Legislator Case Law & Legislation
1016/2014 AI generated

1016/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1016/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1016/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
previous legal status vehicle keeper seizure of motor vehicle expropriated property action to recover possession restitution of nationalized property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1016 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1016/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Πανταζή.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Λ. συζ. Δ., το γένος Σ. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Φραντζεσκάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/2/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 12/2/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας- αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη η μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του. Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο λεπτομερή και σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του και της έκτασης του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του.

Τέτοια δε περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωση Του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Όμως δεν προσαπαιτείται για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου, ο καθ' όρια προσανατολισμός αυτού, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων.

Εάν το ακίνητο αναφέρεται ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, ώστε να προκύπτει ποίο συγκεκριμένο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης καταλαμβάνει αυτό. Η περιγραφή του ακινήτου δεν μπορεί να συμπληρώνεται με την παραπομπή σε άλλο έγγραφο, όπως σχεδιάγραμμα στο οποίο αποτυπώνεται το ακίνητο, εκτός αν το έγγραφο έχει ενσωματωθεί στην αγωγή, κατά τρόπο ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής το ακίνητο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περιγράφεται ως αγρός - οικόπεδο, συνολικής εκτάσεως πέντε χιλιάδων εφτακοσίων σαράντα εννιά τετραγωνικών μέτρων και ενενήντα έξι εκατοστών (5,749,96μ2), το οποίο φέρει αριθμό κληροτεμαχίου … του αγροκτήματος "..., της διανομής 1930 του Υπουργείου Γεωργίας, βρίσκεται στην θέση "Μιτσιτιές ή Παληοχώρι" της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ.

Ανέζας του Δήμου Αμβρακικού του Ν.Άρτας, επί της Επαρχιακής οδού Άρτας-Ανέζας, εμφαίνεται και απεικονίζεται στο από Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Χ. Μ. με τα στοιχεία (Α10-Α35-Α22-Α21-Α20-Α73-Α74-Α75-Α76-Α77-Α78-Α10)και συνορεύει ολόγυρα: με Επαρχιακή οδό Άρτας-Ανέζας από τις πλευρές (Α10-Α35) μήκους είκοσι ενός μέτρων κι τριάντα εννιά εκατοστών (21,39μ.), (Α35-Α22) μήκους τριάντα εννιά μέτρων και είκοσι έξι εκατοστών (39,26μ), (Α22-Α21) μήκους τριάντα δύο μέτρων και σαράντα πέντε εκατοστών (32,45) και (Α21-Α20) μήκους έντεκα μέτρων και εβδομήντα δύο εκατοστών (11,72μ), με το υπ' αριθμόν (393) κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Κ.

Ι. Φ. από την πλευρά (Α20-Α73) μήκους πενήντα οκτώ μέτρων και εβδομήντα εκατοστών (58,709μ), με το ως άνω υπ' αριθμόν (393) κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Ι. Χ. από την πλευρά (Α73-Α74) μήκους πενήντα πέντε μέτρων και έντεκα εκατοστών (55,11 μ), με το υπ' αριθμόν (944) κληροτεμάχιο (χέρσον) από τις πλευρές (Α74-Α75) μήκους δώδεκα μέτρων και τριάντα τεσσάρων εκατοστών (12,34μ) και (Α75-Α76) μήκους είκοσι τριών μέτρων και εβδομήντα επτά εκατοστών (23,77μ), με το υπ' αριθμόν (366) κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Μ.

Φ. Τ. (εναγόμενου) από τις πλευρές (Α76-Α77) μήκους είκοσι τεσσάρων μέτρων και ογδόντα οκτώ εκατοστών (24,88μ), (Α77-Α78) μήκους είκοσι τεσσάρων μέτρων και δέκα επτά εκατοστών (24,17μ) και (Α78-Α10) μήκους τριάντα δύο μέτρων και σαράντα έξι εκατοστών (32,46μ) ενώ το επίδικο τμήμα αυτού που κατέλαβε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων εκτάσεως 709,68 τμ συνορεύει ολόγυρα με την Επαρχιακή οδό Άρτας-Ανέζας από την πλευρά (Α-10-Α90) μήκους (16,87μ), με την ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης από τις πλευρές (Α90-Α91-Α92-Α93-Α94) συνολικού μήκους πενήντα δύο μέτρων και πενήντα δύο εκατοστών ( 52,52μ ) και.

με την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος από τις πλευρές (Α76-Α77) μήκους είκοσι τεσσάρων μέτρων και ογδόντα οκτώ εκατοστών (24,88μ), (Α77-Α78) μήκους είκοσι τεσσάρων μέτρων και δέκα επτά εκατοστών (24,17μ) και (Α78-Α10) μήκους τριάντα δύο μέτρων και σαράντα έξι εκατοστών (32,46μ), με κληροτεμάχιο 944 από την πλευρά (Α94-Α76) μήκους τριών μέτρων και ογδόντα τριών εκατοστών (3,83μ).

Η ως άνω περιγραφή του επιδίκου ακινήτου είναι πλήρης και δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση αοριστίας της αγωγής, λόγω μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου ακινήτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη συνεπώς και την διεξαχθείσα από το δικαστήριο αυτοψία, που αποτελεί ίδιον αποδεικτικό μέσο, κατ' άρθρον 339 ΚΠολΔ, η οποία ενσωματώνεται στην έκθεση που συντάσσονται γι' αυτή, και περιέχει τις ενέργειες του δικαστή ή του δικαστηρίου που διεξήγαγε την αυτοψία και τις διαπιστώσεις αυτού.

Και ναι μεν δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του (ολ ΑΠ 111/1981 και 848/1981), αρκεί, όμως, να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ολ ΑΠ 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθ. 94503/27.9.1956 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νομίμους, στις 25-10-1958, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άρτας (τομ.

… αυξ. αριθμ. …) στο δικαιοπάροχο (πατέρα) της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας Θ. Σ. του Γ., περιήλθε κατά κυριότητα προς γεωργική αποκατάσταση, γεωργικός κλήρος, εκτάσεως 29.233 τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος "...", αποτελούμενος από πέντε (5) τεμάχια, όπως αυτά καθορίζονται στην οριστική διανομή που κυρώθηκε με την από 15060/1933 Υπουργική απόφαση και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 12 της 11-2-1933 και απεικονίζονται στο από 18-2-1948 επίσημο σχεδιάγραμμα της Διευθύνσεως Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας.

Μεταξύ των ανωτέρω αγροτεμαχίων είναι και το υπ' αριθμ. …, εκτάσεως 5750 τ.μ., το οποίο συνορεί)ει ολόγυρα με την επαρχιακή οδό Ανέζας - Άρτας, με το … κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Κ. Ι. Φ., με το .. κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Ι. Χ., με το … κληροτεμάχιο (χέρσο) και με το … κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Μ. Φ. Τ., δικαιοπαρόχου του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν από την ανωτέρω διανομή με τον υπ' αριθμ. .../5-4-1957 τίτλο κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας.

Ο ανωτέρω κληρούχος (Θ. Σ. του Γ.) που διενεργούσε πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του υπ' αριθμ. … κληροτεμαχίου, συνέχεια, το έτος 1961 με το 7.136/27-5-1961 προικοσύμφωνο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Άρτας Παναγιώτης Τσίκος και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άρτας (τομ.

…αυξ. αριθμ. …), μεταβίβασε στη θυγατέρα του (εκκαλούσα), λόγω προικός, ολόκληρο το ως άνω κληροτεμάχιο, κατά τα άρθρα 1412 και 1414 του ισχύοντος τότε ΑΚ, ήτοι κατά ψιλή κυριότητα, το οποίο όμως μετά την τροποποίηση του ΑΚ με τον ν. 1329/1984 περιήλθε στην τελευταία, κατά πλήρη κυριότητα για τη συμβολή στη δημιουργία περιουσιακής αυτοτέλειας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ίδιος κληρούχος συνέχισε να εκμεταλλεύεται ολόκληρο το εν λόγω κληροτεμάχιο, κατ' εντολή και για λογαριασμό της εκκαλούσας, σχεδόν μέχρι και τον θάνατο του, που επήλθε το έτος 1993, μετά δε εκμεταλλευόταν αυτό η εκκαλούσα και ο σύζυγος της. Ειδικότερα, ο πατέρας της (Σ. Θ.) το καλλιεργούσε με δημητριακά και το εκμίσθωνε ολόκληρο σε κτηνοτρόφους για βοσκή των ζώων τους όπως και η ίδια στη συνέχεια.

Για όλα αυτά, σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, η οποία επιβεβαιώνεται από την υπ' αριθμ. .../13-4-1992 δημόσια διαθήκη του αρχικού κληρούχου. που συνέταξε η συμβολαιογράφος Άρτας Αικατερίνη Χαρ. Καλαμάκη-Νταλιάνη και δημοσιεύθηκε στις 18-8-1993 με το 67/1993 πρακτικό δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και την από 27-3-1997 δήλωση στοιχείων ακινήτων που υπήρχαν την 1-1-1997 (Ε9) στην κυριότητα της εκκαλούσας και του συζύγου της την οποία υπέβαλαν προς τη ΔΟΥ KB' Αθηνών.

Μεταξύ των ακινήτων στον πίνακα με τον αριθμό δύο (2) σημειώνεται και το άνω αγροτεμάχιο, εκτάσεως 5750 τμ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τμήμα του ανωτέρω κληροτεμαχίου, εμβαδού 709,68 τ.μ., το οποίο συνορεύει ολόγυρα με την επαρχιακή οδό Ανέζας - Άρτας, με την υπόλοιπη ιδιοκτησία της εκκαλούσας, με το 944 κληροτεμάχιο (χέρσο) και την ιδιοκτησία του εφεσίβλητου, του οποίου τα ως άνω όρια και οι πλευρικές διαστάσεις, οι οποίες αποτυπώνονται στο από Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Χ.

Μ., που με επίκληση προσκομίζει η εκκαλούσα και συνομολογούνται από τον εφεσίβλητο, αφού τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι το τμήμα αυτό, ο δικαιοπάροχος της εκκαλούσας Σ. Θ., το έτος 1955 το μεταβίβασε ατύπως στο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου (Μ. Τ. του Β.) και ότι από τότε το κατείχε ο τελευταίος και στη συνέχεια ο ίδιος (εφεσίβλητος) από το 1970, απορριπτέος κρίνεται, ως αβάσιμος καθότι κατά τον ανωτέρω χρόνο η κυριότητα του ως άνω ακινήτου ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στο δικαιοπάροχο της εκκαλούσας, αφού σ' αυτόν σύμφωνα με.

όσα προαναφέρθηκαν περιήλθε η κυριότητα του ακινήτου από τη μεταγραφή του τίτλου κυριότητας, με τον οποίο του το παραχώρησε το Ελληνικό Δημόσιο (υπ' αριθμ. 94503/1956), ήτοι από 25-10-1958 (Ολ. ΑΠ 701/71, ΑΠ 86/84, ΝοΒ 33.239). Ως εκ τούτου δεν είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου στο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου κατά το χρόνο που προαναφέρθηκε.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση τα ανωτέρω η κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως κρίνεται ελάχιστα πειστική. Αποδείχθηκε ακόμη, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ότι και ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι η δήλωση των συμβληθέντων στο ως άνω προικοσυμβόλαιο (7136/27-5-1961) είναι εικονική, όσον αφορά το επίδικο αγροτεμάχιο των 709,68μ2 ή όσης έκτασης και αν είναι, διότι ο δικαιοπάροχος του το έτος 1955 το είχε αγοράσει από το δικαιοπάροχο της εκκαλούσας Σ.

Θ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι τα ανωτέρω ενισχύονται από το ότι ο εφεσίβλητος δεν δίνει κάποια πειστική εξήγηση για ποιο λόγο τόσο αυτός όσο και ο δικαιοπάροχος του δεν μερίμνησαν για τη σύνταξη εγγράφου, ώστε ευχερώς να μπορεί να αποδείξει τον ανωτέρω αμφισβητούμενο από την εκκαλούσα ισχυρισμό του και συγκεκριμένα της εικονικότητας της δικαιοπραξίας, που περιέχεται στο κύριο έγγραφο (προικοσυμβόλαιο) εκμηδενίζοντας με τον τρόπο αυτό τη δύναμη του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο εφεσίβλητος αυθαιρέτως κατέλαβε και ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του το επίδικο ακίνητο τμηματικά τον Ιούνιο και Αύγουστο του 2001 και ότι η εκκαλούσα έλαβε γνώση γι' αυτό από τον τελευταίο μισθωτή του ακινήτου Χ. Π. στους ανωτέρω χρόνους. Εξαιτίας αυτού, αμέσως μετά, απευθύνθηκε στον Αστυνόμο Ανέζας για διευθέτηση της διαφοράς στις 28-6-2001 και 10-8-2001, σημειώθηκαν τα παράπονα της στο βιβλίο συμβάντων στις 29-6-2001, όπου σημειώνεται ότι ο εφεσίβλητος κλήθηκε και έλαβε γνώση, στη συνέχεια κατέθεσε την από 13-8-2001 μήνυση κατά του εφεσίβλητου προς τον Εισαγγελέα Άρτας και ανέθεσε στον τοπογράφο μηχανικό Χ.

Μ. να οριοθετήσει το επίδικο εδαφικό τμήμα, που ο εφεσίβλητος αυθαίρετα κατέλαβε και ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του. Αποδείχθηκε ακόμη, ότι ο εφεσίβλητος καλλιέργησε αυτό με τριφύλλι και το περιέφραξε από την πλευρά που εφάπτεται με την επαρχιακή οδό Ανέζας - Άρτας με πρόχειρη περίφραξη. Με βάση τα ανωτέρω, στην ενάγουσα περιήλθε ολόκληρο το υπ' αριθμ.

…κληροτεμάχιο με το προικοσυμβόλαιο που προαναφέρθηκε και από τότε (1961) ασκούσε σ' αυτό τις άνω πράξεις νομής και κατοχής συνέχεια, το: αντιθέτως δε υποστηριζόμενα από τον εφεσίβλητο και ειδικότερα περί ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου και παραγραφής της ένδικης αγωγής, απορριπτέα κρίνονται, ως αβάσιμα κατ' ουσίαν.

Ενόψει αυτών και σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η εκ μέρους της εκκαλούσας άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του εν λόγω δικαιώματος. Και τούτο, διότι ο εφεσίβλητος προέβη αφενός μεν στην κατάληψη της ανωτέρω εκτάσεως χωρίς την έγκριση και παρά την εναντίωση της ανωτέρω κυρίας της εκτάσεως αυτής, γνωρίζοντας ότι παρανόμως και αυθαιρέτως καταλαμβάνει και κατέχει την εν λόγω έκταση αφετέρου δε η κυρία της εκτάσεως αυτής δεν αδράνησε και δεν ανέχθηκε την κατάσταση αυτή, αλλά αντέδρασε ευθύς αμέσως από της εκδηλώσεως της και με τις προεκτεθείσες ενέργειες της επεδίωξε την ανάκτηση της καταληφθείσης εκτάσεως.

Επομένως, ο εφεσίβλητος προβαίνοντας στην κατάληψη της ως άνω εκτάσεως, όπως οριοθετείται στο από Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω τοπογράφου που με επίκληση προσκομίζει η εκκαλούσα, την οποία ουδόλως αξιοποίησε, είχε επίγνωση του κινδύνου να ασκηθεί κατ' αυτού διεκδικητική αγωγή για απόδοση της εκτάσεως αυτής από τη δικαιούχο Μ.

συζ. Δ. Λ., η οποία ενόψει της ανωτέρω σειράς αντιδράσεων, ήταν βεβαία." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης (εκκαλούσας-ενάγουσας), αφού απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που πρόβαλε ο αναιρεσείων (εφεσίβλητος-εναγόμενος) και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.

Όμως, από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων στην κατ' έφεση δίκη, αυτός για την απόδειξη της πιο πάνω ένστασης του επικαλέσθηκε και προσκόμισε την υπ' αριθ. 14/19.9.2003 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε ο δικαστής που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία και διενέργησε τη σχετική αυτοψία στο επίδικο ακίνητο.

Ωστόσο δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το πιο πάνω ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού αυτό δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καταλείπονται πλείστες όσες αμφιβολίες ότι το Εφετείο έλαβε πράγματι υπόψη του και το εν λόγω αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος , να αναιρεθεί η πιο πάνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 227/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στην 1 Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ