Legislator Case Law & Legislation
1016/2009 AI generated

1016/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1016/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1016/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1016 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1016/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ... . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Δήμου Πατρέων, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχό του, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θωμάς Βελιανίτης με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1999 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-4-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 5-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την έκθεση επιδόσεως ... της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αιγίου, ..., την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 2-4-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου (14.1.2009) και κλήση προς συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από αυτές (αναιρεσείουσες) στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 573 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα εφόσον δε το δικαστήριο κρίνει κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει να αναφέρονται και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που το δικαστήριο δέχτηκε, υπό τα οποία συντελέστηκε υ προβαλλόμενη αιτίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Προβάλλεται η αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα έχει καταστεί κοινόχρηστος χώρος, παραβίασε ουσιαστικούς κανόνες δικαίου και διδάγματα της κοινής πείρας.

Όμως, οι αναιρεσείουσες στο αναιρετήριο εκθέτουν το ιστορικό της υπόθεσης και τα κατά την άποψή τους αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, χωρίς να διαλαμβάνουν σ' αυτό τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ποια είναι τα διδάγματα αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα οποία εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το Δικαστήριο, ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία αφορούν και ποια πραγματικά περιστατικά της διαφοράς πρέπει να υπαχθούν σ' αυτόν.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος. Ο ίδιος λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, αναφορικά με τις κρίσεις του Δικαστηρίου, αν το επίδικο κατέστη ή όχι κοινόχρηστο, πως οι αναιρεσείοντες κατέστησαν συγκύριοι αυτού κ.λ.π., είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του πορίσματος, που εξάγεται από τις αποδείξεις, πλήττουν την μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από αυτό (άρθρο 361 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 58/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσίβλητου Δήμου Πατρών, τα οποία καθορίζει σε εξακόσια (600) Ευρώ.

Kρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ