Legislator Case Law & Legislation
1016/2018 AI generated

Supreme Court remands appeal case to lower court regarding validity of enforcement proceedings against bank debt. The court found the enforcement was lawful and the appeal admissible.

Case Number 1016/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded the appeal case to the First Instance Court of Nafplio for further examination. The court held that the enforcement proceedings initiated by the bank were lawful and did not require a new judicial decision to proceed. Consequently, the Supreme Court declared the appeal admissible but found the lower court's decision to annul the enforcement proceedings to be erroneous.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 para. 2, 568 para. 1, and 498 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must ex officio verify if the absent opposing party was lawfully and promptly summoned, and if so, must proceed with the hearing despite their absence.

Keywords

AI generated
enforcement proceedings bank debt collection appeal admissibility lawful summons remittal to lower court

Cited Legislation

AI generated
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 568 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 498 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 226 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1016 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1016/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Δ. του Γ., 2) Β. Κ. του Θ., Κ. Δ., 3) Γ. Δ. του Κ., 4) Θ. Δ. του Κ. και 5) Μ. Γ. του Κ., χήρας Γ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-10-2011 και 10-1-2012 ανακοπές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 463/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576παρ.2,568παρ.1 και 498παρ.1ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Από το συνδυασμό, εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 575,226παρ.4εδ.α,γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως,ή είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά την αναβολή, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις 9798Γ, 9799Γ, 9800Γ, 9801Γ/28-12-2016 και 9853Γ/16-1-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ν. Ε. Γ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία αυτής, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 23 Οκτωβρίου 2017,επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου, αναβλήθηκε, εκπροσωπουμένων των τελευταίων από πληρεξούσιο δικηγόρο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (26-3-2018).Επομένως, αφού κατά την δικάσιμο αυτή, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915 και 916 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως, κατά το άρθρο 904 Κ.Πολ.Δ., είναι και η διαταγή πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Δεν είναι βεβαία η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αίρεσης ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση.

Η πλήρωση της αίρεσης ή η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακώς, πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη, έναντι του οφειλέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. και το οποίο πρέπει να επιδίδεται στον καθ' ού η εκτέλεση οφειλέτη, ως συμπλήρωμα του εκτελεστού τίτλου, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση, προκειμένου αυτός να μπορεί να εναντιωθεί, ασκώντας ανακοπή κατά της εκτέλεσης.

Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, είναι δε εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων. Τέλος, η κατάσχεση που επιβλήθηκε και η με βάση αυτή επισπευδομένη αναγκαστική εκτέλεση, για ποσό μεγαλύτερο του τίτλου, δεν είναι άκυρη, μπορεί όμως να ακυρωθεί για το επί πλέον ποσό.

Περαιτέρω, με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 42 ν. 2912/2001: α) ορίστηκε ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή σε καθυστέρηση από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έχουν κλείσει οριστικά μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβαίνει ορισμένο πολλαπλάσιο (τετραπλάσιο, τριπλάσιο, διπλάσιο) του ληφθέντος κεφαλαίου συν συμβατικούς τόκους όχι πλέον του 50% του κεφαλαίου, β) καθορίστηκε ο τρόπος καταλογισμού των τμηματικών καταβολών που έγιναν από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ αυτών, γ) προσδιορίστηκε ο τρόπος εκτοκισμού του προκύπτοντος ολικού ποσού, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό (ρύθμιση), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, δ) ανεστάλη η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης διαδοχικώς μέχρι 31.12.2001 και ήρθη ρητώς η αναστολή αυτή από 1.1.2002, ε) ορίστηκε ότι οι διατάξεις αυτές περί επαναπροσδιορισμού του ύψους της οφειλής και αναστολής δεν επηρεάζουν όσα σχετικώς κρίθηκαν τελεσίδικα ή ρυθμίστηκαν με νόμο ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών, μέχρι 9-5-2001 και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, στ) ορίστηκε ότι σε όσες περιπτώσεις το ύψος της απαίτησης είχε καθορισθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος σε ποσό ανώτερο του άνω πολλαπλασίου, και μετά την 31-12-2000 απέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο, πέραν του εν λόγω πολλαπλασίου, το υπόλοιπο αυτό, το επί πλέον δηλαδή του εν λόγω πολλαπλασίου, διαγράφεται, ποσά δε που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες ή τρίτους οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως ύφους, δεν αναζητούνται, ζ) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται όπως, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, χορηγούν στον οφειλέτη αντίγραφα των δανειστικών συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύφους της οφειλής καθώς και αντίγραφα των υφισταμένων καρτελών και των παραστατικών, η) τέλος ορίστηκε ότι μετά την παρέλευση του χρόνου της αυτοδίκαιης αναστολής έναρξης ή συνέχισης των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (31.12.2001) και εφόσον με σχετικές συμφωνίες μεταξύ οφειλετών και των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με την προϋπόθεση ότι με δήλωση τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσουν το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.

Επακολούθησε ο ν. 3259/2004, που ισχύει από 4-8-2004, με το άρθρο 39 του οποίου επαναρρυθμίστηκαν εν μέρει οι προς τραπεζικά ιδρύματα οφειλές από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4-8-2004. Ειδικότερα με την τελευταία αυτή διάταξη ορίστηκε: α) ότι με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 αυτού, η συνολική οφειλή από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πιστώσεως, προκειμένου δε περί αλληλοχρέων λογαριασμών δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και β) ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τα άνω και να μη προχωρήσουν σε έναρξη και συνέχιση διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι 31-10-2004 ή και πέραν της προθεσμίας αυτής, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει γίνει ρύθμιση του τρόπου εξόφλησης της οφειλής με σχετική συμφωνία με τον πρωτοφειλέτη ή τον εγγυητή ή τους καθολικούς διαδόχων τους και αυτοί είναι ενήμεροι, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 30 ν. 2789/2000.

Από αυτά συνάγεται ότι από της 4-8-2004, που άρχισε να ισχύει η ως άνω διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ανεστάλη και πάλι, μέχρι 31-12-2004, αυτοδικαίως η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, επισπευδομένης από πιστωτικά ιδρύματα με τίτλο εκτελεστό, προς ικανοποίηση απαιτήσεών τους από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4-8-2004, εκτός εκείνων που είχαν επιδικασθεί τελεσιδίκως μέχρι 11.2.2000 (έναρξη ισχύος του ν. 2789/2000) και υποχρεώθηκαν τα πιστωτικά ιδρύματα να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους αυτών, κατά τα άνω οριζόμενα, ως βάση δε για τον υπολογισμό του τριπλασίου, προκειμένου για αλληλοχρέους λογαριασμούς, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 1 του άνω άρθρου 39 ν. 3259/04, λαμβάνεται το ύψος της απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, μετά δε την παρέλευση της άνω προθεσμίας,(31-12- 2004) και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά μεταξύ οφειλέτου και του δικαιούχου πιστωτικού ιδρύματος, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης από τους οφειλέτες, μέχρι 31-10-2004, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να προβεί σε έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, για την ικανοποίηση της απαίτησής του, όπως αυτή διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις (τριπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού), θεωρείται ότι αποσβέσθηκε η απαίτηση κατά το επί πλέον του εν λόγω πολλαπλασίου ποσό, υπό την προϋπόθεση ότι το επισπεύδον πιστωτικό ίδρυμα, με μονομερή δήλωσή του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, που γνωστοποιείται στον οφειλέτη, προσδιορίσει το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης.

Η μονομερής αυτή δήλωση του επισπεύδοντος αναγκαστική εκτέλεση πιστωτικού ιδρύματος για το ύψος της οφειλής συνιστά ex lege μεταγενέστερη αναβλητική αίρεση, για την έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πληρούται δε με μόνη τη γνωστοποίησή της στον καθ' ού η εκτέλεση, και δεν αναφέρεται στην απαίτηση, η οποία από τον εκτελεστό τίτλο είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογήν, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλοχρέου λογαριασμού), παρέχεται δε στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, όπως και στις λοιπές περιπτώσεις που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, η δυνατότητα με ανακοπή του κατά το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ., να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στη δήλωση της τραπέζης, δεν είναι εκείνο που προκύπτει ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που αναφέρεται στη δήλωση του επισπεύδοντος.

Το ότι δε ο επαναπροσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 ν. 3259/2004, δεν συνιστά αναβλητική αίρεση για τη γέννηση της προκύπτουσας από τον εκτελεστό τίτλο απαίτησης του επισπεύδοντος, συνάγεται και από το ότι, με τις εν λόγω ρυθμίσεις αναπροσαρμογής του ποσού της οφειλής, δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη, για τις αντίστοιχες περιπτώσεις, στις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 915 και 916 Κ.Πολ.Δ., ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, γεγονός που θα καθιστούσε τις σχετικές διατάξεις αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 17 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στις μεταξύ οφειλετών και πιστωτικών ιδρυμάτων συμβατικές σχέσεις (Α.Π.1543/2014, 653/2013, 1099/2010).Τούτων δοθέντων, ο νόμος ούτε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 915ΚΠολΔ βεβαιότητα της απαίτησης θίγει, αφού δεν προσθέτει σε αυτή αίρεση ή προθεσμία, ούτε καθιστά το περιεχόμενο της εκκρεμές ή αμφίβολο.

Εξάλλου ούτε ανεκαθάριστη είναι κατά το άρθρο 916 του ίδιου Κώδικα η απαίτηση, αφού το ύψος της προκύπτει από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο με την τέλεση ορισμένων αριθμητικών πράξεων. Επομένως, επιτρέπεται η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης από τράπεζα, εφόσον αυτή διαθέτει εκτελεστό τίτλο και μονομερώς εξειδικεύει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30 του ν.2789/2000 και του άρθρου 39 του ν.3259/2004, ποσό της απαίτησης, χωρίς να αποκρούεται με τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη λόγω της ex lege αναπροσαρμογής της, η οποία εν τω μεταξύ εχώρησε (ΑΠ488/2017,506/2016)"Τέλος, τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης για παρά τον νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητος, μπορούν να θεμελιώσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλομένους με το σχετικό ένδικο βοήθημα (Α.Π. 1543/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 385/2011 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (ήδη αναιρεσείουσας) υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) να καταβάλουν στην καθ' ης, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 2.198.684,56 ευρώ εντόκως και με εξάμηνο ανατοκισμό, ως χρεωστικό υπόλοιπο από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού στις 22.8.2011 που τηρούσε η καθ' ης για την εξυπηρέτηση της υπ' α.ριθμ…./541/19.7.2000 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) ύψους 73.367,57 ευρώ, που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου των ανακοπτόντων και της καθ' ης με την εγγύηση της δεύτερης ανακόπτουσας και ακολούθως με τις υπ' αριθμ. 20.1.2004, 19.5.2006, 27.3.2007, 19.4.2007, 19.10.2007, 2.4.2007, 3.9.2009, 4.3.2010 πρόσθετες αυξητικές της ως άνω σύμβασης πράξεις, μεταξύ της καθ' ης και του πρώτου των ανακοπτόντων με την εγγύηση των λοιπών.

Ακολούθως η καθ' ης με την από 19.9.2011 επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε στους ανακόπτοντες παρά πόδας της ως άνω διαταγής πληρωμής επέβαλε κατάσχεση επί των αναφερομένων στην ως άνω ανακοπή ακινήτων των ανακοπτόντων δυνάμει της υπ' αριθμ. 2265/28.12.2011 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ν.

Ε. Γ., περίληψη της οποίας τους επιδόθηκε στις 28.12.2011 με ορισθείσα ημέρα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού την 15.2.2012. Περαιτέρω με τις από 13.5.2011 δηλώσεις προσδιορισμού οφειλής που επιδόθηκαν στους ανακόπτοντες στις 25.8.2011 η καθ' ης προέβη σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2001, καθορίζοντας τη συνολική οφειλή στο ποσό των 2.071.942,03 ευρώ.

Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη απαίτηση, η οποία υπήχθη στη ρύθμιση του ως άνω νόμου, εξαρτάται από τη διαδικασία του επανακαθορισμού της, ο δε επανακαθορισμός της από την επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση τράπεζα δεν έγινε με αναγνωριστική δικαστική απόφαση ή με έγγραφο εκδόσεως των ιδίων των οφειλετών και δεν επέδωσε μαζί με την επιταγή και αποδεικτικό της απαίτησης έγγραφο όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 924 ΚΠολΔ,.....αλλά έγινε με μονομερή πράξη υπολογισμού της ίδιας της δανείστριας-καθής, δηλαδή με ιδιωτικό έγγραφο που έχει εκδοθεί από την ίδια την επισπεύδουσα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να έχει αποδεικτική δύναμη απέναντι στους καθ' ων η εκτέλεση- ανακόπτοντες, οι οποίοι αμφισβήτησαν με την υπό κρίση ανακοπή τον ως άνω επαναπροσδιορισμό.

Η απαίτηση της καθ' ής η ανακοπή Τράπεζας από την ισχύ του Ν.2912/2001 κατέστη ex lege απαίτηση υπό όρο, εξαρτώμενη από τη διαδικασία του επανακαθορισμού της κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως τροποποιήθηκε. Αυτό σημαίνει ότι η καθής δεν μπορεί να επισπεύσει έγκυρα αναγκαστική εκτέλεση αν δεν προαποδείξει τη βεβαιότητα της εκτελούμενης απαιτήσεως της με έγγραφο, όπως επιτάσσει το άρθρο 915 Κ.Πολ.Δικον.

και αν δεν συγκοινοποιήσει με την επιταγή της το έγγραφο αυτό (άρθρο 924 Κ.Πολ.Δικον). Ο προαναφερόμενος επανακαθορισμός της ανεξόφλητης αυτής οφειλής στην οποία προέβη η καθ' ης η ανακοπή στις 13/5/2011, που κοινοποίησε στους ανακόπτοντες στις 25/8/2011 είναι παράνομος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν προαποδεικνύεται από την φέρουσα το βάρος απόδειξης η απαίτηση της επισπεύδουσας την εκτέλεση καθ1 ης η ανακοπή, η οποία αποτελεί τη βάση επαναπροσδιορισμού της οφειλής και υπαγωγής της στις ευνοϊκές ρυθμίσεις των ανωτέρω διατάξεων, ο ισχυρισμός που προβάλλουν οι ανακόπτοντες με τον πρώτο και δεύτερο κοινό λόγο των επίδικων ανακοπών τους, τον οποίο επαναφέρουν στο παρόν δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της ανακοπής.".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ακολούθως το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 28-6-2014 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (463/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου) που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε τις συνεκδικασθείσες από 7-10-2011 και 10-1-2012 ανακοπές τους και ακύρωσε την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που η αναιρεσείουσα επέσπευσε δυνάμει του 439/2011α απογράφου εκτελεστού της 385/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και την 2265/28- 12-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Ν.

Ε. Γ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράνομης ακύρωσης των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας. Τούτο γιατί, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, η απαίτηση της αναιρεσείουσας, για την ικανοποίηση της οποίας επέδωσε την επίδικη από 19-9-2011 επιταγή προς πληρωμή στους αναιρεσίβλητους και στη συνέχεια επέβαλε την προσβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων τους, δεν είχε καταστεί αβέβαιη ούτε ανεκκαθάριστη μετά την ισχύ των νόμων 2789/2000,2912/2001 και 3259/2004,αλλά εγκύρως προχώρησε η εκτέλεση με βάση τον μονομερή προσδιορισμό αυτής από την αναιρεσείουσα και ούτε ήταν αναγκαίο για τη συνέχιση της ένδικης εκτέλεσης η έκδοση δικαστικής απόφασης ή η κοινοποίηση κάποιου επιπλέον εγγράφου που να την προαποδεικνύει, ενώ οι αναιρεσίβλητοι είχαν την δυνατότητα να αμφισβητήσουν το ύψος της, κάτι που όμως- όπως προκύπτει από την επισκόπηση των γενόμενων δεκτών λόγων των ανακοπών τους, δεν έπραξαν.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 (και όχι και αριθμ. 1) ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση(ως προς τους λοιπούς μη ερευνηθέντες λόγους της ανακοπής) στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκεί που εξέδωσε (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚποΛΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά της έξοδα (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 304/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ