Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment due to procedural defects and lack of deposit requirement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment in its entirety. The appellant failed to appear, and the court rejected their arguments regarding procedural errors and the lack of a deposit requirement. Consequently, the original judgment stands, and the court ordered the return of the deposit paid by the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 495, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a respondent fails to appear in an appeal hearing, the court examines ex officio whether they were lawfully summoned, and if so, proceeds with the hearing despite their absence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1015 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1015/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου – Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ –ΕΙΔΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ» και το διακριτικό τίτλο «DOMIKAT», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλαμάτα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπελογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Γ., κατοίκου Καλαμάτας που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε, με τις από 20.04.2017 και 27.12.2016 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν η 2/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 121/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 01.11.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Α).- Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 495, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί (καθόλου) διάδικος, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση. Ειδικότερα, επί δίκης αναιρέσεως, στην οποία δεν μετέχουν περισσότεροι, αν ο αντίδικος του διαδίκου, που επέσπευσε, εγκύρως, τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί (καθόλου), ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκε. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε σε αυτόν νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του. Την κλήτευση επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται.
Υπόκειται προς κρίση η από 01.11.2019 (Α.Κ. 167/ 1.11.2019 – Πρωτοδικείο Καλαμάτας) αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία «ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ – ΕΙΔΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΕΓΚΑTAΣΤΑΣΕΩΝ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ» (διακριτικός τίτλος «DOMIKAT»), που εδρεύει στην Καλαμάτα και νομίμως εκπροσωπείται, κατά του Δ.
Π., κατοίκου Καλαμάτας. Με αυτή, προσβάλλεται η 121/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία δημοσιεύθηκε, την 12.08.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (i).- από 30.03.2018 της εκκαλούσας - ήδη αναιρεσείουσας κατά του εφεσιβλήτου - ήδη αναιρεσίβλητου και (ii).- από 25.04.2018 του εκκαλούντος - ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εφεσίβλητης - ήδη αναιρεσείουσας.
Εκκαλούμενη ήταν η 2/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, που δημοσιεύθηκε, την 13.02.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων αγωγών (i).- από 27.12.2016 του ενάγοντος Δ. Π. κατά της εναγομένης «DOMIKAT» και (ii).- από 20.04.2017 της ενάγουσας «DOMIKAT» κατά του εναγομένου Δ. Π. . Αφορούν δε, οι αγωγές, χρηματικές απαιτήσεις με αφορμή παροχή εξηρτημένης εργασίας (η από 27.12.2016 αγωγή αφορά χρηματικές απαιτήσεις συνολικού ποσού 15.646,36 ευρώ και η από 20.4.2017 αγωγή αφορά χρηματική απαίτηση ποσού 8.348,53 ευρώ).
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, στη σειρά της, ο αναιρεσίβλητος Δ. Π. δεν εμφανίσθηκε καθόλου. Τη συζήτηση της αναιρέσεως επισπεύδει, εγκύρως, η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, από την Β' 8128/ 24.7.2020 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Καλαμάτας, με έδρα το Πρωτοδικείο Καλαμάτας, Ιωάννη Κ.
Βουδικλάρη, την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 01.11.2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως και ορισμού της νόμιμης δικασίμου, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας καθώς και με κλήση προς συζήτησή της κατ' αυτή (δικάσιμο), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο, που απολείπεται (άρθρα 122, 123, 568 παρ.4, 128 παράγραφοι 1, 2 και 3, 124 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην (Α) μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, ως να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, ήτοι παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, που, ως άνω, νομίμως κλητεύθηκε. Περαιτέρω, πρωτοδίκως, με την 2/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, οι αντίθετες αγωγές, αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν μερικώς δεκτές στην ουσία.
Κατ' έφεση, με την 121/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και έγιναν δεκτές, τυπικά και στην ουσία• στη συνέχεια, εξαφανίσθηκε η 2/2018 πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, «χάριν της ενότητας της εκτελέσεως», κρατήθηκε η υπόθεση και η από 20.04.2017 αγωγή απορρίφθηκε, εν όλω, στην ουσία, ενώ η από 27.12.2016 αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία του (ισχύοντος) άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό προς τα ισχύοντα άρθρα 621, 591, 422, 421 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 01.11.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 12.08.2019 -ως άνω ημερομηνία δημοσιεύσεως της 121/2019 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής, που προσβάλλεται ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοσή της.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ.2, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ).
(Β).- Το άρθρο 560 ΚΠολΔ ορίζει ότι: «Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
(1).- Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές.
(2).- Αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση.
(3).- Αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.
(4).- Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
(5).- Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
(6).- Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».
Εξ άλλου, ορίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ ότι: «Αναίρεση επιτρέπεται μόνο:
(1).- Αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
(2).- Αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας.
(3).- Αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί.
(4).- Αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
(5).- Αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 (ΚΠολΔ) ή αν το δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46 (ΚΠολΔ).
(6).- Αν, παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές, με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάστηκε ερήμην.
(7).- Αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
(8).- Αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ’ όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
(9).- Αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
(10).- Αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
(11).- Αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
(12).- Αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
(13).- Αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.
(14).- Αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
(15).- Αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση.
(16).- Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
(17).- Αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
(18).- Αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
(19).- Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
(20).- Αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό».
Σε αμφότερα τα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ, οι λόγοι αναιρέσεως ορίζονται, περιοριστικώς ταυτίζονται δε, εννοιολογικώς, καθ’ όσον ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, οι λόγοι 1 (εδάφια α και β), 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους λόγους, αντιστοίχως, 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθ' όσον ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, για τους λόγους 9, 10, 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι ο νομοθέτης δεν το θέλησε (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 399/2020). Περαιτέρω, στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 495 παρ.1, 578 ΚΠολΔ), ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, ως άνω, περιοριστικώς, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 75/2007, ΑΠ 194/1998).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται, ως άνω, με το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του• ήτοι, εάν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών? δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές – πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ) δηλ.
η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 1632/2007).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ – το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται, ως άνω, με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ – ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρα 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ’ όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ. Νοούνται δε, ως «πράγματα», οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΟλΑΠ 3/1997).
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνεται (και) ο προσδιορισμός των «πραγμάτων» (ΑΠ 194/1998). Δεν αποτελούν «πράγματα», υπό την ανωτέρω έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, δηλ. τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια ή οι κρίσεις των διαδίκων, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 517/2019). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1253/2005).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ – το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται, ως άνω, με το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ – η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 114/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως δια των οποίων πλήττεται η 121/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δικάσαντος ως εφετείου, περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις:
Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 11 και 20 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εφετείο, όσον αφορά το αντικείμενο και το χρόνο απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου (εργαζομένου) στην αναιρεσείουσα (εργοδότρια), «παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. 37/10.9.2017 πρακτικού συνεδριάσεως της Γενικής Συνέλευσης, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και έτσι δεν έλαβε υπ’ όψη την ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγούλας Μαυροειδή, υπ’ αριθμ. …/11.10.2017 ένορκη βεβαίωση, η οποία ελήφθη μετά από προηγούμενη κλήση του καθ’ ού».
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 10 και 19 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι (i).- το εφετείο «αναπόδεικτα καταλόγισε και υπαιτιότητα, ειδικότερα, αμέλεια στην αναιρεσείουσα για τη χορήγηση της κανονικής άδειας στον αναιρεσίβλητο και, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη» και (ii).- το εφετείο στην 121/2019 απόφασή του διέλαβε αντιφατικές ή και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης όσον αφορά τη χορήγηση της κανονικής αδείας στον αναιρεσίβλητο και την αμέλεια της αναιρεσίουσας.
Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 11 και 10 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εφετείο «παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ’ όψη αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε», ακόμη, «παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη», όσον αφορά το αντικείμενο και το χρόνο απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου στην αναιρεσείουσα.
Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι «όσον αφορά τα καθήκοντα εργασίας του αναιρεσίβλητου στην αναιρεσείουσα», (i).- το εφετείο, «παρά το νόμο, έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης», προσδιορίζονται δε, ως «πράγματα», οι κρίσεις της αναιρεσείουσας κατά την αξιολόγηση από αυτήν των αποδεικτικών στοιχείων, όπως είχαν προταθεί και ως τρίτος λόγος της από 30.03.2018 εφέσεώς της και (ii).- το εφετείο, «παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη».
Ο π έ μ π τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι «όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσίβλητου, σχετικά με την είσπραξη από αυτόν ποσών υπερεργασίας, την οποία δεν προσέφερε», (i).- το εφετείο, «παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ’ όψη αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, που αποδεικνύουν την ανυπαρξία της, κατά δήλωση του αναιρεσίβλητου, υπερωρίας, την οποία παρανόμως εισέπραξε» και (ii).- το εφετείο «δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη».
Ο έ κ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι «όσον αφορά τον κύκλο εργασιών και τον χρόνο απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου», το εφετείο (i).- «παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης» και (ii).- «παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη».
Ο έ β δ ο μ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο «για το αποδεικτέο ζήτημα του χρόνου εργασίας του αναιρεσίβλητου, πέραν του ωραρίου του, διέλαβε στην 121/2019 απόφασή του αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».
Ο ό γ δ ο ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 8, 9, 10, 19 και 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εφετείο, (i).- παρά το νόμο δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι «δεν έλαβε υπ’ όψη την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ της αναιρεσείουσας, που απέρριψε», (ii).- «άφησε αίτηση, δηλ. την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ της αναιρεσείουσας, αδίκαστη», (iii).- δέχθηκε πράγματα (υπερεργασία του αναιρεσίβλητου στην αναιρεσείουσα), που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, (iv).- διέλαβε στην 121/2019 απόφασή του αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της υπερεργασίας του αναιρεσίβλητου στην αναιρεσείουσα και (v).- ευθέως παραβίασε το άρθρο 914 ΑΚ, έτσι ώστε η από 20.04.2017 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.
Κατά τα εκτεθέντα στην (Β) μείζονα σκέψη, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και, ειδικότερα:
-Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς τις μερικότερες αιτιάσεις του από το άρθρο 559 αριθμοί 11 και 20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι δεν συγχωρείται αναίρεση για τέτοιες πλημμέλειες κατά της 121/2019 αποφάσεως.
-Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίασή του από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι δεν συγχωρείται αναίρεση για τέτοια πλημμέλεια κατά της 121/2019 αποφάσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως και δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 121/2019 αποφάσεως, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, γίνεται μνεία, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, μόνο αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών.
-Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς τις μερικότερες αιτιάσεις του από το άρθρο 559 αριθμοί 11 και 10 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι δεν συγχωρείται αναίρεση για τέτοιες πλημμέλειες κατά της 121/2019 αποφάσεως.
-Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι δεν συγχωρείται αναίρεση για τέτοια πλημμέλεια κατά της 121/2019 αποφάσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ), είναι, επίσης, απαράδεκτος διότι δεν αποτελούν «πράγματα» οι κρίσεις της αναιρεσείουσας, κατά την αξιολόγηση από την ίδια των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν είχαν προταθεί, με λόγο της από 30.03.2018 εφέσεώς της.
-Ο π έ μ π τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι δεν συγχωρείται αναίρεση για τέτοια πλημμέλεια κατά της 121/2019 αποφάσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ), είναι, ωσαύτως, απαράδεκτος διότι δεν αποτελούν 'πράγματα' τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους.
-Ο έ κ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι δεν συγχωρείται αναίρεση για τέτοια πλημμέλεια κατά της 121/2019 αποφάσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται τα πράγματα, δηλ. νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς ισχυρισμοί.
-Ο έ β δ ο μ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως και δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 121/2019 αποφάσεως, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως γίνεται μνεία, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, μόνο, αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών.
-Ο ό γ δ ο ο ς λόγος αναιρέσεως, ως προς όλες τις μερικότερες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος και, συγκεκριμένα: Ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση, είναι απαράδεκτος διότι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ), αφού η αναιρεσείουσα αναφέρει, ως άνω ότι το εφετείο «απέρριψε» την ένστασή της από το άρθρο 281 ΑΚ.
Η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ’ όψη από το εφετείο, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Ως προς τις υπό στοιχείο (ii) και (iii) αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμοί 9 και 10 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, είναι απαράδεκτος διότι δεν συγχωρείται αναίρεση για τέτοιες πλημμέλειες κατά της 121/2019 αποφάσεως.
Ως προς την υπό στοιχείο (iv) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως και δεν εκτίθεται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 121/2019 αποφάσεως, ήτοι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά.
Αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως γίνεται μνεία, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, μόνο αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών. Ως προς την υπό στοιχείο (v) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (και όχι άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν εκτίθενται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές της 121/2019 αποφάσεως.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 01.11.2019 αίτηση για αναίρεση της 121/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως εφετείο, στο σύνολό της.
Λόγος για δικαστική δαπάνη, σε βάρος της αναιρεσείουσας, δεν γίνεται διότι δεν υπάρχει σχετικό αίτημα από τον αναιρεσίβλητο, που δεν εμφανίσθηκε [άρθρα 106, 183 ΚΠολΔ].
(Γ).- Στο άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται από την 1.1.2016 [άρθρο 1 / άρθρα τρίτο, τέταρτο και ένατο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/ 23.7.2015)], ορίζεται ότι επί υποθέσεως, που αφορά διαφορά του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ, εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο, ειδικότερα, της αναιρέσεως από την 1.1.2016, δεν υποχρεούται, για να είναι παραδεκτή η άσκηση της αναιρέσεως, να καταθέσει παράβολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση, ως άνω, της ένδικης αναιρέσεως, την 01.11.2019, η αναιρεσείουσα κατέθεσε το e - Παράβολο ... Δημοσίου, ποσού 300 ευρώ. Εν τούτοις, για την ένδικη διαφορά του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να καταθέσει παράβολο. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως παραπάνω (Γ) μείζονα σκέψη, πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο αυτό, ποσού 300 ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αναιρέσεως (ΑΕΔ 3/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 01.11.2019 αίτηση για αναίρεση της 121/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως εφετείο, στο σύνολό της.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του e - Παραβόλου ... Δημοσίου, που κατέθεσε, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 22 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτης
αποχωρησάσης από
την υπηρεσία καθώς
και της αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία, αμέσως
αρχαιότερης Αρεοπαγίτου,
Αρετής Παπαδιά,
η αρχαιότερη της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Πελαγία Ακάσογλου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 5 Αυγούστου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ