Legislator Case Law & Legislation
1015/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on trademark infringement, ruling facts evaluation is beyond appellate review.

Case Number 1015/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's final judgment rejecting the trademark infringement claim. The appellant argued the lower court distorted evidence regarding a declaration submitted to the Ministry of Development, claiming it failed to prove the mark's infringement without a confusion risk analysis. The court held that assessing factual circumstances and evidence interpretation falls outside the scope of appellate review, thus rejecting the appeal on procedural grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; Appellate courts cannot review factual evaluations or evidence interpretation, limiting their jurisdiction to legal errors.

Keywords

AI generated
trademark infringement appellate review factual evaluation evidence distortion Code of Civil Procedure confusion risk legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 121, 122, 124, 125, 134, 135, 139, 145, 147, 148, 150 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1337/2015
Case 627/2003
Case 1440/2002
Case 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1015 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1015/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Κ. Γ. Σ. Κ. Σ. Ο..Ε.., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κομνηνάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «E. E..E.. που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε και τροποποιήθηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία «Π.. Κ. Γ.. Μ. Ο..Ε.., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Χαϊδή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3973/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 944/2017 μη οριστική και 917/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2018 αίτησή της και τους από 29/9/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15.6.2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 917/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η οποία απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας κατά της με αριθμό 3973/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε ομοίως απορριφθεί η από 8.10.2013 αγωγή της, για παράνομη και υπαίτια προσβολή εκ μέρους της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας, εμπορικού σήματος και για αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος της και της εντεύθεν καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), και επομένως, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξ άλλου είναι και οι από 20.9.2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 121, 122, 124, 125, 134, 135, 139, 145 παρ. 1, 147 παρ. 1 και 2, 148 παρ. 1 και 2 και 150 του Ν. 4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις", καθώς και εκείνες των άρθρων 1, 3, 4, 6, 8 παρ. 1, 14, 15, 18 και 26 του προϊσχύσαντος Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", ερμηνευόμενες σύμφωνα με την οδηγία 89/104/Ε.Κ της 21-12-1988, οι οποίες εφαρμόζονται στην προκείμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου που έγινε δεκτό ότι έλαβε χώρα η προσβολή του σήματος της αναιρεσείουσας (2011 που της μεταβιβάστηκε εγγράφως) προκύπτουν τα εξής :

α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης, από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος του προϊόντος ή της συσκευασίας αυτού, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα β) Με την καταχώριση του σήματος στο μητρώο σημάτων (άρθρα 122, 147 Ν. 4072/2012 και άρθρα 6, 8, 14 και 15 του Ν. 2239/1994) παρέχεται στον καταθέτη, που κατέθεσε νόμιμα σήμα και το σήμα αυτό έγινε δεκτό με αμετάκλητη απόφαση του αρμοδίου οργάνου, το απόλυτο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος (μέχρι να διαγραφεί κατά τη νόμιμη διαδικασία, και δη από την ημέρα που υπέβαλε τη σχετική δήλωση (ΑΠ 1092/2020, ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995) στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί, χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που προσήκει μόνο στον τελευταίο, διακριτικό γνώρισμα ή σημείο το οποίο προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.

γ) Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σημείο ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα (ταύτιση σήματος - σημείου και προϊόντων).

Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία, είτε το μεταγενέστερο σημείο ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο είτε το μεταγενέστερο σημείο ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σήματος - σημείου και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σήματος - σημείου).

Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σήματος - σημείου και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση.

Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενεστέρου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης του σήματος και του σημείου. δ) Εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο.

Η συνδρομή ή όχι του κινδύνου σύγχυσης υπόκειται ως αόριστη νομική έννοια στον αναιρετικό έλεγχο για την εξειδίκευσή της (ΑΠ 249/2021, ΑΠ 1092/2020, ΑΠ 966/2019, ΑΠ 62/2013).Όμως, η πιο πάνω προστασία του δικαιούχου του σήματος παρέχεται με τους περιορισμούς του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, περιορισμούς που αποδίδουν τη σύγκρουση ανάμεσα στο γενικό συμφέρον του ελεύθερου ανταγωνισμού και στην ύπαρξη απόλυτων και αποκλειστικών δικαιωμάτων σε άυλα αγαθά και η οποία (σύγκρουση) αίρεται με υποχώρηση του απόλυτου και αποκλειστικού δικαιώματος υπό προϋποθέσεις.

Έτσι το δικαίωμα του σηματούχου περιορίζεται τόσο με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 2239/1994, που ορίζει ότι "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους..... Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος" και αναφέρεται στη σύγκρουση του ονοματικού σήματος δηλαδή σήματος που αποτελείται από όνομα ή επωνυμία με το παρεμφερές όνομα ή επωνυμία άλλου προσώπου, όσο και με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου, που έχει ως πρότυπο το άρθρο 6 παρ. 2 της Οδηγίας 89/104 και το άρθρο 107 Καν. 40/94 και η οποία ορίζει ότι "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ένα προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος, αν το δικαίωμα αυτό ασκείται στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται" και αφορά σύγκρουση σήματος με οποιοδήποτε διακριτικό γνώρισμα του ουσιαστικού συστήματος που έχει τοπική ισχύ, διακριτικό γνώρισμα που έχει τοπικά καθιερωθεί.

Με την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 20 παρ. 2), εισάγεται συνύπαρξη μεταξύ ουσιαστικού και τυπικού συστήματος κτήσης δικαιώματος σε διακριτικό γνώρισμα, περιορίζοντας τις αρνητικές εξουσίες του σηματούχου. Έτσι ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί τη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος μέσα στα εδαφικά όρια ισχύος του, ο δε σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου από τον σηματούχο δικαιούχου τέτοιου διακριτικού γνωρίσματος συνιστά ένσταση (ΑΠ 183/2013, ΑΠ 371/2012, ΑΠ 330/2007).Εξ άλλου, ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα σήματα "φήμης" (αρθ. 4 παρ. 1γ του προϊσχύσαντος ν. 2239/1994 και 124 παρ. 1γ του ν. 4072/2012).

Για να χαρακτηριστεί ένα σήμα φημισμένο, απαιτείται επαρκής βαθμός γνώσης του από το κοινό, στο οποίο αυτό αφορά, δηλαδή ανάλογα με το διατιθέμενο στο εμπόριο προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό, είτε ένα πλέον εξειδικευμένο κοινό, π.χ. συγκεκριμένος επαγγελματικός κλάδος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται να είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του κατ` αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένου κοινού.

Στα σήματα αυτά, ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία, πέραν της για τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπόμενης, προς τον σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος και αφετέρου του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαίτερης των σημάτων αυτών διακριτικής δύναμης.

Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζόμενη από το νομοθέτη, δύναται να καθορισθεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως: α) ο αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους, σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς και η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του και ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης.

Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης, η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήση αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος, δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης.

Αρκεί ότι, η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. (ΑΠ 966/2019, ΑΠ 249/2014 ΑΠ 371/2012, ΑΠ 1030/2008). Τέλος, για να υπάρχει σήμα φήμης και επομένως, ανάγκη διευρυμένης προστασίας, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) αυξημένος βαθμός καθιέρωσής του στις σχετικές συναλλαγές β) μοναδικότητα του σήματος, με την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα γ) να εμφανίζει ορισμένο βαθμό ιδιοτυπίας (στην εμφάνισή του, στην εκφραστική του δύναμη κ.α.) και δ) να υπάρχει μία θετική εκτίμηση του κοινού (παραστάσεις ποιότητας σχετικά με τα προϊόντα που διακρίνει (ΑΠ 1609/2014, ΣτΕ 2812/1998).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 20/2011, 7/2006, 4/2005).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στη τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/3013).Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη-απόφαση "δέχθηκε ή δεν δέχθηκε" κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 58/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1609/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 3973/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' αποδοχή λόγου εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα παρεπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως προς την απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης, κατά το μέρος που επιχειρείτο η θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, διακράτησε την υπόθεση, έκρινε την αγωγή νόμιμη και κατά το μέρος που η ενάγουσα επεκαλείτο την προβλεπόμενη από το νόμο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό προστασία, και εν συνεχεία δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα-ενάγουσα εταιρεία που εδρεύει στην ..., δραστηριοποιείται στον χώρο της επεξεργασίας και αξιοποίησης του φυσικού καλαμιού και της παραγωγής και εμπορίας κάθε είδους εξοπλισμού που έχει σχέση με την ανωτέρω επεξεργασία (πχ.

ψάθινων ομπρελών, καθισμάτων, καλαμωτών, στεγάστρων). Στις 18.3.2003 ο ομόρρυθμος εταίρος αυτής, Γ. Σ., υπέβαλε στο Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, δήλωση κατάθεσης προϊόντων των κλάσεων 18,20 και 27 και ειδικότερα προϊόντων δέρματος και απομιμήσεων δέρματος, επίπλων και γενικά ειδών από ξύλο, φελλό ή καλάμι, ταπήτων, ψαθών και άλλων ειδών για επίστρωση πατώματος και επένδυση τοίχων εκτός από ύφασμα.

Το ως άνω σήμα αποτελείται από τη λέξη «Κ.» γραμμένη με μικρά γράμματα και από την απεικόνιση μιας τριγωνικής ομπρέλας με παραλληλόγραμμη βάση εντός πλαισίου οβάλ σχήματος. Η δήλωση κατάθεσης έγινε δεκτή με τη 4121/2004 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, συντάχθηκε δε, η από 17.11.2004 πράξη καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο σημάτων.

Το έτος 2011, το παραπάνω 167041 σύνθετο σήμα μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα, η σχετική δε μεταβίβαση καταχωρίστηκε στο οικείο βιβλίο. Κατόπιν αίτησης της νέας δικαιούχου ενάγουσας, η προστασία του σήματος ανανεώθηκε και παρατάθηκε για μια δεκαετία και ειδικά από τις 18.3.2013 έως τις 18.2.2023. Η εκκαλούσα-ενάγουσα επιθέτει αυτό το σήμα σε όλα τα προϊόντα της, το χρησιμοποιεί δε ως μέσο για την διαφήμιση που πραγματοποιεί μέσω της ιστοσελίδας της στο διαδίκτυο με την ονομασία ...

Επίσης αποδεικνύεται, ότι ο ομόρρυθμος εταίρος της εκκαλούσας-ενάγουσας και δικαιοπάροχός της, Γ. Σ., είχε ατομική επιχείρηση ήδη από το έτος 1983, όπως αυτό βεβαιώνεται και από το 159799/21.9.1983 έγγραφο ασφαλιστικού φορέα του ομόρρυθμου εταίρου, καθώς και το 768/5.2.2015 πιστοποιητικό του E. Σ., στο οποίο βεβαιώνεται ως ημερομηνία ίδρυσης της ατομικής επιχείρησης του ανωτέρω, με αντικείμενο την κατασκευή πλεκτών ειδών-εκτός από έπιπλα- ειδών καλαθοπλεκτικής, χονδρικό εμπόριο ψάθινων ειδών γενικά κλπ, η 8.6.1894, ημερομηνία λειτουργίας η 4.6.1984 και ημερομηνία εγγραφής στο Επιμελητήριο η 8.12.1984.

Ο ανωτέρω ομόρρυθμος εταίρος χρησιμοποιούσε ως διακριτικό γνώρισμα τη λέξη «Κ.» όπως αυτό αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο με επίκληση δελτίο αποστολής με ημερομηνία 11.3.1987, στο οποίο φαίνεται καθαρά στη σφραγίδα της επιχείρησης η χρησιμοποίηση του διακριτικού γνωρίσματος «Κ.» όπως και πολλά τιμολόγια πώλησης με το ίδιο ανωτέρω διακριτικό γνώρισμα, η έκδοση των οποίων χρονολογικά ανάγεται στα έτη 1990,1991 και 1992.

Περαιτέρω η εφεσίβλητη-εναγομένη εταιρεία, η οποία συστήθηκε στις 25.11.2002, με έδρα τον ..., έχει ως αντικείμενο δραστηριότητάς της την επεξεργασία και διάθεση στο κοινό πάσης φύσεως ψάθινων ειδών, ειδών παραλίας και εξοχής, επίπλων κήπου και ειδών διακόσμησης από καλάμι. Η εφεσίβλητη-εναγομένη καταχώρισε ως διακριτικό τίτλο την ένδειξη «Κ.

«Ο. στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών από τη σύστασή της, δηλαδή από τις 25.11.2002 και χρησιμοποιεί ως διακριτικό γνώρισμα των παραγομένων προϊόντων της την ένδειξη «K.» με λατινικούς τύπους και κεφαλαία γράμματα, περιμετρικά μιάς ομπρέλας, στη βάση της οποίας βρίσκεται περίφραξη από καλάμι και κάτωθι της οποίας αναγράφεται στην αγγλική γλώσσα «N. S. S. & «F. (συστήματα φυσικής σκίασης και έπιπλα).

Επίσης, σε προγενέστερο χρόνο και ειδικά στις 30.12.1984 είχε ιδρυθεί η ατομική επιχείρηση με την επωνυμία «Ι. Κ. Τ. «Π. και με διακριτικό τίτλο «Κ.» και ο οποίος καταχωρήθηκε στις 18.11.1998 και χρησιμοποιούνταν έως τις 20.12.2004, ημερομηνία που διέκοψε τις εργασίες της η ανωτέρω ατομική επιχείρηση. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα της εφεσίβλητης-εναγομένης συνάγεται ότι η ατομική επιχείρηση της Ι.

Κ., η οποία τυγχάνει πλέον ομόρρυθμο μέλος της τελευταίας (εφεσίβλητης-εναγομένης) χρησιμοποιούσε από την ίδρυση της ατομικής επιχείρησης τον ανωτέρω διακριτικό τίτλο «Κ.» (βλ. τιμοκαταλόγους χονδρικής πώλησης 1994, 1995,1996, 1997, τιμοκατάλογο έκθεσης EXPRO 1998, βιβλία εσόδων-εξόδων 1994, περιοδική δήλωση ΦΠΑ 1996, κατάσταση ασφάλισης προσωπικού ΙΚΑ 1996, δελτία αποστολής του 1998 και διαφημιστικά υλικά αναγόμενα στα έτη 1997 και μετέπειτα).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η εφεσίβλητη-εναγομένη προβαίνει και η ίδια συστηματικά σε χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων της στη διαφήμιση και στο έντυπο επαγγελματικό υλικό της, σε εμπορικές εκθέσεις στις οποίες συμμετέχει, στις συναλλαγές της εντός της ελληνικής επικράτειας και στο εξωτερικό, μετά δε από σχετική αίτησή της που κατέθεσε στις 18.9.2001 στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) κατοχύρωσε ηλεκτρονική διεύθυνση στο διαδίκτυο (όνομα χώρου-domain name) υπό τα στοιχεία ...

Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα διά του νομίμου εκπροσώπου της, απέστειλε στις 25.1.2013 την από 23.1.2013 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της προς την εφεσίβλητη-εναγομένη, με την οποία της ζητούσε να προβεί σε άμεση παύση της χρήσης της ένδειξης «Κ.» διότι, όπως πληροφορήθηκε, δημιουργούνταν σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ως προς την προέλευση των εμπορευμάτων των διαδίκων εταιρειών και προσβάλλονταν τα δικαιώματά της επί του προαναφερθέντος σήματός της.

Επιπλέον δε, η εκκαλούσα-ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 4.3.2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης, με αίτημα την προσωρινή άρση και παράλειψη της προσβολής του δικαιώματός της επί του σήματός της, η οποία απορρίφθηκε με την 4859/2014 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.

Επίσης η εφεσίβλητη-εναγομένη άσκησε ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων την από 9.10.2013 αίτηση διαγραφής σήματος, επικαλούμενη τα δικά της παλαιότερα κτηθέντα διακριτικά γνωρίσματα, επί της οποίας εκδόθηκε η 203/2016 απόφαση, που απέρριψε την αίτηση της εφεσίβλητης, δεχόμενη ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα χρησιμοποιεί την λεκτική ένδειξη «Κ.» ως διακριτικό γνώρισμα της ατομικής επιχείρησής της σε χρόνο προγενέστερο από την ατομική επιχείρηση του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας-ενάγουσας.

Κατά της απόφασης αυτής, η εφεσίβλητη-εναγομένη άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26.12.2016 προσφυγή της με την οποία ζητεί την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, προκύπτει ταυτότητα των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι επιχειρήσεις των διαδίκων.

Επίσης, όσον αφορά το κυριαρχούν λεκτικό στοιχείο του ως άνω σύνθετου σήματος της εκκαλούσας-ενάγουσας, προκύπτει ότι υπάρχει ομοιότητα με την ένδειξη «Κ.» που χρησιμοποιεί και η εφεσίβλητη-εναγομένη για την εξατομίκευση της επιχείρησής της, ενώ κατά τη σύγκριση του σύνθετου σήματος της πρώτης και του διακριτικού γνωρίσματος της εναγομένης, υπάρχουν μικρές διαφοροποιήσεις στον τρόπο αναγραφής της ως άνω λέξης, καθώς και στη μορφή και τον χρωματισμό των γραφικών απεικονίσεων που τα απαρτίζουν.

Παρόλα αυτά, λόγω της αδιατάρακτης συνύπαρξης των εκατέρωθεν διακριτικών γνωρισμάτων, δεδομένου ότι ο μεν δικαιοπάροχος της εκκαλούσας προέβη σε έναρξη της ατομικής του επιχείρησης και χρήση της λέξης «Κ.» ως διακριτικό γνώρισμα από το έτος 1983, η δε δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης προέβη στην έναρξη της ατομικής της επιχείρησης και χρήση του ίδιου ανωτέρω διακριτικού γνωρίσματος από το έτος 1984, κρίνεται ότι δεν θα μπορούσε αντικειμενικά το ενδιαφερόμενο κοινό του οικείου κλάδου να σχηματίσει την πεπλανημένη αντίληψη ότι πρόκειται για ίδιες ή παρεμφερείς επιχειρήσεις, λόγω, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, της μακράς συνύπαρξής τους στην αγορά.

Ειδικότερα, η χρήση των ανωτέρων διακριτικών γνωρισμάτων άρχισε για αμφότερες τις επιχειρήσεις των διαδίκων, ταυτόχρονα κατά τα έτη 1983-1984, από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους τους (για το ότι η χρονική προτεραιότητα ενός σήματος ή ενός διακριτικού σημείου ενεργεί και υπέρ του αποκτώντος, διότι το αποκτά με το ίδιο περιεχόμενο και βάρη, βλ.

ΑΠ 606/2005 ΕΕμπΔ 2005.810, Μ.Θ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, σελ. 229), με αποτέλεσμα, όταν η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης-εναγομένης ξεκίνησε να το χρησιμοποιεί, το εν λόγω διακριτικό γνώρισμα της εκκαλούσας ενάγουσας, δεν είχε γίνει ακόμη γνωστό σε σημαντικό τμήμα της ελληνικής επικράτειας και δεν είχε καθιερωθεί.

Ως εκ τούτου, η χρησιμοποίηση της παραπάνω ένδειξης από την εφεσίβλητη-εναγομένη δεν έγινε με σκοπό την εκμετάλλευση της φήμης της εκκαλούσας-ενάγουσας, λαμβανομένης υπόψη και της γεωγραφικής απόστασης της έδρας τους, περίσταση η οποία οπωσδήποτε θα συνέτρεχε, εάν επρόκειτο για μία νεοσύστατη και εδρεύουσα στην ίδια περιοχή εταιρεία, που επιδίωκε να αντλήσει όφελος από την μακροχρόνια εμπορική προσπάθεια της εκκαλούσας-ενάγουσας.

Οι διάδικοι χρησιμοποιούσαν ανενόχλητα τα ανωτέρω διακριτικά τους γνωρίσματα, καθόλο το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της αποστολής του από 23.1.2013 εξωδίκου της ενάγουσας προς την εναγομένη, παρά το γεγονός, ότι η εμπορία προϊόντων που έχουν ως υλικό το φυσικό καλάμι αποτελεί εξειδικευμένο αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας που καταλαμβάνει σχετικά μικρό τμήμα της αγοράς, και το ότι η εναγομένη εδώ και δύο περίπου δεκαετίες προβαίνει σε ανελλιπή διαφήμιση, κυρίως μέσω περιοδικών, με αποτέλεσμα, να είναι αδύνατον να μην έχει γίνει αντιληπτή η δραστηριότητα της μίας από την άλλη.

Η ενάγουσα, η οποία, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη, έχει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, ενόψει και της αιτιολογημένης άρνησης της εναγομένης ως προς την συνδρομή του στοιχείου αυτού, δεν αποδεικνύει τα πραγματικά γεγονότα και τον ακριβή χρόνο της παράνομης κατά τον ισχυρισμό της, προσβολής των δικαιωμάτων της.

Ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας αυτής δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά, παρά μόνον ασαφώς, ότι πελάτες της ίδιας επισκέπτονταν την ιστοσελίδα της αντιδίκου της ή δεν καλούσαν στους σωστούς τηλεφωνικούς αριθμούς (καίτοι οι τηλεφωνικοί αριθμοί των διαδίκων αποτελούνται από διαφορετικά προθέματα) καθώς και ότι κάποιος προμηθευτής, αντί να μεταφέρει από το εξωτερικό το κοντέινερ με τα σχετικά εμπορεύματα στην εναγομένη, τα παρέδωσε στην ίδια (ενάγουσα).

Τα ανωτέρω όμως, έρχονται σε αντίφαση με δήλωση του ιδίου μάρτυρα, ότι η εκκαλούσα-ενάγουσα δεν χρειάζεται να προβαίνει σε διαφημιστική προβολή, διότι ήδη έχει δίκτυο πελατών, οι οποίοι συνακόλουθα γνωρίζουν με ασφάλεια τον αντισυμβαλλόμενό τους (ήτοι την ενάγουσα) λαμβανομένου υπόψη και του ότι τα ενδιάμεσα πρόσωπα κατά την άσκηση της επίδικης εμπορικής δραστηριότητας και έμποροι που αγοράζουν με τιμές χονδρικής είναι δεόντως ενημερωμένοι και προβαίνουν σε ενδελεχή έλεγχο.

Πρόκληση κινδύνου σύγχυσης δεν αποδεικνύεται ούτε έναντι των τελικών αποδεκτών-καταναλωτών, στους οποίους πωλούν με λιανική οι επιχειρήσεις των διαδίκων, ενόψει της γεωγραφικής απόστασης των επιχειρήσεων και της μακράς συνύπαρξης των γνωρισμάτων των εμπορευμάτων των διαδίκων , και της ύπαρξης έστω μικρών διαφοροποιητικών ενδείξεων στο απεικονιστικό τμήμα τους.

Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι συνεπεία της σύγχυσης της αγοράς ως προς την προέλευση των προϊόντων των διαδίκων, η εκκαλούσα-ενάγουσα απώλεσε πελάτες που συμβλήθηκαν με την εφεσίβλητη-εναγομένη, αφού δεν προσκομίζει κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, λόγω της μακράς και αδιατάρακτης συνύπαρξης των διακριτικών γνωρισμάτων των διαδίκων, αποκλείεται ο κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, παρέλκει δε, η εξέταση των ισχυρισμών της εναγομένης περί παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας, καθώς και περί κακόπιστης κατάθεσης του επίδικου σήματος ως ειδική έκφανση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, στην έρευνα των οποίων θα προέβαινε το Δικαστήριο σε περίπτωση κατάφασης του κινδύνου σύγχυσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν συντρέχει η προϋπόθεση του κινδύνου σύγχυσης ως προς το με αριθμό 167041 σύνθετο σήμα της ενάγουσας, που έχει αποκτηθεί κατά το τυπικό σύστημα και ως προς το ταυτόσημο διακριτικό γνώρισμα, που έχει αποκτηθεί κατά το ουσιαστικό σύστημα με την συνεχή χρήση και επικράτηση, πρέπει η αγωγή, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις ανωτέρω μείζονες σκέψεις-διατάξεις να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1,2,4 παρ.1 εδ.α',β' και γ', 18 παρ.1 και 26 του ν. 2239/1994 "περί σημάτων" που ήσαν εφαρμοστέες στη προκειμένη περίπτωση, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης ως προς τον χρόνο κτήσεως του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης του ενδίκου σήματος από μεν της καταχωρίσεώς του στο ειδικό βιβλίο σημάτων στις 17.11.2004 εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας-ήδη αναιρεσείουσας- και σε κάθε περίπτωση, από της μεταβιβάσεώς του στην αναιρεσείουσα το έτος 2011.

Η μνεία από την προσβαλλομένη των διατάξεων του ήδη καταργηθέντος ν. 4072/2012 έγινε άνευ ανάγκης και στερείται εννόμου επιρροής, διότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης με βάση τις άνω παραδοχές της στηρίζεται στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων του προϊσχύσαντος νόμου 2239/1994.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αιτιάται την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε τις διατάξεις (α) των άρθρων 121,122,125,147 και 150 του ν. 4072/2012 με το να μη τις εφαρμόσει ενώ ήσαν εφαρμοστέες και (β) εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1,2,4 παρ. 1 εδ.α,β και γ, 18 παρ.1 και 26 του ν. 2239/1994 ενώ είχαν αντικατασταθεί με αυτές του ν. 4072/2012 είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνεται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, αλλά και στον ταυτοσήμου περιεχομένου πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, ότι δηλαδή, και υπό την εκδοχή ότι η αναιρεσιβαλλομένη εφήρμοσε τις διατάξεις του ν. 4072/2012 και συγκεκριμένα την διάταξη του άρθρου 124 παρ. 1 εδ. γ', εν τούτοις παραβίασε αυτές με κακή εφαρμογή, αξιώνοντας προς θεμελίωση της αγωγής της, τη δημιουργία κινδύνου συγχύσεως που δεν απαιτεί ο νόμος στη περίπτωση του σήματος φήμης, όπως το ένδικο, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη στις παραδοχές δεν εφήρμοσε τις διατάξεις που αφορούν στο σήμα "φήμης" και στις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού του ως τέτοιου, προκειμένου να τύχαινε αυτό της προπεριγραφείσας διευρυμένης προστασίας, πολύ περισσότερο αφού, ούτε στην αγωγή έγινε επίκληση του συγκεκριμένου είδους σήματος (φήμης), ούτε περιλαμβάνονταν και δη σωρευτικά τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του, κατά την έννοια που προεκτέθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη, περιστατικά-προϋποθέσεις ώστε να παρέχεται στον δικαιούχο η σχετικά προστασία.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το αμέσως προαναφερόμενο σκέλος του και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής είναι απαράδεκτοι. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει τους αυτούς ως άνω ισχυρισμούς επικαλούμενη επί πλέον και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ζητήματα (σήμα φήμης για το οποίο δεν ήταν αναγκαία η απόδειξη κινδύνου συγχύσεως) πού ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από τις αυτές ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και ειδικότερα, ως προς την αποδειχθείσα ανυπαρξία κινδύνου συγχύσεως του σήματός της από το καταναλωτικό κοινό, εξ αιτίας της μακράς συνύπαρξης των επιχειρήσεων των διαδίκων και των γνωρισμάτων των εμπορευμάτων τους στην αγορά καθώς και εξ αιτίας της γεωγραφικής απόστασης της έδρας τους, οι οποίες (παραδοχές) στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και με σαφήνεια χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1,2,4 παρ. 1 εδ.

α' β' και γ', 18 παρ.1 και 26 του ν. 2239/1994, τους οποίους έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως πχ. η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που σύμφωνα με το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι` αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 328/2018).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και τον ταυτοσήμου περιεχομένου δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν προσέδωσε στο δημόσιο έγγραφο της δήλωσης ημεδαπού σήματος στο Υπουργείο Ανάπτυξης, την οποία προσκόμισε με επίκληση στο δικαστήριο ουσίας, την πλήρη αποδεικτική δύναμη που της παρέχει η διάταξη του άρθρου 150 αρ. 11 του ν. 4072/2012 (σύμφωνα με την οποία "Προκειμένου για ταυτόσημο σήμα, για ταυτόσημα προϊόντα ή υπηρεσίες, καθώς και για σήμα που διαφέρει ως προς τα στοιχεία που δεν μεταβάλλουν το διακριτικό του χαρακτήρα, για την πλήρη απόδειξη της προσβολής αρκεί η προσκόμιση του πιστοποιητικού καταχώρισης του προσβαλλομένου σήματος"), ως προς το γεγονός της προσβολής του σήματός της από το γεγονός και μόνο της καταχωρίσεώς του, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και συνακόλουθα στην έκβαση της δίκης, καθόσον αν δεχόταν την από το έγγραφο αυτό, πλήρη απόδειξη της προσβολής του σήματός της, θα έκανε δεκτή την αγωγή της ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον η απόδοση αυξημένης αποδεικτικής δύναμης που ορίζει η διάταξη του άρθρου 150 αρ. 11 του ν. 4072/2012 προϋπέθετε την εφαρμογή της, ενώ στη προκειμένη περίπτωση εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ν. 2239/1994 ως προεκτέθηκε (αρθ. 20 αυτού). Τούτο δε παρεκτός και πέραν του ότι η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης (αρ. 150 αρ.11 του ν. 4072/2012) και η εντεύθεν απόλυτη προστασία του σήματος της αναιρεσείουσας χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, από την ενάγουσα λόγω της προσκομιδής με επίκληση του πιστοποιητικού καταχώρισης του προσβαλλομένου σήματος (και όχι της δήλωσης περί καταθέσεως του αιτήματος καταχώρισης που επικαλείται η αναιρεσείουσα) προϋπέθετε ταυτότητα των εκατέρωθεν ενδείξεων και προϊόντων, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης προέκυψε απλή ομοιότητα του σήματος της αναιρεσείουσας με το διακριτικό γνώρισμα της αναιρεσίβλητης.

Από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1337/2015, ΑΠ 627/2003, ΑΠ 1440/2002).

Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και τον ταυτοσήμου περιεχομένου τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας με επίκληση με αριθμό 167041/18.3.2003 έγγραφης δήλωσης ημεδαπού σήματος στο Υπουργείο Ανάπτυξης και εσφαλμένα κατά την ανάγνωσή του δεν διέγνωσε την πλήρη απόδειξη της προσβολής του σήματός της, που έτσι δεν προϋπέθετε έρευνα του κινδύνου σύγχυσης των εκατέρωθεν σημείων, με αποτέλεσμα την πρόκληση αποδεικτικού πορίσματος δυσμενούς γι'αυτή, δηλαδή την απόρριψη της αγωγής της.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο της δηλώσεως που ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας είχε υποβάλει στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Ανάπτυξης, και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι μετά την έκδοση και του πιστοποιητικού καταχώρισης του προσβαλλομένου σήματος, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας κατέστη σηματούχος του επιδίκου σήματος, το οποίο αργότερα μεταβίβασε εγκύρως στην ενάγουσα.

Κατά το μέρος όμως που η αναιρεσείουσα αιτιάται παραμόρφωσή του λόγω μη παραδοχής της πλήρους απόδειξης της προσβολής του σήματός της που θεμελιώνει η διάταξη του άρθρου 150 αρ. 11 ν. 4072/2012 , ο λόγος ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η διάταξη αυτή, ως προεκτέθηκε δεν εφαρμόστηκε από την προσβαλλομένη ούτε ήταν εφαρμοστέα κατά τα προεκτιθέμενα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο-Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.6.2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 917/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ