Legislator Case Law & Legislation
1016/2008 AI generated

1016/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1016/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2637/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9821/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/9/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1016/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά.

Keywords

AI generated
administrative status of officials unemployment benefits of directors managerial position in double taxation debt collection officer managing director gestor without mandate
AI generated
102/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1900/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9190/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/1/2006 αίτησή της.
1360/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
2053/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1273/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1815/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/8/2005 και 19/1/2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7414/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/3/2010 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1016 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1016/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγούλα Κούνη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2637/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9821/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/9/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 20/4/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά.

Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τ' ακόλουθα : Με το άρθρο 8 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, ορίζεται ότι σε κάθε τμήμα προϊσταται Εντεταλμένος Τμηματάρχης - Προϊστάμενος ή Τμηματάρχης που ορίζεται από τον Διοικητή και φέρει τον τίτλο Τμηματάρχης - Προϊστάμενος και ότι τον Αναπληρωτή του Τμηματάρχη - Προϊσταμένου ορίζει ο Διοικητής.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίλβητος είχε προσληφθεί στις 12-3-1969 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα με σύμβαση εργασίας και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, και ειδικότερα στο λογιστικό κλάδο. Την 1-1-1983 έλαβε τον βαθμό του Τμηματάρχη και με την 2329/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, είχε προαχθεί στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-12-1993.

Επίσης, με την 7141/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε η προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.4.1995. Είναι πτυχιούχος και των δύο Τμημάτων της Παντείου Ανωτάτης Σχολής (Δημόσιας Διοίκησης και Πολιτικών Επιστημών), γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και μέτρια την ιταλική. Παρακολούθησε μέχρι το 1995 τα αναφερόμενα τέσσερα σεμινάρια.

Αρχικά από της προσλήψεώς του υπηρέτησε στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στην Καλαμάτα μέχρι την 20.7.1974, στη συνέχεια στο υποκατάστημα στην Πάτρα μέχρι 18.3.1992 και από 19.3.1992 στο υποκατάστημα στη Λάρισα. Την 27.2.1995 μετατέθηκε στο υποκατάστημα στο Βόλο ως Υποδιευθυντής, πλην όμως με την 802/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κρίθηκε καταχρηστική η μετάθεση αυτή και παρέμεινε στη Λάρισα.

Την 21.10.1996 μετατέθηκε στην Αθήνα στο Κεντρικό Κατάστημα της αναιρεσείουσας και "τέθηκε στη διάθεση του προσωπικού". Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου της Υπηρεσίας Συναλλάγματος και Εργασιών Κλήριγκ στο υποκατάστημα στην Πάτρα από 14.9.1984, ενώ από 18.3.1992 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Διευθυντή στο υποκατάστημα στη Λάρισα.

Την 21.10.1996 παρουσιάστηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της αναιρεσείουσας στην Αθήνα και στη διάθεση του προσωπικού. Μετά τετράμηνο παραμονής του (5.3.1997) τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ελέγχων και Λογιστικής Υποστήριξης Ασφαλιστικών Οργανισμών της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου και στη συνέχεια την 15.9.1997 στο Τμήμα Ελέγχων και Παρακολούθησης Επενδύσεων και Περιουσίας Ασφαλιστικών Φορέων της ίδιας Διεύθυνσης, στο οποίο δεν είχε αντικείμενο απασχόλησης.

Με την από .... επιστολή του προς την αναιρεσείουσα ζήτησε την ανάθεση καθηκόντων ευθύνης και με τις αναφερόμενες από 30.4.1999, 2.10.2000 και 4.5.2000, αντίστοιχα, επιστολές του προς τους Υποδιοικητές και τον Διοικητή της αναιρεσείουσας διαμαρτυρήθηκε για τη μη ανάληψη καθηκόντων ευθύνης. Στην από 17.1.2001 ένστασή του στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 1999 ισχυρίζεται ότι η μη αξιοποίησή του σε υπάρχοντα ενεργά τμήματα με κενές θέσεις ευθύνης δεν ανάγεται μόνο στο επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα αλλά αρχίζει από της μετακινήσεώς του στο εν λόγω Τμήμα (5.3.1997).

Στις εκθέσεις αξιολόγησης του αναιρεσίβλητου για την περίοδο από 1.1.2000 έως 31.12.2000 και από 1.1.2001 έως 31.12.2001 αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέστη δυνατόν να τον απασχολεί λόγω μη έκδοσης των Υπουργικών αποφάσεων που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση των διατάξεων του ν. 2676/5.1.1999 περί οργανωτικής και λειτουργικής αναδιάρθρωσης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης.

Στην έκθεση της εσωτερικής επιθεώρησης του 1993, την οποία προσκόμισε η αναιρεσείουσα, αναφέρεται ότι "το Υποκατάστημα διευθύνεται από τον Τμηματάρχη κ. Ψ1 από τον Απρίλιο του 1992. Διαπιστώθηκε ότι αν και ο τρόπος με τον οποίο διευθύνεται το Υποκατάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχής, εν τούτοις η προς τα έξω εικόνα του Υποκαταστήματος είναι ικανοποιητική.

Αυτή οφείλεται στην υψηλή, ως επί το πλείστον, υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού και στο πολύ καλό εργασιακό κλίμα που είναι απόρροια της επί σειρά ετών ανάπτυξης των διαπροσωπικών σχέσεων του προσωπικού του υποκαταστήματος", χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά που να στηρίζουν την κρίση του συντάκτη ως επιθεωρητή.

Αντίθετα, από το περιεχόμενο της 802/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αποδεικνύεται ότι από σειρά εγγράφων και μάλιστα του Συνδέσμου Θεσσαλών Βιομηχανιών, του Εμπορικού Συλλόγου Λάρισας και του Επιμελητηρίου Λάρισας, διαπιστώθηκε ικανοποίηση των φορέων αυτών για το επίπεδο της εξυπηρέτησής τους από τις υπηρεσίες της Τράπεζας και της Διεύθυνσης αυτής.

Τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά α) περί φραστικού επεισοδίου που έλαβε χώρα την 2.8.1995 μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του ομοιόβαθμου υφισταμένου του ......, λόγω της αναστολής της μετάθεσης του αναιρεσίβλητου από τη Λάρισα στο Βόλο με την 802/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία κρίθηκε καταχρηστική η μετάθεση και της αναλήψεως της Διεύθυνσης του υποκαταστήματος Λάρισας από τον ανωτέρω ......, β) περί εκπυρσοκροτήσεως την 18.1.1996 όπλου στο γραφείο του αναιρεσίβλητου, το οποίο, λόγω πλημμελούς φυλάξεως στο Χρηματοκιβώτιο, περιήλθε στη χρήση του ευρισκομένου στο γραφείο του 17χρονου υιού του και γ) περί παραπομπής του την 5.7.1996 στο Συμβούλιο Διοικητικής Υπηρεσίας (Σ.Δ.Υ.) και περί επιβολής σ' αυτόν με την π.δ. 329/16.7.1996 της πειθαρχικής ποινής της παύσεως ενός μηνός για τις προαναφερθείσες πράξεις, δεν ασκούν επιρροή στην ανάθεση καθηκόντων ευθύνης εκ μέρους της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο.

Με την 976/1996 απόφαση του Πταισματοδικείου της Λάρισας ο αναιρεσίβλητος απαλλάχθηκε από την κατηγορία της ανωτέρω εκπυρσοκρότησης του όπλου (άρθρο 436 παρ. β' ΠΚ). Η ως άνω πειθαρχική ποινή έχει εκτιθεί από το μήνα Αύγουστο 1996 και έχει από μακρού χρόνου εξαντλήσει τις όποιες δυσμενείς συνέπειές της και ότι δεν μπορεί να ισχύει σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Ενώ εξέτιε την ως άνω ποινή, η πλειοψηφία των υπαλλήλων του υποκαταστήματος Λάρισας υπέβαλε την 26.8.1996 προς τη Διεύθυνση Διοικητικού το από 26.8.1996 υπόμνημα, με το οποίο διαμαρτυρόταν για την αδυναμία συνεργασίας τους με τον αναιρεσίβλητο. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της αναμονής, η αναιρεσείουσα ανέθεσε καθήκοντα ευθύνης στην ίδια Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου αλλά και στο ίδιο τμήμα του στους ακόλουθους υπαλλήλους, από τη σύγκριση δε των προσόντων τους προκύπτει η καταφανής υπεροχή του αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα ανέθεσε στον: α) ....., απόφοιτο Γυμνασίου, που προσλήφθηκε το έτος 1969, έχει προαχθεί στο βαθμό Τμηματάρχη το έτος 1987, στο δε βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου το έτος 1997. 2) ....., πτυχιούχο ΑΕΙ, που προσλήφθηκε το έτος 1973, έχει προαχθεί στο βαθμό του Τμηματάρχη το έτος 1987, στο δε βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου το έτος 1992. 3) ....., πτυχιούχο ΑΕΙ, που προσλήφθηκε το έτος 1971 και έχει προαχθεί στο βαθμό του Τμηματάρχη το έτος 1988, στο δε βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου το έτος 1992. 4) ....., πτυχιούχο ΑΕΙ, προσλήφθηκε την 21.10.1970 και έχει προαχθεί στο βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1.7.1994 και 5) ......, πτυχιούχο ΑΕΙ, προσλήφθηκε την 2.8.1976 και έχει προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1.1.1997.

Πλέον αυτών, έχουν ανατεθεί καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος στην ίδια Διεύθυνση στους Τμηματάρχες (ιεραρχικά κατώτερους του ενάγοντος) ....., ...., ..... και ...... Όλοι είναι νεώτεροι του ενάγοντος τόσο στη γενική αρχαιότητα (χρόνος πρόσληψης), όσο και στην ειδική αρχαιότητα (χρόνος προαγωγής στον κατεχόμενο βαθμό, όσο και στον προηγούμενο αυτού), δεν είχαν επαγγελματική επιμόρφωση στο επίπεδο που είχε ο ενάγων και δεν είχαν ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα του επιπέδου που είχε ασκήσει ο ενάγων.

Όπως προαναφέρθηκε, διετέλεσε διευθυντής μεγάλου υποκαταστήματος - Λάρισας, στο οποίο υπηρετούσαν 40 υπάλληλοι και σ' αυτό υπήγοντο όλα τα πρακτορεία της Τράπεζας στις θεσσαλικές πόλεις πλην του Βόλου. Η υπερτετραετής θητεία του στο Υποκατάστημα με την ιδιότητα του Διευθυντή υπήρξε επιτυχής. Από την ......

έκθεση επιθεώρησης του έτους 1993 που συντάχθηκε μετά το πέρας της επιθεώρησης στο Υποκατάστημα Λάρισας δεν προκύπτει τίποτε το επιλήψιμο γι' αυτόν, περιοριζόμενη σε κάποιες συστάσεις και οδηγίες. Άλλωστε, και στο από ... εμπιστευτικό με αριθμό ... απαντητικό του έγγραφο, στο οποίο γίνεται αναφορά στις συστάσεις και υποδείξεις της επιθεώρησης του έτους 1995 δεν προκύπτει κάτι το επίληψιμο σε βάρος του.

Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά πλειοψηφία δύο μελών του, δέχθηκε ότι η επί τόσο χρόνο μη ανάθεση καθηκόντων ευθύνης στον αναιρεσίβλητο με σκοπό τη μη προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό του Διευθυντή, για να εξαναγκαστεί σε παραίτηση και η ανάθεση τέτοιων καθηκόντων στους ανωτέρω συναδέλφους του, έναντι των οποίων ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταδήλως σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με περαιτέρω σκοπό τον ηθικό διασυρμό του και την ταπείνωση στα μάτια των συναδέλφων του, έγινε μεν (η μη ανάθεση καθηκόντων ευθύνης) κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας ως εργοδότιδος (άρθρο 652 ΑΚ), κατά κατάχρηση όμως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η ως άνω ενάσκηση υπερέβη προφανώς τα αντικειμενικά όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη καθώς και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ως άνω δικαιώματος και ότι η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας είχε ως συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητας.

Στη συνέχεια το Εφετείο (κατά πλειοψηφία), αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.935 ευρώ. Βάσει των άνω παραδοχών, το Εφετείο με την κρίση του αυτή, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, σύμφωνα με τον έχοντα συμβατική ισχύ Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος (άρθρο 8), η ανάθεση καθηκόντων θέσεως ευθύνης, δηλαδή επί τελικών καθηκόντων, από τα οποία επηρεάζεται η πορεία της επιχείρησης του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, συνδέετεαι με την υπηρεσιακή οργάνωση της επιχείρησης και το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και όχι με την προαγωγική εξέλιξη του υπαλλήλου, με βάση τα προσόντα του.

Επομένως κατάχρηση διευθυντικού δικαιώματος, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να υπάρξει όταν, παρά τις υπαγορεύσεις του οικονομικού συμφέροντος της επιχείρησης, ο εργοδότης, ακόμη και προς βλάβη των συμφερόντων αυτών, κινείται από εμπάθεια ή εκδικητικότητα κατά του υπαλλήλου, με στόχο την υπηρεσιακή καθήλωσή του, μη παρέχοντας σ' αυτόν την δυνατότητα να επιδείξει τα καταφανώς υπέρτερα, έναντι των άλλων συναδέλφων του, προσόντα και ως διευθυντικό στέλεχος να οφελήσει την επιχείρηση με τις γνώσεις του, τα σχέδιά του και τα οργανωτικά προγράμματά του.

Από το άλλο μέρος η ανάθεση επιτελικών καθηκόντων, έστω και χωρίς επιλογή, δεν οδηγεί αναγκαίως στην προαγωγικότητα του υπαλλήλου, έτσι ώστε να συνάγεται, όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόθεση της αναιρεσείουσας για αποκλεισμό της προαγωγής του αναιρεσιβλήτου ή μη ανάθεσης στο μέλλον άλλων καθηκόντων ευθύνης.

Επομένως ο πρώτος λόγος, περίπτωση α', αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9821/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ