Legislator Case Law & Legislation
1015/2017 AI generated

1015/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1015/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1015/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι οι παραπάνω λόγοι, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
registration of construction lien unpaid work union representative work subject to authorization contractor remuneration posted workers detachment
AI generated
607/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
1835/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
1432/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και με την από 18-6-2001 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-1-2009 αίτησή του και με τους από 8-4-2010 πρόσθετους λόγους.
851/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
559/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1015 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1015/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καυκούλα που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Παπαδάκο που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2356/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4313/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 30/8/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος και ο τρίτος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4313/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως από κάποιο (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216, 217, 229, 231, 238 και 513 του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση πώλησης, που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου, χωρίς να έχει σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα (εξουσία αντιπροσώπευσης), δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, αλλά το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του τελευταίου (αντιπροσωπευομένου). Την έγκριση και τα περιστατικά που τη συγκροτούν, πρέπει να ισχυριστεί και να αποδείξει εκείνος που την επικαλείται και προβάλλει δικαιώματα από την αντίστοιχη σύμβαση που καταρτίστηκε. Η έγκριση δε αυτή, η οποία έχει αναδρομική ενέργεια, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη εξουσίας αντιπροσώπευσης και γίνεται με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο, (άρθρα 238, 239ΑΚ), δυνάμενη, εφόσον για τη σχετική σύμβαση δεν απαιτείται η τήρηση τύπου να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της έγκρισης - (ΑΠ. 719/2012, ΑΠ. 313/2013, ΑΠ 603/2013, ΑΠ. 264/2004).

Εξάλλου, από τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ7/06, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην- ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και επομένως δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992 ΑΠ 823/15 ΑΠ 179/13) ενώ αντιθέτως ιδρύεται όταν από τις, προς υποστήριξη του αποδεικτικού πορίσματος διαλαμβανόμενες στην ελάσσονα πρόταση του σχετικού δικανικού συλλογισμού, παραδοχές καταλείπονται αμφιβολίες για το αν εχώρησε ή όχι παραβίαση ουσιαστικής διατάξεως νόμου (ΑΠ 472/2016 ΑΠ 682/2010, ΑΠ 1852/07).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά, με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε τα ακόλουθα:

"Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία ετοίμου σκυροδέματος το οποίο μεταφέρει κατόπιν παραγγελίας των πελατών με δικά της ειδικά αυτοκίνητα στον εκάστοτε συμφωνηθέντα τόπο ,χρησιμοποιώντας για την παράδοση ειδικές αντλίες. Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος ως οικοπεδούχος υπέγραψε με τον εργολάβο οικοδομών Ι.

Ζ. το προσαγόμενο μετ’ επικλήσεως από 2-8-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό έργου, σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε την εξ ολοκλήρου σκυροδέτηση της οικοδομής του πρώτου, που επρόκειτο να ανεγερθεί επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του (εναγόμενου) κειμένου επί της οδού ... Αττικής. Συγκεκριμένα δε η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε ότι ο προαναφερθείς εργολάβος αναλάμβανε να ολοκληρώσει την σκυροδέτηση της ανωτέρω οικοδομής του εναγόμενου εντός του διαστήματος από Αύγουστο 2005 και έως 31-12-2005, χρησιμοποιώντας δικό του εργατικό δυναμικό-προσωπικό και υλικά (ήτοι σκυρόδεμα (μπετόν), ξυλεία και σίδερα), αντί συμφωνηθείσας αμοιβής του ποσού 190 € ανά κυβικό μέτρο, στην οποία ρητά συμφωνήθηκε ότι θα περιλαμβάνονται το εργατικό κόστος (εκτός των ενσήμων του Ι.ΚΑ.) η αξία των υλικών (ήτοι ξυλείας, μπετόν και σίδερου) και η αμοιβή του ως άνω εργολάβου.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι για τα ως άνω υλικά, που πρόκειται να αγοραστούν και να χρησιμοποιηθούν για την σκυροδέτηση της παραπάνω οικοδομής θα προσκομίζονται (προφανώς από τον εργολάβο Ι. Ζ.) τα νόμιμα παραστατικά (ήτοι δελτία αποστολής και τιμολόγια) εκδιδομένα στο όνομα του οικοπεδούχου εναγόμενου, για δε την αμοιβή της επιστασίας του εργολάβου ότι θα εκδοθεί απόδειξη παροχής υπηρεσιών.

Περαιτέρω, σε εκτέλεση σύμβασης πώλησης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας, ως πωλήτριας και του ως άνω εργολάβου I. Ζ., που εμφανιζόταν έναντι αυτής (ενάγουσας) ότι ενεργούσε επ’ ονόματι και για λογαριασμό του εναγόμενου ως αγοραστή, η πρώτη πώλησε και παρέδωσε στον ανωτέρω τόπο της υπό ανέγερση οικοδομής του εναγόμενου τμηματικά, κατά το διάστημα από 7-9-2005 έως και 21-12-2005, έτοιμο σκυρόδεμα συνολικής αξίας 19.696,61 ευρώ περιλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α.

και της αμοιβής άντλησης. Μάλιστα, προς τούτο εκδόθηκαν από την ενάγουσα πωλήτρια εταιρεία τα προσαγόμενα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, στο όνομα του εναγόμενου ως πελάτη- αγοραστή καθ’ υπόδειξη του ανωτέρω εργολάβου, όπως συνηθίζεται παγίως στις σχετικές συναλλαγές Οι επίδικες ποσότητες σκυροδέματος παραδόθηκαν από την ενάγουσα προς τον ανωτέρω εργολάβο, ο οποίος είχε αναλάβει την κατασκευή της σκυροδέτησης της ως άνω οικοδομής του εναγόμενου και εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος του τελευταίου στην σύναψη της ένδικης αγοραπωλησίας ,δίνοντας τις σχετικές επιμέρους παραγγελίες προς την ενάγουσα πωλήτρια.

Ο εναγόμενος δεν αρνείται τις επίδικες πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες σκυροδέματος, ούτε την αξία τους ούτε και το γεγονός ότι αυτές χρησιμοποιήθηκαν στην ανωτέρω ανεγειρόμενη οικοδομή του. Αρνείται, ωστόσο, ότι αυτός συμβλήθηκε μετά της ενάγουσας αντιπροσωπευόμενος από τον εργολάβο Ι. Ζ. και διατείνεται ότι ο τελευταίος προέβη στην ένδικη αγορά σε εκτέλεση των προαναφερθεισών συμβατικών του υποχρεώσεων, έναντι του ιδίου (εναγόμενου) ως εργοδότη εκ της μεταξύ τους συναφθείσας κατά τα ανωτέρω σύμβασης έργου, αγοράζοντας δηλ.

τις επίδικες ποσότητες σκυροδέματος επ’ ονόματι του και για λογαριασμό του. Ο εναγόμενος ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου, της μεταξύ του ιδίου και του εργολάβου καταρτισθείσας σύμβασης έργου ,κατά την οποία στην ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή του εργολάβου συμπεριλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και η αξία των χρησιμοποιουμένων για τη σκυροδέτηση της ανεγειρόμενης οικοδομής του υλικών, δεν αποδείχθηκε ότι είχε χορηγήσει στον παραπάνω εργολάβο την ανωτέρω αντιπροσωπευτική εξουσία, ήτοι να αγοράζει από την ενάγουσα επ’ ονόματι και για λογαριασμό του τις επίδικες ποσότητες σκυροδέματος.

Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μετά την κατάρτιση των επίδικων διαδοχικών πωλήσεων, την παράδοση και την τοποθέτηση του σκυροδέματος στην ανωτέρω ανεγειρόμενη οικοδομή του, ενέκρινε σιωπηρά αυτές ,και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι συμβάσεις αυτές ισχυροποιήθηκαν αναδρομικά από την κατάρτισή τους και δεσμεύουν τον αντιπροσωπευόμενο εναγόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος κατά νόμο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ανωτέρω οφειλόμενο τίμημα του πωληθέντος σκυροδέματος συνολικού ποσού 19.696,61 ευρώ".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεχόμενο τη με αριθμό κατάθεσης δικ. .../2008 αγωγή της τελευταίας ως κατ’ ουσία βάσιμη, υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα-εναγόμενο να της καταβάλλει το προαναφερόμενο ποσό των 19.696,61 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως.

Έτσι όμως που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 211, 217, 229 και 238 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού αιτιολογίες ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της σιωπηρής έγκρισης της επίδικης σύμβασης αγοραπωλησίας από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα, οι οποίες δεν δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης και της αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ούτε καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή, των ιδίων ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δέχεται α) ότι ο εναγόμενος ως οικοπεδούχος υπέγραψε με τον εργολάβο οικοδομών Ι. Ζ. το από 2-8-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό έργου, σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε την εξολοκλήρου σκυροδέτηση της οικοδομής που επρόκειτο να ανεγερθεί επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, (εναγομένου), χρησιμοποιώντας δικό του εργατικό δυναμικό-προσωπικό και υλικά (ήτοι σκυρόδεμα (μπετόν), ξυλεία και σίδερα), αντί συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 190 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, στην οποία ρητά συμφωνήθηκε ότι θα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η αξία των υλικών (ήτοι ξυλείας, μπετόν και σίδερου), β) ότι για τα ως άνω υλικά, που πρόκειται να αγοραστούν και να χρησιμοποιηθούν για τη σκυροδέτηση της παραπάνω οικοδομής, θα προσκομίζονται (προφανώς) από τον εργολάβο Ι.

Ζ. τα νόμιμα παραστατικά (ήτοι δελτία αποστολής και τιμολόγια), εκδιδόμενα στο όνομα του οικοπεδούχου εναγομένου, γ) ότι σε εκτέλεση σύμβασης πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και του ως άνω εργολάβου I. Ζ., η πρώτη πώλησε και παρέδωσε έτοιμο σκυρόδεμα, συνολικής αξίας 19.696,61 Ε, το οποίο παραδόθηκε από την ενάγουσα προς τον ανωτέρω εργολάβο, που είχε δώσει τις σχετικές επί μέρους παραγγελίες προς την ενάγουσα πωλήτρια, εκδοθέντων προς τούτο από την τελευταία των αντίστοιχων τιμολογίων πώλησης και δελτίων αποστολής στο όνομα του εναγομένου πελάτη-αγοραστή, καθ’ υπόδειξη του ανωτέρω εργολάβου, όπως συνηθίζεται παγίως στις σχετικές συναλλαγές, δ) ότι ο εναγόμενος αρνείται, πως συμβλήθηκε με την ενάγουσα, αντιπροσωπευόμενος από τον εργολάβο Ι.

Ζ. και διατείνεται ότι ο τελευταίος προέβη στην ένδικη αγορά σε εκτέλεση των προαναφερθεισών συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι του ιδίου (εναγομένου) ως εργοδότη εκ της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης έργου και ε) ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της μεταξύ του ιδίου και του εργολάβου καταρτισθείσας σύμβασης έργου, είχε χορηγήσει στον παραπάνω εργολάβο την αντιπροσωπευτική εξουσία να αγοράζει από την ενάγουσα επ’ ονόματι και για λογαριασμό του τις επίδικες ποσότητες σκυροδέματος, καταλήγει στη συνέχεια στο αποδεικτικό του πόρισμα πως "αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος, μετά την κατάρτιση των επίδικων διαδοχικών πωλήσεων, την παράδοση και την τοποθέτηση του σκυροδέματος στην ανωτέρω ανεγειρόμενη οικοδομή του, ενέκρινε σιωπηρά αυτές και ως εκ τούτου ...

οι συμβάσεις αυτές ισχυροποιήθηκαν αναδρομικά από την κατάρτισή τους και δεσμεύουν τον αντιπροσωπευόμενο εναγόμενο", χωρίς όμως την οποιαδήποτε παραδοχή πραγματικών περιστατικών (έστω και ενός) θεμελιωτικών της συναχθείσης σιωπηρώς εγκρίσεως των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως (σκυροδέματος) με την αναφορά συγκεκριμένων πράξεων του φερομένου ως εγκρίνοντος αυτές αναιρεσείοντος ή και περιστάσεων καθιστωσών αναμφισβήτητη τη βούληση της εγκρίσεως, την οποία ασφαλώς δεν συνιστά η έκδοση και μόνον των σχετικών παραστατικών στο όνομα του οικοπεδούχου αναιρεσείοντος αφού, κατά τη ρητή παραδοχή της προσβαλλόμενης, αυτή εγένετο ύστερα από απόδειξη του εργολάβου (Ζ.) κατά "της παγίως εφαρμοζομένη στις σχετικές συναλλαγές τακτική", η οποία αναιρεί την περί σιωπηράς εγκρίσεως κρίση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και να ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι δια του 2ου λόγου προβαλλόμενες (από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι οι παραπάνω λόγοι, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 4313/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ