1015/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1015/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από της διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο του δικαιοπαρόχου του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1015 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1015/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μυλωνογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. συζ. Σ. Σ. Κ., το γένος Π. Κ., 2)Μ. Κ. του Π., κατοίκου ... 3)Ε. συζ. Μ. Σ., το γένος Ι. Κ., 4)Α. συζ. Κ. Κ., το γένος Ι. Κ., 5)Μ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ι. Κ., 6)Ζ. συζ. Σ. Δ., 7)Γ. συζ. Φ. Μ., το γένος Ι. Κ., κατοίκων ... 8)Ε. συζ. Σ. Χ., το γένος Π. Κ., και 9)Ο. Κ. του Π., κατοίκων .... Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κεφτοδήμο, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η είχε αποβιώσει πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2000 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2003 μη οριστική, 75/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/10/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ.α' 73, 159 αρ.2, 160 παρ.1 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η αναίρεση, η οποία ασκήθηκε κατά αποβιώσαντος εν γνώσει του θανάτου του, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 27/1987). Στην προκείμενη περίπτωση, η φερόμενη ως πρώτη αναιρεσίβλητη, Α. συζ. Σ. Σ. Κ., το γένος Π. και Φ. Κ., κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης (7.10.2011) δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, γιατί είχε αποβιώσει στις 8.4.2008 και ο αναιρεσείων ήταν εν γνώσει του θανάτου της, αφού ο θάνατος της είχε ήδη γνωστοποιηθεί ενώπιον του Εφετείου με παρόντα τον αναιρεσείοντα (τότε εκκαλούντα), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο επίσημο αντίγραφο της προσβαλλόμενης -274/2010 - απόφασης του Εφετείου Θράκης, και πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς αυτήν λόγω της ακυρότητας του δικογράφου της.
ΙΙ. Από της διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται, ότι για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, για στέρηση της απόφασης από τη νόμιμη βάση της και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέντασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής (ΑΠ 94/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 20 περίπου στρεμμάτων, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας … και συνορεύει ... αποτελεί (δε) τμήμα ευρύτερης έκτασης 35 περίπου στρεμμάτων, που ανήκε αρχικά στον Π.
Κ. του Μ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1923 και άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους σ' όλη την κληρονομία του, τη σύζυγό του Α., τα τέκνα του Ε., Ν. (πατέρα του ενάγοντος), Ι., Μ. και Π., Ε., Π. και Ζ. Μετά το θάνατο, κατά το έτος 1958, της ως άνω συζύγου του Π. Κ. το ως άνω ποσοστό της επί του ακινήτου περιήλθε στα τέκνα της, που την κληρονόμησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι.
Στις 11-7-68 απεβίωσε ο Π. Κ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Φ. το γένος Π. και τα τέκνα του Α. και Μ. (πρώτη και δεύτερη από τους εναγομένους). Στη συνέχεια με βάση το από 8-10-72 ιδιωτικό συμφωνητικό τα τέσσερα άρρενα τέκνα του Π. και της Α. Κ., ήτοι οι Ε., Ν., Ι. και Μ., καθώς και οι πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αδερφού τους Π.
Κ., διένειμαν την περιουσία του πατέρα τους. Στην εν λόγω διανομή δεν συμμετείχαν οι ως άνω θυγατέρες του Π. Κ., καθόσον αυτές είχαν προικισθεί αναλόγως από τον πατέρα τους και τους αδελφούς τους και ουδέποτε διεκδίκησαν μερίδιο από την κληρονομιά αυτή, ούτε αναμίχθηκαν σ' αυτή, ούτε επιλήφθηκαν της νομής των ακινήτων της.
Με το πιο πάνω συμφωνητικό διανεμήθηκε άτυπα, μεταξύ άλλων, το ευρύτερο πιο πάνω ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, το οποίο διανεμήθηκε σε τέσσερα περίπου ίσα τμήματα, εμβαδού 6,5 - 7 στρεμμάτων και σε ένα μεγαλύτερο, εμβαδού 7-8 στρεμμάτων, που ήταν το μόνο καλλιεργημένο με ελαιόδεντρα και καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του όλου ακινήτου, που έλαβε ο Ν.
Κ. (πατέρας του ενάγοντος). Στις 17-1-73 απεβίωσε ο Ι. Κ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Π. το γένος Γ. Δ. και τις θυγατέρες του Ε., Α., Μ., Ζ. και Γ. (τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των εναγομένων), οι οποίες συνυπέργαψαν το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής της περιουσίας του Π.
Κ.. Οι πιο πάνω κληρονόμοι επιβεβαίωσαν την από 8-10-72 ως άνω διανομή υπογράφοντας στο από Ιούλιο 1975 (δύο) ιδιωτικά συμφωνητικά και στο συνοδεύον αυτά από 20-1-75 τοπογραφικό διάγραμμα του Κ. Μ., τα οποία μάλιστα προσυπέγραψε και ο Ν. Κ. , πατέρας του ενάγοντος, που έλαβε, όπως προαναφέρθηκε, το νότιο τμήμα του μείζονος ακινήτου, που ήταν και το μοναδικό καλλιεργήσιμο.
Με βάση τα πιο πάνω (δύο) συμφωνητικά και το πιο πάνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα διανεμήθηκε με κλήρωση μεταξύ των ανωτέρω το επίδικο ακίνητο και έλαβαν: α)οι κληρονόμοι του Π. Κ. το τμήμα (1), που συνορεύει βόρεια με τη θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ., δυτικά με τμήμα (2) του ίδιου ακινήτου και νότια με την ιδιοκτησία του Ν.
Κ., πατέρα του ενάγοντος, έκτασης 6,69 περίπου στρεμμάτων, β)οι κληρονόμοι του Ι. Κ. το τμήμα (2) που συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με τμήμα (1) και δυτικά με τμήμα (3) του ιδίου ακινήτου και νότια με τμήμα του Ν. Κ., έκτασης 6,59 περίπου στρεμμάτων, γ)Ε. Κ. το τμήμα (3), που συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με τμήμα (2) και δυτικά με τμήμα (4) του ίδιου ακινήτου και νότιου με ιδιοκτησία του Ν.
Κ., έκτασης 6,59 περίπου στρεμμάτων, και δ)ο Μ. Κ. το τμήμα (4), που συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με τμήμα (3) του ίδιου ακινήτου, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Κ. και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Κ., έκτασης 6,85 περίπου στρεμμάτων. Οι παραπάνω αμέσως μετά τη διανομή άρχισαν να νέμονται ο καθένας το τμήμα του επιδίκου που του έλαχε, ασκώντας σ' αυτά τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής, δηλαδή τα επέβλεπαν, τα επισκέπτονταν, τα τοπογράφησαν και τα χρησιδάνεισαν στον ενάγοντα, ο οποίος διέμενε στην περιοχή αυτή.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τόσο ο πατέρας του ενάγοντος όσο και ο ίδιος προσωπικά νεμόταν το επίδικο ακίνητο, εκτός του τμήματος που περιήλθε σ' αυτόν με την ως άνω διανομή, αναγνωρίζοντας μάλιστα ως κυρίους κάθε τμήματος αυτούς που αναφέρονταν στα ως άνω συμφωνητικά. Περαιτέρω, κατά το έτος 1978 η Φ.
συζ. Π. Κ. μεταβίβασε ατύπως το ποσοστό της επί του τμήματος (1) στα τέκνα της, Α. και Μ. Κ., οι οποίοι έκτοτε το νέμονται διάνοια κυρίων κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, ασκώντας σ' αυτό αδιατάρακτα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, δηλαδή το επιβλέπουν, το περιφράσσουν και το μισθώνουν στον ενάγοντα.
Στις 26-1-89 αποβίωσε ο Ε. Κ., που είχε λάβει με την ως άνω διανομή το τμήμα (3) του επιδίκου, το οποίο κατέλιπε με την από 30-1-85 ιδιόγραφη διαθήκη του στις εγγονές του Ε. και Ο. Κ. (ένατη και δέκατη από του εναγομένους), οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά με την .../7-10-92 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σταμπουλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο … με αριθμό … Έκτοτε δε ασκούν επί του τμήματος (3) του επιδίκου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, δηλαδή το επιβλέπουν, το τοπογραφούν, το περιφράσσουν, το χρησιδάνεισαν στον ενάγοντα για τη βοσκή των ζώων του μέχρι τις 14-3-2000, οπότε κατήγγειλαν την εν λόγω σύμβαση.
Στις 28-6-92 απεβίωσε ο Μ. Κ., ο οποίος κατέλειπε κληρονόμο του με την .../23-4-87 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Αικ. Σιγανού, που δημοσιεύτηκε νομιμα με το 129/92 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, τον Ε. Κ. του Ν., αδελφό του ενάγοντος στο τμήμα (4) του επιδίκου. Στη συνέχεια στις 24-7-92 αποβίωσε από τους κληρονόμους του Ι.
Κ., η σύζυγός του Π. το γένος Δ. και το μερίδιό της στην κληρονομιά του Ι. Κ., απέκτησαν κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία τα προαναφερθέντα έξι τέκνα της, προβαίνοντας μάλιστα στην αποδοχή αυτού με την .../1-9-92 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κων/νιάς Σταυρακάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βάμου, στον τόμο … με αριθμό ....
Μεταξύ των στοιχείων της κληρονομίας αυτής ήταν και το τμήμα (2) του επιδίκου, στο οποίο έκτοτε οι παραπάνω κληρονόμοι ασκούν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, δηλαδή τα επιβλέπουν, το τοπογραφούν, το περιφράσσουν και το χρησιδάνεισαν στον ενάγοντα για βοσκή των ζώων του. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την εν λόγω διανομή, γεγονός που ενισχύεται από την υπόδειξη εκ μέρους του, κατά τη σύνταξη του από Μάρτιο 1992 (νέου) τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Σ.
Λ. για το ευρύτερο διανεμητέο ακίνητο, των ορίων των επιμέρους τμημάτων, κατά τη μη αμφισβητηθείσα δήλωση του ίδιου του μηχανικού επί του τοπογραφικού. Ενώ ο ενάγων κατά την οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου, ανέφερε ως δυτικό όριο την ιδιοκτησία του αδελφού του Ε. Κ., η οποία όπως προαναφέρθηκε, περιήλθε σ' αυτόν από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 28-6-92 θείου του Μ.
Κ., χωρίς όμως να δίνει κάποια εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο το ακίνητο αυτό περιήλθε στον Μ. Κ., πλην της ως άνω διανομής. Εξ άλλου ενισχυτικό στοιχείο της εκ μέρους του ενάγοντος αναγνώρισης της ως άνω διανομής είναι η συνομολόγηση αυτής και η ρητή αναγνώριση της κυριότητας των τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης εναγομένων επί του μέρους ακινήτου τους τόσο από τον ίδιο όσο και τον ως άνω αδελφό του, όπως προκύπτει από το με αριθμό 1/1996 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Βάμου, που συντάχθηκε μεταξύ αυτών επί αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.
Τέλος ο ενάγων με τα από 8-8-1991 και 30-8-1997 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσε από τους Α. συζ. Σ. Σ. Σ., το γένος Π. Κ. και Μ. Κ., το τμήμα του επίδικου ακινήτου, που οι τελευταίοι είχαν λάβει με την ως άνω διανομή, προκειμένου να το χρησιμοποιεί για τη βοσκή των ζώων του, αναγνωρίζοντας, έτσι, ως ισχυρή την ως άνω διανομή.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και δεν αναιρούνται από τις αόριστες και αντιφατικές μεταξύ του καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, οι οποίες, ως μη ενισχυόμενες από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεν παρέχουν πίστη στο Δικαστήριο, και σε κάθε περίπτωση δεν ενισχύουν τον αγώγιμο ισχυρισμό περί ύπαρξης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι "κτήση κυριότητας του (ήδη αναιρεσείοντος) ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 ΑΚ)" που αποτελούσε τη βάση της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του "δεν αποδείχθηκε" και ότι πρέπει αυτή -αγωγή- να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη "ως προς όλους τους εναγομένους, πλην της όγδοης εναγόμενης, ως προς την οποία (όπως προαναφέρθηκε) έχει - ήδη-γίνει δεκτή με οριστική διάταξη της προεκδοθείσας 94/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατά της οποίας η έφεση δεν απευθύνεται ...", απέρριψε δε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης 75/2006 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση, επικυρώνοντας, έτσι, την προεκτεθείσα απόφασή του.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της αγωγής. Ειδικότερα, δέχθηκε με σαφήνεια ότι το επίδικο ακίνητο είναι εμβαδού 20 περίπου στρεμμάτων και αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 35 περίπου στρεμμάτων, που διανεμήθηκε από τους προαναφερόμενου συνιδιοκτήτες της με το ανωτέρω - από 8.10.1972 - ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι ο πατέρας του ενάγοντος, Ν.
Κ., με βάση το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό, έλαβε το μεγαλύτερο τμήμα "εμβαδού" 7-8 στρεμμάτων, που ήταν το μόνο καλλιεργημένο με ελαιόδεντρα και καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του όλου ακινήτου" και δεν ταυτίζεται εν όλω ή εν μέρει με το επίδικο, ο δε ενάγων και πριν από αυτόν ο πατέρας του δεν άσκησαν επί του επίδικου ακινήτου πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, μη αποκτήσας, έτσι, κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045, 1051), που αποτελούσε - όπως προεκτέθηκε - τη βάση της αγωγής.
Γι' αυτό, ο τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., με του οποίους, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η περιλαμβανόμενη στον τέταρτο λόγο αναίρεσης ειδικότερη αιτίαση, επίσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ότι η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης για απόρριψη της έφεσης και κατ' επέκταση, ως άνω, της αγωγής, "αναιρεί" την οριστική διάταξη της προεκδοθείσας αμετάκλητης ήδη - όπως, άλλωστε οι διάδικοι αποδέχονται -94/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που απέρριψε της αγωγή ως προς την όγδοη εναγομένη, προεχόντως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού το λόγο αυτό αναίρεσης ιδρύουν αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι σε σχέση με διάταξη ή αιτιολογίες άλλης απόφασης, ανεξαρτήτως του ότι είναι και αβάσιμη, αφού ως εκ της απλής ομοδικίας που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, μπορεί να εκδοθούν, ως προς αυτούς αντίθετες αποφάσεις.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέντασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 17/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγω έφεσης (ΑΠ 1274/1994). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.
ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο τον αντιμετώπισε και τον επέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την αγωγή (κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των λοιπών, πλην της όγδοης των εναγομένων) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη , χωρίς να λάβει υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προτάθηκαν νόμιμα από τον αναιρεσείοντα με τον τρίτο λόγο έφεσής του, δηλαδή, ότι "...
πλανημένα και αβάσιμα δέχτηκε η εκκαλουμένη ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 1972, το οποίο υπογράφουν οι φερόμενες ως δικαιούχοι αφορά τη διανομή του επίδικοι ακινήτου, ότι τούτο ... και αν ήταν έκτακτης 35 στρεμμάτων ... θα έπρεπε να έχει απομειωθεί κατά την έκταση των 6/32 συνολικά, τα οποία το έτος 1935 με τα εν τη αγωγή (του) αναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, νόμιμα μεταγραφέντα, είχαν περιέλθει στην αείμνηστο πατέρα (του) Ν.
Κ. από τις αδελφές του Π. και Ε. ...". Όμως, τα περιστατικά αυτά αποτελούν απλά επιχειρήματα για την παραδοχή της αγωγής και τη στήριξη του λόγου έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την άσκηση νομής επί ολόκληρου του επίδικου ακινήτου με διάνοια κυρίου από μέρους του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου του - πατέρα του -.
Κατά συνέπεια, δεν συνιστούν "πράγμα" με την έννοια που προαναφέρθηκε, και επομένως ο ερευνώμενος λόγος, που αναφέρεται στην πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους πραγματικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής από την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045, 1051), δηλαδή ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας με συνοπολογισμό του δικού του χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του - πατέρα του -, εφόσον δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε "ότι τόσο ο πατέρας του ενάγοντος όσο και ο ίδιος προσωπικά νεμόταν το επίδικο ακίνητο ... ", δηλαδή περιστατικά αντίθετα προς τα ανωτέρω που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙV. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτή έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του, περί της άσκησης νομής επί του επίδικου ακινήτου από μέρους του δικαοπαρόχου του - πατέρα του - με διάνοια κυρίου, δηλαδή τα …/1935, …/1995 και …/1935 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Βάμου Σπυρίδωνος Ντουκάκη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωτικό να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.10.2011 αίτηση του Π. Κ. του Ν. για αναίρεση της 274/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου έως και ένατης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ