1015/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Αθανάσιο Θεμέλη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1015/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Full text
Απόφαση 1015 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1015/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Αθανάσιο Θεμέλη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7608/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 7-11-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το.
νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφιστάμενων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από την έναρξη ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.
Περαιτέρω, με τη 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς της προαναφερόμενης 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ίσχυσε από 1-7-1988. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολό τους στους εργαζόμενους -πλην ιατρών- με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.
ΑΠ 3/2003, 10/2002, ΑΠ 352 και 129/2005, 1094/2003, 1732 και 1392/2002). Στην προκείμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που εργάζεται από το έτος 1985 στο υπαγόμενο στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, ως καθαρίστρια, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτησε με την από 14-1-1997 αγωγή να της καταβληθούν διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 11-1994 έως 31-12-1996, λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σ' αυτήν αποδοχών, σύμφωνα με τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές σχετικές διατάξεις και με βάση το κατώτατο ημερομίσθιο των από 21-3-1994 και από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, οι οποίες ίσχυαν κατά το διάστημα εκείνο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η 6885/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, λόγω δεδικασμένου που απέρρεε από προεκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας διέπεται από τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ανωτέρω ΕΣΣΕ διατάξεις και επιδικάστηκαν σ' αυτή μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1996, με βάση τις διατάξεις αυτές και το κατώτατο ημερομίσθιο των παραπάνω ΕΓΣΣΕ.
Με την ένδικη από 14-12-1999 αγωγή η αναιρεσείουσα ζήτησε διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1 -1-1997 μέχρι 30-11-1999, σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα προσδιορισμού τους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί τη 17-1988 (με βάση τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις), με υπολογισμό όμως κατώτατου ημερομισθίου, με βάση διαφορετικές διατάξεις, ήτοι εκείνες των από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, οι οποίες ίσχυσαν κατά το επίδικο διάστημα και προσδιόρισαν το κατώτατο όριο ημερομισθίου εργατοτεχνίτη σε ποσό μεγαλύτερο από το καταβαλλόμενο τη 1-7-1988.
Έτσι με την ένδικη αγωγή η αναιρεσείουσα δεν ζήτησε τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε πριν από τη 1-7-1988 και εκείνων που διαμορφώθηκαν μετά ταύτα, με την εφαρμογή της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, την οποία διαφορά και εδικαιούτο, μέχρι που οι μεταγενέστερες αποδοχές θα κάλυπταν σε ύψος τις βάσει των προϊσχυσασών της 1-7-1988 διατάξεων αποδοχές, αλλά τη διαφορά μεταξύ αφενός των καταβαλλόμενων τη 1-7 -1988 αποδοχών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αυτό, με βάση το μέχρι τότε ισχύον σύστημα προσδιορισμού τους, με την εφαρμογή όμως και των νεότερων διατάξεων των προαναφερόμενων ΕΓΣΣΕ, ως ευνοϊκότερων, για τον προσδιορισμό των αποδοχών της και στο μέλλον, ήτοι και κατά το επίδικο διάστημα (1-1-1997 έως 30-11-1999) και αφετέρου των καταβληθεισών μικρότερων με βάση την άνω ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι με αυτή ζητείται η εφαρμογή συστήματος προσδιορισμού των αποδοχών, διαφόρου του καθιερωθέντος με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ συστήματος, το οποίο και μόνο εφαρμόζεται από την έναρξη ισχύος της, διατηρουμένης μόνο της αξιώσεως για καταβολή της προσωπικής διαφοράς, ήτοι των ανώτερων των καταβαλλομένων, βάσει της τελευταίας, αποδοχών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή και έκρινε ότι το δεδικασμένο της 6885/1999 αποφάσεως, ως προς την εφαρμογή προϊσχυσασών της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεων, δεν καταλάμβανε και τις αγωγικές αξιώσεις, με την αιτιολογία ότι αυτό περιορίζεται στο κριθέν ζήτημα για τη χρονική περίοδο από 1-1-1995 έως 31-12-1996 και δεν καλύπτει τις αξιώσεις του ήδη επίδικου χρονικού διαστήματος (1-1-1997 έως 30-11-1999), διότι κατά το διάστημα αυτό ίσχυαν οι από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς υπό το οποίο εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση.
Η ως άνω μεταβολή όμως είχε ήδη επέλθει κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούσε η προαναφερόμενη 6885/1999 απόφαση (1-1-1995 έως 31-121996) και συνεπώς η απόφαση αυτή, με την οποία κρίθηκε ότι και από 1-1-1996 έως 31-12-1996 η αναιρεσείουσα εδικαιούτο να αμείβεται με βάση τη ΔΑ 42/1981 και την από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ (που άρχισε να ισχύει από 1-1-1996), αποτελεί δεδικασμένο και για τις επίδικες μεταγενέστερες αξιώσεις της αναιρεσείουσας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 έως 31-12-1997, που στηρίζονται στις ίδιες διατάξεις.
Η ίδια απόφαση όμως δεν αποτελεί δεδικασμένο και για τις αξιώσεις του υπόλοιπου επίδικου διαστήματος (από 1-1-1998 έως 30-11-1999), αφού από 1-1-1998 άρχισε να ισχύει η από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, την οποία επικαλείται και η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση των αξιώσεων αυτών και με την οποία μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές της κατά τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έκρινε η παραπάνω απόφαση .
Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της ΔΑ 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ, διότι η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες.
Το Εφετείο, άρα, δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 3011-1999 και κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-11997 έως 31-12-1997. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, οι αιτιάσεις του οποίου -εκτιμώμενες ενιαίως ως προβαλλόμενες από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ- εστιάζονται στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι από την προαναφερόμενη 6885/1999 απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός μόνο κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις της για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-1997.
Με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι με τις από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές της αναιρεσείουσας κατά τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έκρινε η προαναφερόμενη 6885/1999 απόφαση. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, διότι δεν είναι αυτοτελής πραγματικός, αλλά νομικός ισχυρισμός και επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-1997, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρ. 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7608/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο που αφορά τις ένδικες αξιώσεις από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ