1016/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1016/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως μάλιστα προκύπτει ότι οι ενάγουσες είχαν ασκήσει, και την προγενέστερη όμοια, από 27-10-2000, αγωγή για καταβολή του επιδόματος τέκνων για προηγούμενο χρονικό διάστημα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1016 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1016/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αθανάσιο Γιαννόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) .........., 2) .........., 3) ............., 4) ..........και 5).......... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2782/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 25-4-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις με επίκληση προσκομιζόμενες 2762, 2763, 2764/6.12.2005, 2769/8.12.2005, 9441β/13.12.2005 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης ........και .........προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 16.5.2006, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν, κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτές παρούσες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση γι΄ αυτές για την προκειμένη μετ΄ αναβολή δικάσιμο (άρθρ. 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Επειδή, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την εφαρμογή κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή τη μη εφαρμογή κανόνα που έπρεπε να εφαρμοστεί ή την εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα που εφαρμόστηκε, ιδρύει τον από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Το σφάλμα που θεμελιώνει το λόγο αυτό μπορεί να συνίσταται και στην εφαρμογή ανίσχυρου κανόνα δικαίου. Δεν ιδρύεται όμως ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, που απαιτούνται για να τεθεί σε ισχύ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από την προαναφερόμενη διάταξη, με τον οποίο -χωρίς να γίνεται επίκληση ότι δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι σχετικές προϋποθέσεις- προβάλλεται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2 παρ. 2, 20 παρ. 1 και 21 παρ. 4 του ν. 3239/1955 και 8 του ν.δ. 189/1969, που ήσαν αναγκαίες για να τεθούν σε ισχύ οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τις οποίες εφάρμοσε και ειδικότερα η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη αυτών κλήση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών για να παραστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες, διοικητικοί υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβληθεί το επίδομα τέκνων του χρονικού διαστήματος από 8-3-2001 έως 30-6-2002, το οποίο η εναγομένη δεν τους κατέβαλε, διότι αυτό καταβαλλόταν στους συζύγους τους, υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Η εναγομένη ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ένδικου επιδόματος. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως προς την ένσταση αυτή, τα ακόλουθα: Η εναγομένη δεν προσκομίζει έγγραφα στοιχεία ότι οι ενάγουσες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ελάμβαναν γνώση κάθε μήνα της αναγραφόμενης, σε κάθε απόδειξη πληρωμής τους, δηλώσεως - προσκλήσεως να υποβάλουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους για το ύψος των αναφερόμενων αναλυτικά στις αποδείξεις αυτές αποδοχών τους, μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη των αποδείξεων (γιατί διαφορετικά η εταιρία θεωρούσε ότι συμφωνούν με τη μηνιαία εκκαθάριση των αποδοχών τους) και ότι δεν διατύπωσαν ποτέ καμιά αντίρρηση μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Αντιθέτως μάλιστα προκύπτει ότι οι ενάγουσες είχαν ασκήσει, και την προγενέστερη όμοια, από 27-10-2000, αγωγή για καταβολή του επιδόματος τέκνων για προηγούμενο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς δεν υπήρξε συμπεριφορά των εναγουσών, η οποία να δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι αυτές δεν έχουν και σε κάθε περίπτωση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τέτοιο δικαίωμα, στοιχείο αναγκαίο για τη δημιουργία και διατήρηση επί σειρά ετών συγκεκριμένης κατάστασης, η αναδρομική ανατροπή της οποίας θα είναι οικονομικά υπέρμετρα επαχθής για την εναγομένη, ούτε ακόμη η τελευταία προσδιορίζει και αποδεικνύει την υπέρμετρη ζημία που επικαλείται και τον κλονισμό του προϋπολογισμού της. Δηλαδή εδώ το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αναπόδεικτη την άνω ένσταση, από το άρθρο 281 ΑΚ, διότι δέχθηκε, σχετικώς, ότι τα προταθέντα για τη στήριξη αυτής ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκαν (και όχι ότι αυτά καθεαυτά, δεν μπορούν να στηρίξουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως. Ως αιτίαση δε, ότι το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτη, κατ΄ άρθρο 561 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.6.2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" για αναίρεση της 2782/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ