Supreme Court allows appeal against hospital dismissal, ruling individual contracts cannot override mandatory collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Regional Cancer Hospital's decision to dismiss the plaintiffs' wage claims. The plaintiffs argued that their individual employment contracts should govern their salaries, while the hospital contended that mandatory collective agreements superseded them. The court ruled that individual contracts cannot alter the mandatory terms of collective agreements, thereby overturning the lower court's dismissal of the wage dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 of the Civil Code; Article 1 of Law 1198/1972; Article 61 of Presidential Decree 410/1988; Article 8 of Law 1876/1990; Article 6 of Law 1397/1983; Article 48 of Law 2071/1992; Individual employment contracts cannot modify mandatory terms of collective agreements applicable to the employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1016 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1016/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1...., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Περιφερειακό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθηνών – Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ», το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Σταρόγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2274/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 2082/2002 του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 531/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ως άνω Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 7817/2003 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/10/2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 3/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.
Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, Κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιερώνει το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 «περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας» (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε Ν.Π.Δ.Δ.
και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 «περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως» με Π.Δ. εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπ. Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των Π.Δ. της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα.
Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που υπηρετούσε και στις ίδιες θέσεις οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Το ως άνω άρθρο το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 131 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου.
Με το Π.Δ. 152/17-4-1992 (ΦΕΚ Α 73/8-5-1992), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983 το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε ΝΠΔΔ και υπήχθη στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953 και ν. 1397/1983. Εξάλλου, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2345/1995 ορίστηκε ότι το πάσης φύσεως προσωπικό του αναιρεσιβλήτου εντάσσεται σε θέσεις που αναφέρονται στην Α3β/οικ. 10326/24-6-1990 απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β 424/13-7-1990), η οποία αποτελεί από τη δημοσίευση του ΠΔ 152/1992 τον Οργανισμό του αναιρεσιβλήτου.
Στο άρθρο 17 παρ. 3 και 4 της πιο πάνω Υπουργικής Απόφασης ορίζεται ότι το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στο νοσοκομείο κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, εντάσσεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου στις θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 1397/83 και ότι όσοι από το προσωπικό του νοσοκομείου δεν συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλουν αίτηση για ένταξη, εξακολουθούν να υπηρετούν σε προσωρινές θέσεις, που συνιστώνται με απόφαση του ΔΣ του νοσοκομείου και καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2.
Επίσης κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του πδ 410/1988 οι αποδοχές του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ που προσλαμβάνονται για κάλυψη οργανικών θέσεων καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 1198/1972. Τέλος, με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους ( εργοδότες και εργαζόμενους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-19988 επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953 που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκαν αντίστοιχα στις 5-8-1978, 17-8-1962. 1-6-1978, 21-4-1976, 18-9-1976, 1-7-1978 και 1-9-1979 από το συσταθέν το έτος 1935 κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία «Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο» και έκτοτε παρέχουν τις υπηρεσίες τους με την ιδιότητα του Χημικού, Ακτινοφυσικού, Φυσικού, Φυσικού, Βιολόγου, Βιολόγου και Βιολόγου αντίστοιχα στα ανοσιολογικά και βιοχημικά τμήματα του αναιρεσιβλήτου Νοσοκομείου, το οποίο ήταν μία από τις υπηρεσίες του άνω ιδρύματος.
Μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. 152/1992, με το οποίο το παραπάνω νοσοκομείο μετατράπηκε σε αυτοτελές Ν.Π.Δ.Δ. και την έναρξη ισχύος από 8-6-1992 του νέου Οργανισμού του ,οι αναιρεσείοντες δεν εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις, αλλά παρέμειναν σε θέσεις προσωρινές και συνέχισαν να εργάζονται με τις ίδιες προϋποθέσεις.
Από της προσλήψεώς τους μέχρι τις 31-12-1990 αμείβοντο με τις αποδοχές που καθόριζαν οι εκάστοτε ισχύουσες σ.σ.ε. «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Επιστημόνων Χημικών Βιομηχανίας όλης της χώρας» κατά τους όρους της ατομικής τους συμβάσεως. Το αναιρεσίβλητο την 1-1-1991,εφαρμόζοντας την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.
«Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας», που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/4-10-1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, έπαυσε να μισθοδοτεί τους αναιρεσείοντες σύμφωνα με τις σ.σ.ε. «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Επιστημόνων Χημικών Βιομηχανίας όλης της χώρας» και τους καταβάλλει τις αποδοχές τις καθοριζόμενες από την Ε.Σ.Σ.Ε.
της 22-12-1988, οι οποίες υπολείπονται από τις αποδοχές που καθορίζονται από τις συμβατικώς ισχύουσες μεταξύ των διαδίκων σ.σ.ε. « για τους όρους αμοιβής και εργασίας των επιστημόνων χημικών βιομηχανίας όλης της χώρας». ΄Εκρινε δε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι οι αποδοχές των αναιρεσειόντων ρυθμίζονται κατά τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1 μέχρι 31-12-1998, από την από 30-6-1998 σ.σ.ε.
«Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Επιστημόνων Χημικών Βιομηχανίας ολόκληρης της χώρας»και όχι από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 σ.σ.ε. (ΠΟΕΔΗΝ) και επιδίκασε σ' αυτούς μισθολογικές διαφορές, έσφαλε, αφού ενόψει των ορισμών των άρθρων 61 του Π.Δ. 410/1988 και 8 παρ. 1 εδ. β, 19 και 20 του Ν. 1876/1990, υπήγοντο κατά τον κρίσιμο χρόνο στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 σ.σ.ε. (ΠΟΕΔΗΝ), το οποίο δεν ήταν δεκτικό τροποποιήσεως με την ατομική σύμβαση εργασίας, έστω και αν ακόμη αυτή περιείχε όρους ευμενέστερους από εκείνους της άνω ε.σ.σ.ε.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή των αναιρεσειόντων για μισθολογικές διαφορές. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 1 και 8 παρ. 1 του ΝΔ 1198/1972, 7 παρ. 2, 8παρ. 1 εδ. β΄, 19 και 20 του ν. 1876/1990, 6 παρ.2 του Ν. 1397/1983 , 48 παρ. 3 του Ν. 2071/1992 και 61 του ΠΔ 410/1988.
Επομένως, οι τρεις λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 7817/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ