Legislator Case Law & Legislation
1015/2012 AI generated

1015/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1015/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

S. M. T., κατοίκου ..., ατομικά για τον ίδιο, 2. K. S. T., κατοίκου ομοίως ως άνω, που ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά για τον ίδιο την δίκη, 3. A. R. T., κατοίκου ομοίως ως άνω, που ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά για τον ίδιο την δίκη, 4. S. M. T., ως ασκούντος την γονική μέριμνα και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας του P. R.

Legislator headnote

AI generated

1015/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 3623/6-5-2004, 5418/9-7-2004 και 799/1-2-2005 αγωγές των ως άνω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5308/2005 μη οριστική και 4949/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2285/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2009 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1015 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1015/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." η οποία εδρεύει στα ..., της οποίας ειδικός διάδοχος- λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της - είναι το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαου Ανδροβιτσανέα και κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 29-7-2009 αιτήσεως αναίρεσης ως προς τον 17ο των αναιρεσιβλήτων: ΟΕ με την επωνυμία "Α. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε. - ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΩΝ (ΜΑΧ ΜΟΤΟ), και συνεχίζει την δίκη ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Των αναιρεσιβλήτων:

1. S. M. T., κατοίκου ..., ατομικά για τον ίδιο, 2. K. S. T., κατοίκου ομοίως ως άνω, που ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά για τον ίδιο την δίκη, 3. A. R. T., κατοίκου ομοίως ως άνω, που ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά για τον ίδιο την δίκη, 4. S. M. T., ως ασκούντος την γονική μέριμνα και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας του P. R.

T., κατοίκου ομοίως ως άνω, 5. S. R., κατοίκου ..., 6. S. R., κατοίκου ..., 7. S. R., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καρυδάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις, 8. D. M. D., κατοίκου ..., 9. J. A. D., που ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά για τον ίδιο την δίκη, 10.

J. R. D., ανηλίκου και ορφανού πατρός, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την μητέρα του D. M. D., που ασκεί την γονική μέριμνά του, κατοίκου ως άνω, 11. D. D., 12. J. D. P., 13. S. D., 15.P. J., 16. J. J., όλοι οι ανωτέρω είναι κάτοικοι ... και παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Νάτσινα, αφού ανακάλεσε την από 7/3/2012 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις, 17.

της Ο.Ε. με την επωνυμία "Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. - ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΩΝ (ΜΑΧ ΜΟΤΟ), η οποία έχει έδρα τα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 18. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α." (ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α), η οποία έχει έδρα τον ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και ως ειδικός διάδοχός της ανέλαβε το ΝΠΙΔ, που εδρεύει στην Αθήνα, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 3623/6-5-2004, 5418/9-7-2004 και 799/1-2-2005 αγωγές των ως άνω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5308/2005 μη οριστική και 4949/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2285/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 3-11-2010 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου, 16ου και 18ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297, 573 παρ.1 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/1992), χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 633/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκπροσωπήσας το ήδη συνεχίζων τη δίκη ως ειδικός διάδοχος της αρχικώς αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α. δικηγόρος, έχοντας την προς τούτο πληρεξουσιότητα (.../2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευανθίας Λέντζιου-Γκόγκου), δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης.

Η δήλωση παραίτησης, αφού έγινε σύμφωνα προς τις διατάξεις που μνημονεύονται στην αρχή της παραγράφου επέφερε τα αποτελέσματα της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα καθόσον αφορά την Ο.Ε. "Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΩΝ (ΜΑΧ ΜΟΤΟ) και να καταργηθεί η δίκη ως προς αυτή. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) η παράνομη συμπεριφορά του- υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2285/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Στις 21-8-2002 και περί ώρα 12.001, ο Άγγλος υπήκοος A.-M. D., σύζυγος της πρώτης από τους ενάγοντες της δεύτερης εκ των άνω αγωγών, πατέρας των εκπροσωπούμενων από την πρώτη δύο ανηλίκων τέκνων τους (δεύτερου και τρίτου των εναγόντων), υιός του τέταρτου και της πέμπτης, αδελφός της έκτης και του έβδομου και γαμπρός από θυγατέρα του όγδοου και της ένατης των εναγόντων, οδηγούσε την υπ' αριθμ.

κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της εταιρείας "Α. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε. - ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΩΝ (ΜΑΧ ΜΟΤΟ)", στην οποία συνεπέβαινε η D. T., Βρετανικής ιθαγένειας, σύζυγος του πρώτου των εναγόντων της πρώτης αγωγής, μητέρα των εκπροσωπουμένων από τον πρώτο ενάγοντα τριών ανήλικων τέκνων τους (δεύτερου, τρίτου και τέταρτης από τους ενάγοντες), θυγατέρα της πέμπτης και του έκτου και αδελφή του έβδομου των εναγόντων.

Η ως άνω μοτοσικλέτα εκινείτο επί της Εθνικής Οδού Ρόδου - Λίνδου, κατευθυνόμενη από την πόλη της Ρόδου προς τη Λίνδο, με κανονική για την περιοχή ταχύτητα, μη υπερβαίνουσα το προβλεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χλμ/ώρα (κατοικημένη περιοχή). Η προαναφερόμενη οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διαχωριστική διακεκομμένη γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας.

Κατ' εκείνην ακριβώς τη χρονική στιγμή, η πρώτη εναγομένη της πρώτης αγωγής, G. S., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, Σ. Π. (από τον οποίο είχε μισθώσει το εν λόγω αυτοκίνητο η άνω εναγομένη) και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κατά τον ένδικο χρόνο, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", έβαινε έμπροσθεν της άνω μοτοσικλέτας, στην ίδια, παραπάνω, Ε.Ο., με ομόρροπη κατεύθυνση με το πιο πάνω όχημα, με χαμηλή για την περιοχή ταχύτητα και σε θέση παράλληλη με αυτήν της δίκυκλης μοτοσικλέτας.

Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στο ύψος του 22ου χιλιομέτρου, ο A.-M. D., έχοντας πρόθεση να ενεργήσει προσπέραση του προπορευόμενου οχήματος της πρώτης εναγομένης, από αριστερά σε σχέση με την πορεία του, δεδομένου ότι στο συγκεκριμένο σημείο επιτρεπόταν η προσπέραση, καθόσον υπήρχε στο οδόστρωμα διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, αύξησε την ταχύτητά του, άναψε ταυτόχρονα τον αριστερό δείκτη αλλαγής πορείας (φλας) και αμέσως άρχισε να εισέρχεται (δεδομένου ότι υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, μόνο μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση) στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Ταυτόχρονα η εναγόμενη, G. S., από αμέλειά της, συνισταμένη στο ότι οδηγούσε χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή της και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οδηγούμενου απ' αυτήν αυτοκινήτου, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός, προτιθέμενη δε να πραγματοποιήσει στροφή αριστερά, σε σχέση με την πορεία της, για να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Λίνδο προς Ρόδο, δεν βεβαιώθηκε (προτού πραγματοποιήσει τη στροφή) ότι είχε τη δυνατότητα να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια δίχως κίνδυνο ή παρακώλυση των υπολοίπων οχημάτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν την οδό και έβαιναν πίσω ή δίπλα από το δικό της αυτοκίνητο ή εκείνων (των οχημάτων) που επιχειρούσαν να πραγματοποιήσουν προσπέραση, όπως συνέβη με την ένδικη μοτοσικλέτα.

Ακόμα, δεν κινήθηκε προοδευτικά αριστερά του οδοστρώματος, και δεν κατέστησε έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή της αυτή, χρησιμοποιώντας, προς τούτο, τους κατάλληλους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης, αλλά κινούμενη εντελώς ανέλεγκτα, αιφνίδια, έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου της, αποκλείοντας έτσι την πορεία της μοτοσικλέτας, την οποία οδηγούσε ο A.-M.

D. με αποτέλεσμα να επιπέσει το όχημα της άνω εναγομένης, με την αριστερή εμπρόσθια πλευρά του, στο δεξιό τμήμα της μοτοσικλέτας. Στη συνέχεια, η τελευταία (μοτοσικλέτα) εξετράπη της πορείας της, προς τα αριστερά, πλαγιολίσθησε με το δεξιό της μέρος στο οδόστρωμα και τελικά ακινητοποιήθηκε, σε απόσταση 34,35 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης.

Εκ του άνω ατυχήματος τραυματίσθηκαν θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσικλέτας A.-M. D. και η συνεπιβάτιδά του D. T.. Με βάση τις συνθήκες, υπό τις οποίες, κατά τα άνω, συνέβη το ατύχημα και εκ του συνδυασμού των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε, (και) κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική-υπαιτιότητα της εναγόμενης οδηγού του άνω, με αριθμ.

κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, G. S., η οποία, κατά την οδήγηση, δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, μπορούσε να καταβάλει (παράβαση διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,21 παρ. 1 και 23 παρ. 1-2 του ΚΟΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 330 εδ β του ΑΚ).

Αντίθετα, (και) κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, με βάση τα αποδειχθέντα, δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να θεμελιώνει ποσοστό συνυπαιτιότητας και πολύ περισσότερο αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας A.-M. D., στην πρόκληση της σύγκρουσης και του εξ αυτής θανατηφόρου ατυχήματος.

Ως εκ τούτου, κρίνονται και από το παρόν Δικαστήριο απορριπτέοι, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων που συνιστούν και λόγους της εφέσεως και αντεφέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ". Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 28-1-2005 (παρεμπίπτουσα) αγωγή της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας).

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 330, 300, 297, 298 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και η έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην οποία επέβαιναν ως οδηγός και συνεπιβάτης οι δύο θανατωθέντες συγγενείς των δεκαέξι πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο ότι η ένδικη θανατηφόρος σύγκρουση έλαβε χώρα σε χρόνο που το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο επιχείρησε ανέλεγκτα ελιγμό προς τ' αριστερά για να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα πορείας, και ενώ κατά τον ίδιο χρόνο η δίκυκλη μοτοσικλέτα στην οποία επέβαιναν οι δύο θανατωθέντες συγγενείς των αναιρεσιβλήτων πραγματοποιώντας προσπέραση του πιο πάνω αυτοκινήτου βρισκόταν παράλληλα προς αυτό στο αντίθετο ρεύμα πορείας αφού το πλάτος του οδοστρώματος δεν επέτρεπε στη δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά την πραγματοποίηση της υπέρβασης να παραμείνει στο ίδιο ρεύμα πορείας στο οποίο εκινούντο και τα δύο οχήματα.

Ενόψει αυτών, δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινισθεί ιδιαίτερα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε ποια απόσταση βρισκόταν μεταξύ τους τα δύο οχήματα όταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκδήλωσε την πρόθεση του να πραγματοποιήσει την προαναφερθείσα υπέρβαση, αφού διευκρινίζεται στην απόφαση ότι πριν από τη σύγκρουση ο οδηγός της μοτοσικλέτας έχοντας ανάψει τα αριστερά φλας κατέλαβε το αντίθετο ρεύμα για την προσπέραση του αυτοκινήτου και εκινείτο παράλληλα προς το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο, ώστε ήταν χωρίς πλέον έννομη επιρροή σε απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα.

Επίσης εφ' όσον στην απόφαση διευκρινίζεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα ενώ η μοτοσικλέτα πραγματοποιώντας την υπέρβαση κινούμενη παράλληλα με το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο, το οποίο αιφνίδια πραγματοποίησε ελιγμό προς τ' αριστερά και προσέκρουσε με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του στο δεξιό τμήμα της μοτοσικλέτας, χωρίς έννομη επιρροή είναι η οποιαδήποτε δυνατότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας να πραγματοποιήσει αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, αφού από το σημείο εκείνο δέχτηκε την πρόσκρουση του παραλλήλως κινουμένου αυτοκινήτου, ώστε η έλλειψη οποιασδήποτε συναφούς παραδοχής στην προσβαλλόμενη για τη δυνατότητα αποφευκτικού προς τα δεξιά ελιγμού δεν στερεί από αυτήν την αναγκαία αιτιολογία.

Τέλος, εφ' όσον στην απόφαση διευκρινίζεται ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο με κανονική ταχύτητα κατά τη φάση της προσπέρασης δεν συνδέεται αιτιωδώς η ταχύτητα αυτή με το επελθόν αποτέλεσμα, ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η σύγκρουση προήλθε αποκλειστικά από την αμελή συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου, το οποίο σε χρόνο που η μοτοσικλέτα εκινείτο παράλληλα προς αυτό πραγματοποιώντας υπέρβασή του, επιχείρησε τότε τον αιφνίδιο προς τ' αριστερά ελιγμό, χωρίς να ελέγξει τη δυνατότητα πραγματοποίησης του ελιγμού λαμβάνοντας υπόψην του το γεγονός ότι τέτοιος ελιγμός κατά το χρόνο εκείνο δε ήταν δυνατός με ασφάλεια, αφού παράλληλα εκινείτο η μοτοσικλέτα, την οποία δεν είχε προηγουμένως έγκαιρα προειδοποιήσει για τον επικείμενο ελιγμό.

II. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία προέβαλε παραδεκτά στο ακροατήριο με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της και αναφορά στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της την αναλυτική ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του ν. 489/1976 για περιορισμό της ευθύνης της μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 500.000 Ε και για σύμμετρη ικανοποίηση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, εφόσον οι επιδικαζόμενες απαιτήσεις του συνολικά θα υπερέβαιναν το ποσό αυτό. Τον ίδιο ισχυρισμό επανέφερε στο Εφετείο η αναιρεσείουσα με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της σε αντίκρουση των εφέσεων των 16 πρώτων αναιρεσιβλήτων. Το Εφετείο όμως παρά το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε τελικά καταψηφιστικά και αναγνωριστικά διάφορα ποσά που συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 500.000 Ε, παρέλειψε να ερευνήσει τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που συνεπαγόταν ατομικά για την ίδια ανάλογο περιορισμό της ευθύνης της, ώστε τα όσα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ., "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causee.

Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (αρθρ. 932 ΑΚ) ή αποζημίωση από το αρθ. 931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης.

Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.

Επομένως, στην περίπτωση θανάτωσης, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ.

αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της, από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.ΑΠ 21/2000).

Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς, από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίηση τους, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διάταξης που προαναφέρθηκε.

Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, όσο έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης εκείνης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ. η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13,14,17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος (Ολ.ΑΠ 10/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα που αφορούν τον ερευνόμενο εδώ τρίτο λόγο αναίρεσης. Το άρθρο 26 ΑΚ ορίζει ότι, "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Κατά το δίκαιο που ορίζει η διάταξη αυτή κρίνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα:

Αν η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί αδίκημα, αν η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση του αδικήματος και της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αν και βάσει ποίων προϋποθέσεων θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος κάποιου άλλου, ποια είναι το είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης, (αρθρ. 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, 931 ΑΚ), πότε η πράξη είναι παράνομη, ποιος βαθμός υπαιτιότητας απαιτείται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αν μεταξύ της πράξεως και της ζημίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, ποιες οι συνέπειες του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση, αν, σε περίπτωση θανατώσεως του προσώπου τα μέλη της οικογένειάς του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υπόχρεων.

Δεν είναι όμως η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλη διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι για την κρίση του θέματος αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα), ενώ το θέμα του ποιος φέρει τα έξοδα κηδείας συνδέεται με το πρόσωπο εκείνου που είχε υποχρέωση να διατρέφει τον θανατωθέντα και, στην περίπτωση που ο θανών διατρεφόταν εξ ιδίων, με το πρόσωπο του κληρονόμου του (ΑΠ 3/2007, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι δύο θανόντες κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ήσαν Άγγλοι υπήκοοι. Επομένως, κατ' αρχήν για το εάν οι ενάγοντες των δύο πρώτων (κύριων) αγωγών, δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, ως ανήκοντες στην οικογένεια των άνω αποβιωσάντων, κατά το αναφερόμενο σ' αυτές αυτοκινητικό ατύχημα, εφαρμοστέο τυγχάνει το Αγγλικό Δίκαιο.

Σχετικά, όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο Δίκαιο αυτό (Αγγλικό), για λόγους ιστορικούς, το δικαίωμα να επιδικασθεί σε συγγενείς του θανόντος χρηματική ικανοποίηση είναι πολύ περιορισμένο. Ειδικότερα, τέτοιο δικαίωμα θεσπίστηκε, σε εντελώς περιορισμένες περιπτώσεις, για πρώτη φορά με το άρθρο 1Α του Νόμου περί θανατηφόρων ατυχημάτων του 1976 (Fatal Accidents Act 1976), όπως αυτός τροποποιήθηκε από το Νόμο περί διοικήσεως της δικαιοσύνης του 1982 (Administration of Justice Act 1982).

Η εν λόγω διάταξη προβλέπει την άσκηση αγωγής, η οποία βασίζεται σε, ή συμπεριλαμβάνει, αξίωση λόγω οδύνης από απώλεια (bereavement). Της αξιώσεως αυτής δικαιούχοι είναι αποκλειστικά ο σύζυγος και οι γονείς του θανόντος, στην περίπτωση που ο θανών ήταν ανήλικος. Έτσι, η διάταξη αυτή περιορίζει ασφυκτικά τον αριθμό των δικαιουμένων προσώπων σε αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και κατά συνέπεια αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη, αλλά και στη διάταξη Α1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προβλέπει το δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας, ως τέτοιας νοούμενης και της απαίτησης από αδικοπραξία για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Εξάλλου, ο Νόμος περί Θανατηφόρων Ατυχημάτων δεν αναφέρεται καθόλου στην έννοια της οικογένειας και δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι περιέχει, ή έστω ότι αποτελεί ένδειξη για την προσέγγιση του Αγγλικού Δικαίου στον ορισμό της λέξης "οικογένεια" (βλ. προσκομιζόμενη με επίκληση, από 16-5-2008, γνωμοδότηση του Άγγλου Δικηγόρου M.

C.). Τελικώς, δεν υπάρχει ένας μοναδικός γενικός ορισμός της έννοιας "οικογένεια" στο Αγγλικό Δίκαιο. Η διάταξη που είναι πιο κοντά στο ν' αποτελέσει ένα τέτοιο ορισμό είναι αυτή του άρθρου 140, παρ. 1 του Νόμου περί Κατοικίας, του 1996, όπου ως μέλη της οικογένειας θεωρούνται ο ή η σύζυγος, ο ή η ανύπαντρος σύντροφος που συγκατοικούσε με το θανόντα, τα τέκνα, τα εγγόνια, οι γονείς, τα αδέλφια, οι θείοι και οι θείες, τα ανίψια, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, καθώς και οι προγονοί και οι προγονές (βλ. 13, 14 και 24a της άνω γνωμοδότησης).

Με βάση τα ως άνω, σε συνδυασμό με τα άρθρα 26 και 932 του ΑΚ, όλοι οι ενάγοντες και των δύο κύριων αγωγών, υπό τις ως άνω σημειωθείσες ιδιότητές τους, είναι μέλη των οικογενειών των δύο θανόντων, τόσο με την έννοια που στον όρο αυτό δίνει το Ελληνικό Δίκαιο, όσο και με την έννοια, υπό την άνω ανάπτυξη, που δίνει το Αγγλικό Δίκαιο και δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του, και εκείνης στη συνέχεια με την οποία ρητά αποδέχτηκε ως εφαρμοστέες για την επιδίκαση των ένδικων αξιώσεων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, διατροφής λόγω στερήσεως υπηρεσιών και εξόδων κηδείας τις διατάξεις των άρθρων 26 και 932 του Α.Κ., αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την προαναφερόμενη, ορθά εφάρμοσε τις ίδιες διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, και δεν εφήρμοσε τις μνημονευόμενες σ' αυτή διατάξεις του Αγγλικού Δικαίου, και επομένως τα όσα συναφώς αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, τα με την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που παρέλειψε να ερευνήσει τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για τον κατ' άρθρο 10 παρ.1 του Ν. 489/1976 περιορισμό της ευθύνης της μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 500.000 ευρώ και για σύμμετρη ικανοποίηση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί τη δίκη ως προς την εταιρεία "Α. Κ. και ΣΙΑ ΟΕ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΜΟΤΟΠΟΔΗΛΑΤΩΝ (ΜΑΧ ΜΟΤΟ).

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2285/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ