της Πολεοδομίας η 1η εναγομένη επιτέθηκε φραστικά, σε αυτούς, καθώς και στον ενάγοντα και στον αδελφό του και προκλήθηκε ένταση.

Εν συνεχεία, η 1η εναγομένη υπέβαλε την από 9.7.2007 έγκληση της κατά του ενάγοντος και του αδελφού του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου, καταγγέλλοντάς τους ψευδώς για εξύβριση, απειλή και φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Ο δε ενάγων υπέβαλε την από 30.9.2007 έγκλησή του εναντίον της 1ης εναγομένης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου, καταμηνύοντας την για λόγω και έργω εξύβριση, ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση.

Κατά την ποινική προδικασία και το σχηματισμό της ποινικής δικογραφίας επί της ανωτέρω εγκλήσεως της 1ης εναγομένης προσήλθαν στις 21.1.2008 και κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκου Κορίνθου, ως μάρτυρες κατηγορίας εναντίον του ενάγοντος και του αδελφού του, οι 2ος και 3ος των εναγομένων, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως ψευδή γεγονότα, τελώντας αμφότεροι σε γνώση της αναλήθειας αυτών.

Ειδικότερα, ο 2ος εναγόμενος Π… Ν… ... κατέθεσε πως ο ίδιος έφθασε δήθεν στο σημείο του επεισοδίου τη στιγμή που εξελισσόταν το επεισόδιο, ενώ η αλήθεια, την οποία ο 2ος εναγόμενος γνώριζε καλώς ... είναι ότι έφθασε αυτός εκεί... μετά από τη λήξη του επεισοδίου και ενώ ο ενάγων και ο αδελφός του Γ… Μ…. , ετοιμάζονταν αμφότεροι να αποχωρήσουν εποχούμενοι.

Επίσης, ο 2ος, εναγόμενος κατέθεσε πως άκουσε δήθεν τον ενάγοντα να λέει κραυγάζοντας "παλιάνθρωποι ήλθε η ώρα σας, θα στη γκρεμίσω την παράγκα", ενώ η αλήθεια, την οποία... γνώριζε ... είναι ότι ο ενάγων ουδεμία τοιαύτη εξύβριση ή άλλη παρόμοια ούτε και απειλή απηύθυνε προς την 1η εναγόμενη. Επίσης, ο 2ος εναγόμενος κατέθεσε πως είδε δήθεν τον ενάγοντα να χτυπά με ένα ξύλο πρώτα και με τις γροθιές του ύστερα τον τοίχο της, φερόμενης ως διατηρητέας, οικίας της 1ης εναγόμενης, ενώ η αλήθεια, την οποία ...

γνώριζε ... είναι ότι ο ενάγων δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες. Επίσης ο 2ος εναγόμενος κατέθεσε πως είδε και άκουσε δήθεν τον ενάγοντα να απειλεί την 1η εναγόμενη με τη φράση "θα στη γκρεμίσω την παράγκα, θα σε θάψω εδώ μέσα, δεν γλυτώνετε", ενώ η αλήθεια, την οποία ... γνώριζε ... είναι ότι ο ενάγων ουδεμία τέτοια ή άλλη παρόμοια απειλή απηύθυνε.

Επίσης, ο 2ος εναγόμενος κατέθεσε πως ο αδελφός του ενάγοντος Γ… Μ… έριξε δήθεν ένα μεγάλο κομμάτι τσιμέντο στον τοίχο του εν λόγω κτίσματος, φωνάζοντας ύβρεις και απειλές, "παλιογυναίκα, θα στο γκρεμίσω..", και πως ο ενάγων φώναζε δήθεν δυνατά "...θα στη γκρεμίσω την παράγκα...", ενώ η αλήθεια την οποία... γνώριζε ...

είναι ότι ούτε ο αδελφός του ενάγοντος ούτε ο τελευταίος προέβησαν σε τέτοιες ενέργειες. Επίσης ο 2ος εναγόμενος κατέθεσε πως διαπίστωσε την ύπαρξη φθορών από τις ανωτέρω δήθεν επιθέσεις του ενάγοντος και του αδελφού του μεταξύ των οποίων κι "εγκοπές στο μεταλλικό τμήμα του τοίχου, γκρεμίστηκε τμήμα του επιχρίσματος" κι ότι όλα αυτά "αποτυπώνονται στις ληφθείσες φωτογραφίες" που υπέβαλε η 1η εναγόμενη στην ποινική δικογραφία μεταγενεστέρως, ενώ η αλήθεια, την οποία ...

γνώριζε... είναι ότι καμία φθορά δεν επήλθε από τον ενάγοντα ούτε από τον αδελφό του στο εν λόγω κτίριο, ενώ οι φωτογραφίες δείχνουν , όχι ζημίες που δήθεν προκάλεσαν οι ανωτέρω, αλλά απλά σημάδια, οφειλόμενα στην παλαιότητα του κτιρίου εμφαινόμενα δια γυμνού οφθαλμού. Περαιτέρω, ο 3ος εναγόμενος Ν… Δ….

στις 21.1 2008 ενώπιον της Πταισματοδίκου Κορίνθου κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας ψευδή γεγονότα εις βάρος του ενάγοντος και ειδικότερα κατέθεσε πως ο ίδιος έφθασε δήθεν στο σημείο του επεισοδίου τη στιγμή που εξελισσόταν το επεισόδιο, συνοδεύοντας δήθεν τον 2° εναγόμενο, ως οδηγός ταξί, ενώ η αλήθεια την οποία ...

γνώριζε ... είναι ότι έφθασε ... εκεί την ημέρα εκείνη μετά από τη λήξη του επεισοδίου και ενώ ο ενάγων και ο αδελφός του Γ… Μ…. , ετοιμάζονταν αμφότεροι να αποχωρήσουν εποχούμενοι. Επίσης, ο 3ος εναγόμενος κατέθεσε πως άκουσε δήθεν τον ενάγοντα να λέει κραυγάζοντας "παλιάνθρωποι ήρθε η ώρα σας, θα στη γκρεμίσω την παράγκα", ενώ η αλήθεια την οποία ...

γνώριζε ... είναι ότι ο ενάγων ουδεμία τοιαύτη εξύβριση ή άλλη παρόμοια ούτε και απειλή απηύθυνε προς την 1η εναγόμενη. Επίσης ο 3ος εναγόμενος κατέθεσε πως είδε δήθεν τον ενάγοντα να χτυπά με ξύλο πρώτα και με τις γροθιές του ύστερα τον τοίχο της φερόμενης ως διατηρητέας οικίας της 1ης εναγόμενης, ενώ η αλήθεια, την οποία ...

γνώριζε ... είναι ότι ο ενάγων δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες. Επίσης ο 3ος εναγόμενος κατέθεσε πως είδε και άκουσε δήθεν τον ενάγοντα να απειλεί την 1η εναγόμενη με τη φράση "θα στη γκρεμίσω την παράγκα, θα σε θάψω εδώ μέσα, δεν θα γλυτώσεις", ενώ η αλήθεια, την οποία ... γνώριζε ... είναι ότι ο ενάγων ουδεμία τέτοια ή άλλη παρόμοια απειλή απηύθυνε.

Επίσης, ο 3ος εναγόμενος κατέθεσε πως ο αδελφός του ενάγοντος Γ… Μ… έριξε δήθεν ένα μεγάλο κομμάτι τσιμέντο στον τοίχο του εν λόγω κτίσματος, φωνάζοντας ύβρεις και απειλές, "παλιογυναίκα, θα στο γκρεμίσω...", ενώ η αλήθεια την οποία ... γνώριζε ... είναι ότι ο αδελφός του ενάγοντος δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες.

Όλα τα παραπάνω γεγονότα ο 2ος και ο 3ος των εναγομένων τα ισχυρίσθηκαν με τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις τους ενώπιον τρίτων, αφού οι καταθέσεις τους αυτές έγιναν γνωστές σε ευρύ κύκλο προσώπων, που λόγω της υπηρεσίας τους μπορούσαν να πληροφορηθούν και πληροφορήθηκαν το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων, στην Πταισματοδίκη Κορίνθου στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου, στους Δικαστές και τον Εισαγγελέα του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, το οποίο με την 390/2013 απόφασή του έπαυσε υφ' όρον και οριστικά την ποινική δίωξη εις βάρος του ενάγοντος και του αδελφού του (που είχε ασκηθεί κατόπιν της προαναφερθείσας απο 9-7-2007 εγκλήσεως της 1ης εναγόμενης), καθώς και στους οικείους γραμματείς.

Τα παραπάνω γεγονότα, που οι 2ος και 3ος των εναγομένων ισχυρίσθηκαν με τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις τους, μπορούσαν να βλάψουν και, πράγματι, έβλαψαν την τιμή και την "υπόληψη του ενάγοντος (και του μη διαδίκου στην προκείμενη πολιτική δίκη αδελφού του Γ… Μ…. ), καθώς συνιστούσαν για τον τελευταίο (και τον παραπάνω μη ενάγοντα αδελφό του) τις αξιόποινες πράξεις της λόγω εξύβρισης, της απειλής και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας...

Την προσφορότητα των γεγονότων αυτών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος (και του παραπάνω αδελφού του) την γνώριζαν οι 2ος και 3ος των εναγόμενων, οι οποίοι και ήθελαν να ισχυρισθούν ενώπιον των ως άνω τρίτων τα ως άνω βλαπτικά για τον ενάγοντα (και τον παραπάνω μη διάδικο αδελφό του) γεγονότα.

Επιπλέον... τα παραπάνω γεγονότα που οι 2ος και 3ος των εναγόμενων ισχυρίσθηκαν με τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις τους ήταν ψευδή και η αλήθεια, την οποία οι 2ος και 3ος των εναγομένων γνώριζαν καλώς (ήτοι με βεβαιότητα και σιγουριά), ήταν η ανωτέρω εκτιθέμενη. Έτσι, οι 20ς και 3ος των εναγομένων τέλεσαν εις βάρος του ενάγοντος τις αδικοπραξίες της ψευδορκίας μάρτυρα και τη συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες συνιστούν συνάμα και τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και οι οποίες προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητα του ενάγοντος..." Ακολούθως κρίνοντας το Εφετείο ότι από τις παραπάνω αδικοπραξίες ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη δέχθηκε την ένδικη αγωγή επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500 ευρώ σε βάρος εκάστου εναγομένου.

Ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, υπό την αιτίαση της "εσφαλμένης ερμηνείας του αποδεικτικού υλικού" και της "παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων" από το Εφετείο, επιχειρεί να επιστηρίξει πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως εκ του άρθρου 559 αρί και 1 βΚΠολΔ, ενώ με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, υπό την αιτίαση ότι "ουδεμία αιτιολογία αναφέρει (το Εφετείο) σε συνδυασμό με το αποδεικτικό υλικό που είχε στη διάθεσή του" προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Οι ως άνω λόγοι τυγχάνουν στο σύνολο τους απαράδεκτοι, διότι πέραν του ότι δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση συγκεκριμένο σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ούτε προσδιορίζονται ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν, υπό την επίφαση επικλήσεως των ως άνω πλημμελειών επιχειρείται να επανελεγχθεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11, περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο ΑΠ 225/2017, ΑΠ516/2016).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005 ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1/2018, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1651/2012, ΑΠ 886/2008).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίσθηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 439/2017, ΑΠ 722/2016).

Η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθ' εαυτή.

Η βεβαίωση δε του δικαστηρίου ότι προσκομίζεται ή όχι ένα έγγραφο, αφορά σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 946/2018, ΑΠ 708/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο αυτής λόγο του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, που την εξέδωσε, για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, α) δεν έλαβε υπόψη του, αφενός τις νομίμως προσκομιζόμενες ενώπιον του με επίκληση από τον ίδιο, υπ'αριθμ.635, 636/9-10-2015 ένορκες βεβαιώσεις των Χ… Τ… και Α… Φ… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου, "που θα διαφώτιζαν τόσο τον χαρακτήρα της Δ… Ν… όσο και για το περιστατικό της εξύβρισης, της συκοφάντησης της και των φθορών στο διατηρητέο κτήριο", με την αιτιολογία ότι ελήφθησαν με την απουσία του ενάγοντος και χωρίς καμία προηγούμενη κλήτευσή του , αφετέρου (δεν έλαβε υπόψη) την 319/2013 ένορκη βεβαίωση του Δ… Μ… (ήδη αποβιώσαντος) που λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 359/2014 απόφαση, και β) δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα:

την από 14-10- 2008 κατάθεση του Γ… Μ… , το από 17-9-2007 απολογητικό υπόμνημα αδελφού του ενάγοντος, το από 17-9-2007 απολογητικό υπόμνημα των Γ… και Ι… Μ… , την 359/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, την ένορκη βεβαίωση του Δ… Μ… στο πλαίσιο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 359/2014 απόφαση. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο κατά το υπό στοιχείο α) πρώτο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος.

Και τούτο διότι το Εφετείο ορθώς δεν έλαβε υπόψιν του τις ως άνω (635, 636/2015) ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον από την επισκόπηση κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του προκύπτει ότι δεν προσδιορίζεται η αρχή ενώπιον της οποίας εξετάσθηκαν οι ανωτέρω μάρτυρες , πέραν του απαραδέκτου αυτής ταύτης της κλητεύσεως, αφού στην επίμαχη (447Γ/2015) έκθεση επιδόσεως δεν προσδιορίζονται τα ονόματα των μαρτύρων, ούτε το όργανο ενώπιον του οποίου θα ληφθούν οι σχετικές ένορκες βεβαιώσεις.

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω ο ως άνω λόγος τυγχάνει και αόριστος^ καθόσον στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, ούτε η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 725/2007).

Ο ίδιος ως άνω (πρώτος) λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του (όσον αφορά την ληφθείσα στο πλαίσιο άλλης δίκης 319/2013 ένορκη βεβαίωση), καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχομένη σε αυτή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω χωρίς όμως να παραληφθεί η συνεκτίμηση κανενός...", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της τελέσεως της εν λόγω αδικοπραξίας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερομένων εγγράφων που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων (μεταξύ των οποίων και η ως άνω 319/2013 ένορκη βεβαίωση, η οποία δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτής στην απόφαση, αλλά απλό έγγραφο συνεκτιμώμενο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως τέτοιο δε λήφθηκε υπόψη, αφού η ως άνω βεβαίωση καλύπτει και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση) χωρίς το Εφετείο να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή της.

Επιπλέον, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω λόγους της αιτήσεως, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι.

Επειδή η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.20 πλημμέλεια υπό την αιτίαση ότι "υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, σε σχέση με τις τέσσερεις (4) προσκομισθείσες φωτογραφίες της οικίας της μητέρας του (1ης εναγομένης) ως προς την απόδοση (αίτιο) των φθορών σ' αυτή", είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ως άνω φωτογραφικών αναπαραστάσεων (άρθρο 444 αρ.3 ΚΠολΔ) αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Επειδή από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ816/2019, ΑΠ 217/2016).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από τον αναιρεσίβλητο προς θεμελίωση της ενδίκου αγωγής αυτού (περί της τελέσεως αδικοπραξίας σε βάρος του) και πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, συνιστώντες (OA ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1209/10) ισχυρισμούς (του) χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους του βαρυνομένου αναιρεσίβλητου-ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες αποδείξεις, κατά τη διαλαμβανομένη σ' αυτήν ρητή παραδοχή "Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω χωρίς όμως να παραληφθεί η συνεκτίμηση κανενός ..." , ενώ ο αυτός αναιρετικός λόγος δεν δύναται να θεμελιωθεί επί της προβαλλομένης από τον αναιρεσείοντα, εσφαλμένης, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δικαστικής κρίσεως, αφού η τελευταία, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ' αρθ. 561 παρ. 1 (ΑΠ 805/2017, ΑΠ 941/92).

Επειδή, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει, με απόφασή του, το Δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως (ΑΠ 903/2019, ΑΠ 1130/2011).

Εν προκειμένω με τον τέταρτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 13, διότι δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν, παρότι ο ενάγων "δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να αποδείξει τους ισχυρισμούς του με τα έγγραφα που προσκόμισε και την αποδεικτική ισχύ που αυτά έχουν σε σχέση με τα προσκομισθέντα από αυτόν (αναιρεσείοντα) προς απόδειξη των ισχυρισμών του". Ωστόσο από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος μέρους της αναιρεσιβαλλομένης και ειδικότερα από την παραδοχή ότι (αποδείχθηκε) ότι"... έτσι οι 2ος και 3ος εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος τις αδικοπραξίες της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες συνιστούν συνάμα και τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και οι οποίες προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητα του ενάγοντος...", προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις, τις οποίες αυτός προσεκόμισε, ως βαρυνόμενος με το σχετικό αποδεικτικό βάρος και όχι γιατί δεν (αντ)αποδείχθηκαν οι αντίθετοι (αρνητικοί) ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως.

Συνεπώς και ο ανωτέρω λόγος τυγχάνει αβάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ.495 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττάται (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2018 αίτηση του Π… Ν…. για αναίρεση της 460/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τους από 28-11- 2019 προσθέτους αναιρετικούς λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ