Legislator Case Law & Legislation
1015/2015 AI generated

1015/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1015/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1015/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σημειωτέον ότι την από 21-7-2006 πρώτη αγωγή είχαν ασκήσει μαζί με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και οι 2ος και 3ος τούτων, ως προς τους οποίους η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την 439/2009 εν μέρει οριστική απόφαση, οι δε ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση.

Keywords

AI generated
overpaid insurance benefits lack of maintenance medical reasons employment subject to social contributions reasonable alternative employment medically certified work incapacity
AI generated
1175/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
665/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
529/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
1054/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
1887/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2009 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1015 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1015/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μινέρβα Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. ΕΠΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Λ. του Β., κατοίκου ... και 3) Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., για εαυτούς και με την ιδιότητά τους των συνδιαχειριστών της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταματογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και επί των οποίων εκδόθηκε η 439/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την πρώτη ως άνω αγωγή. Ακολούθως η 1η των ήδη αναιρεσιβλήτων επανέφερε με κλήση της προς συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την από 21-7-2006 αγωγή της, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 2-4-2010 νέα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 894/2011 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7694/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 24-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1046/2014 αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης, καθ' όσο μέρος στρέφεται κατά των 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, την παραδοχή του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής, ως προς την 1η αναιρεσίβλητη, και την αναίρεση της 7694/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων, από τους οποίους επιδιώκεται μ' αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, στους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (Α.Π. 1521/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 7694/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που, κατά παραδοχή της από 21-7-2006 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, μισθώτριας βιομηχανικού ακινήτου της αναιρεσείουσας, α) αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα 41.805,10 ευρώ, ως αποζημίωση για πραγματικό ελαττώματα και έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του μισθίου, που υπήρχαν κατά την σύναψη της σύμβασης εν γνώσει της εκμισθώτριας και που εμπόδισαν ολικά την συμφωνημένη χρήση αυτού, β) αναγνώρισε το δικαίωμα της ενάγουσας να αφαιρέσει το κλιματιστικό σύστημα που είχε εγκαταστήσει στο μίσθιο, με τον όρο να αποκαταστήσει τις φθορές που θα προκαλούσε σ' αυτό, και γ) απέρριψε την από 2-4-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία η εν λόγω ενάγουσα ζητούσε να της καταβάλουν αυτοί, ως συμμισθωτές, εις ολόκληρον έκαστος, 307.197,27 ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε μισθώματα για το χρονικό διάστημα από την, χωρίς σπουδαίο λόγο κατά την ενάγουσα, αποχώρησή τους από το μίσθιο (3-2-2006) μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης (31-12-2008).

Σημειωτέον ότι την από 21-7-2006 πρώτη αγωγή είχαν ασκήσει μαζί με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και οι 2ος και 3ος τούτων, ως προς τους οποίους η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την 439/2009 εν μέρει οριστική απόφαση, οι δε ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση.

Όπως δε προκύπτει από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, η πλημμέλεια της προσβαλλομένης συνίσταται στο ότι αυτή έκανε δεκτή την από 21-7-2006 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο λόγος που να πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη καθ' όσο μέρος απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Επομένως, απαραδέκτως στρέφεται κατά των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, στους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ' αυτή πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των λοιπών (πλην της πρώτης) αναιρεσιβλήτων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει αυτή (αγωγή) νόμιμη ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (Α.Π. 13/2014).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).

Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 Π.Δ. 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης, έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.

Αν κατά το χρόνο παράδοσης του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα), ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.

Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.

Περαιτέρω, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίσθηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική ζημία που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας.

Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 εδ. α' ΑΚ, ο μισθωτής έχει κατ' επιλογή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς εφόσον, βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα (Α.Π. 316/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.

Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.Α.Π. 30/1998, Α.Π. 911/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 21-7-2006 αγωγής, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων με αυτήν εξέθεσε ότι στις 28-11-2002 μίσθωσε από την αναιρεσείουσα ένα βιομηχανικό ακίνητο, προκειμένου να ασκήσει σ' αυτό επιχείρηση γυμναστηρίου. Ότι το μίσθιο είχε πολλά πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναλυτικά περιγράφονται στο δικόγραφο αυτής (έλλειψη ηλεκτροδότησης, διαφορά εμβαδού, έλλειψη μόνωσης στο δώμα και στο υπόγειο, έλλειψη υδραυλικής εγκατάστασης, μη ύπαρξη αντλιών άντλησης υδάτων στο υπόγειο, άρνηση της εκμισθώτριας να υποβάλει αίτηση προς την Πολεοδομία και το ΙΚΑ για αλλαγή χρήσης του μισθίου), με αποτέλεσμα η ενάγουσα να παρεμποδίζεται στη χρήση του μισθίου και, τελικά, να αναγκασθεί να καταγγείλει τη μίσθωση. Ότι συνεπεία των ελαττωμάτων η θετική της ζημία (περιλαμβάνουσα λεπτομερώς εκτεθείσες δαπάνες προς αποκατάσταση αυτών και καταβληθέντα μισθώματα για χρονικό διάστημα που στερήθηκε τη χρήση του μισθίου, ύψους 28.172 ευρώ) ανέρχεται σε 87.812,29 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 87.812,29 ευρώ, ως αποζημίωση για αποκατάσταση της θετικής της ζημίας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένη και νόμιμη, κατά τα ως άνω κεφάλαια, την αγωγή, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 574-577 Α.Κ., ειδικώς δε ως προς το κονδύλιο της αποκατάστασης της ζημίας, που προκλήθηκε από την αχρεωστήτως καταβολή μισθωμάτων μηνών Μαρτίου έως και Ιουνίου 2003 συνολικού ποσού 28.172 ευρώ, την στήριξε στο άρθρο 904 Α.Κ.

Στη συνέχεια δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής σχετικά με τα αφορώντα στους λόγους αναίρεσης κεφάλαια: "Δυνάμει του από 28-11-2003 (αναφέρεται εκ παραδρομής αντί του ορθού 2002) ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, η εναγόμενη εταιρία, νόμιμα εκπροσωπούμενη εκμίσθωσε στην ενάγουσα εταιρία και τους συνδιαχειριστές της ατομικά και για λογαριασμό της άνω εταιρίας συμβαλλόμενους, το βιομηχανικό ακίνητο, που βρίσκεται στο δήμο …, επί της οδού ...

ιδιοκτησίας της, που αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 300 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 330 τ.μ. και δεύτερο όροφο εμβαδού 186 τ.μ., με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των δύο θέσεων στάθμευσης στον ακάλυπτο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η ενάγουσα για τη λειτουργία γυμναστηρίων πάσης φύσεως, ινστιτούτων αισθητικής, εργομετρικό κέντρο και κομμωτήριο.

Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε εξαετής από 1.1.2003 έως 31.12.2008 και το μίσθωμα ύψους 7.043 ευρώ πλέον χαρτοσήμου, που έπρεπε να καταβάλλεται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, ορίστηκε δε να αναπροσαρμόζεται 5% ετησίως. Το μίσθιο ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδιωτικού συμφωνητικού να παραδοθεί το αργότερο στις 30.11.2002 και συμφωνήθηκε περαιτέρω, ότι στην περίπτωση που δε δοθεί από τη ΔΕΗ αυτοτελής ηλεκτροφωτισμός και δεν εγκριθεί η αλλαγή χρήσεως του, η ημερομηνία έναρξης της μίσθωσης θα μετακινηθεί ανάλογα, με τις ημέρες καθυστέρησης της παράδοσης του μίσθιου.

Μετά ταύτα, δυνάμει του από 18-4-2003 πρακτικού συζήτησης, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ημερομηνία έναρξης καταβολής ενοικίου είναι η 1-3-2003, πλην όμως τελικά η ηλεκτροδότηση του μίσθιου έλαβε χώρα τέλη Ιουνίου 2003, με αποτέλεσμα, από τον μήνα Μάιο η ενάγουσα να εκμισθώσει ηλεκτρογεννήτρια, προκειμένου να έχει ηλεκτρικό καταβάλλοντας ποσό 778,80 ευρώ γεγονός που δεν αμφισβητεί ρητά η εναγόμενη, έτσι ώστε να συνομολογείται και για την λειτουργία αυτής (ηλεκτρογεννήτριας) για το άνω χρονικό διάστημα των δύο μηνών περίπου, κατανάλωσε 1000 λίτρα πετρέλαιο αξίας 589 ευρώ, ως αποδεικνύεται από τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πέραν της έλλειψης ηλεκτροδοτήσεως δεν υπήρχε μόνωση στην ταράτσα και το υπόγειο στο οποίο επιπλέον ανέβλυζαν ύδατα. Προκειμένου δε άρει τα άνω πραγματικά ελαττώματα η ενάγουσα σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από 4.8.2003 με αριθμό 48 τιμολόγιο της τεχνικής α.β.ε εργοτεμ. (σχετ. 14 της ενάγουσας για το οποίο γίνεται επίκληση με τις παρούσες προτάσεις από την αντίδικό της) σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα Κ.

Λ. δαπάνησε για μόνωση ταράτσας με τσιμεντοκώνια 1.875 ευρώ, για εγκατάσταση ζεύγους αντλιών 3.750 ευρώ, για αγορά ηλεκτρικού πίνακα 1.206,56 ευρώ, για εγκατάσταση υποπινάκων ηλεκτρισμού 1.687.74 ευρώ, για μόνωση με τσιμεντοειδή υπογείου 1.875 ευρώ δηλαδή 10.394,3 ευρώ πλέον ΦΠΑ 18% 1.871 ευρώ και συνολικά 12.265,3 ευρώ. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ.

αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε αναλάβει η ίδια να προβεί στην αλλαγή χρήσης του μίσθιου, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι αυτή προέβη σε όλες τις ενέργειες σε ΙΚΑ και Πολεοδομία. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το μίσθιο είχε πραγματικά ελαττώματα, με αποτέλεσμα να δικαιούται η εναγόμενη ως αποζημίωση τα εξής ποσά: 1)12.265,3 ευρώ που δαπάνησε για την αποκατάσταση αυτών των άνω πραγματικών ελαττωμάτων, 2) ποσό 28.172 ευρώ για ζημία που υπέστη από την αχρεωστήτως καταβολή των μισθωμάτων Μαρτίου έως και Ιουνίου 2003 και 3) ποσά 778,80 ευρώ για μίσθωση ηλεκτρογεννήτριας και τη λειτουργία αυτής από 2-5-2003 έως 24-6-2003 και συνολικά το ποσό των (12.265,3 + 28.172+ 778,80 +589) 41.805,1 ευρώ.

Απαραδέκτως δε προβάλλεται το πρώτον με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι με βάση τον όρο 6.1 της ένδικης σύμβασης μίσθωσης η εκμισθώτρια από την παράδοση του μισθίου και καθόλη τη διάρκεια της μίσθωσης δεν υποχρεούται σε επισκευή ή επιδιόρθωση του μισθίου έστω και αναγκαία". Και υπό τις παραδοχές αυτές έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαια, το Εφετείο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, δοθέντος ότι η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προς θεμελίωση της ερειδόμενης στις διατάξεις των άρθρων 574-577 Α.Κ. αγωγής, ανεξαρτήτως του ότι, ως προς τη ζημία που η ενάγουσα επικαλείται ότι προκλήθηκε σ' αυτήν από την καταβολή των ανωτέρω μισθωμάτων, το Εφετείο στήριξε, εσφαλμένως, την αγωγή στη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ.

Επομένως, α) είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι οι 1ος και 5ος λόγοι αναίρεσης, κατά την πρώτη αιτίαση αυτών, με τους οποίους υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (αληθώς του αρ. 1 του ανωτέρω άρθρου, που προσήκει στην νομική αοριστία) αποδίδεται ότι το Εφετείο κακώς δεν απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, ως αόριστη, και αρκέσθηκε, δήθεν, σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, διότι σε κανένα από τα αναφερόμενα κονδύλια δεν αναγράφεται το παραστατικό της συγκεκριμένης δαπάνης, και β) είναι απορριπτέοι, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., οι αυτοί ως άνω λόγοι, κατά την δεύτερη αιτίασή τους, καθώς και ο δεύτερος λόγος, κατά την πρώτη αιτίαση αυτού (όλοι από τον αρ. 1 του άρθρου 559), με τους οποίους προσάπτεται ότι, εσφαλμένως, το Εφετείο εφάρμοσε τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών.

Όμως, με το να επιδικάσει το Δικαστήριο της ουσίας, αφ' ενός τα μισθώματα των μηνών Μαρτίου έως και Ιουνίου 2003, διότι καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, συμπέρασμα που προϋποθέτει ολική στέρηση της χρήσης του μισθίου, και αφ' ετέρου δαπάνες για μίσθωση ηλεκτρογεννήτριας και αγορά πετρελαίου για τη λειτουργία αυτής από 2-5-2003 έως 24-6-2003, από την οποία, αντιθέτως, προκύπτει χρήση του εν λόγω μισθίου, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574-577 Α.Κ.

εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι με τη νεότερη συμφωνία της 18-4-2003 οι συμβαλλόμενοι όρισαν ως ημερομηνία έναρξης καταβολής του μισθώματος την 1-3-2003, δεν διευκρινίζει εάν εξ αιτίας της καθυστέρησης παροχής ηλεκτροδότησης η μισθώτρια παρεμποδίσθηκε, μερικά ή ολικά στη συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου και για ποιο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το μέγεθος της ζημίας της και να καθορισθεί το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται.

Συνεπώς δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του έκτου λόγου του αναιρετηρίου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Κατά το άρθρο 591 §1 και 2 εδ. 5 του ίδιου Κώδικα, ο εκμισθωτής αποδίδει στο μισθωτή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο. Οι επωφελείς δαπάνες αποδίδονται με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων. Αλλά, η ως άνω διάταξη του άρθρου 591 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορούν οι συμβαλλόμενοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, να συμφωνήσουν ότι όλες οι δαπάνες επί του μισθίου θα βαρύνουν το μισθωτή.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2 και 527 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι μια τέτοια συμφωνία, εφόσον αποδεικνύεται παραχρήμα, μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά και στην κατ' έφεση δίκη με λόγο έφεσης. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο, ότι με το να κρίνει, ως απαραδέκτως προβληθέντα το πρώτον με τις προτάσεις στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι με βάση τον όρο 6.1 της σύμβασης μίσθωσης η εκμισθώτρια δεν υποχρεούται σε επισκευές ή επιδιορθώσεις του μισθίου, έστω και αναγκαίες, δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που είχε προβάλει αυτή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις από 9-10-2008 (πρωτόδικες) και 8-2-2011 (ενώπιον του Εφετείου) προτάσεις της.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η επίκληση του στηριζόμενου στον προαναφερθέντα όρο ισχυρισμού έγινε, το πρώτον, με τον τρίτο λόγο έφεσης και τις προτάσεις της αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσας, στο Εφετείο. Όμως, δεδομένου ότι ο όρος αυτός αποδεικνύεται παραχρήμα με έγγραφο, ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτώς.

Συνεπώς το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ως άνω ισχυρισμό, ως απαραδέκτως προβληθέντα, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω τρίτου και έκτου λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτήν, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Η πρώτη αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.300 ευρώ, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1046/2014 αίτηση για αναίρεση της 7694/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Χ. Λ. και Ι. Π..

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Αναιρεί την 7694/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Σ. Ε.Π.Ε.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς αυτήν, προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την πρώτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ