Supreme Court dismisses appeal against conviction for fraud and false certification, citing insufficient grounds and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for fraud, false certification, and prescription of narcotics. The appellant argued for a lighter sentence based on a prior similar conviction but failed to provide specific factual details required by law. The court rejected this claim as vague and inadmissible, ruling that the lower court's assessment of evidence and sentencing was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 84(2)(a) of the Penal Code; Article 510(1)(D), (E) of the Code of Civil and Administrative Procedure: An appeal argument based on a prior conviction for a similar offense is inadmissible if it lacks the specific factual circumstances required by law to establish a mitigating circumstance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1014 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1014/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αδαμαντίας Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., κρατούμενου, (κατά την άσκηση της αναίρεσης), στο Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Πολατίδου-Βαλαβάνη, για αναίρεση της αποφάσεως 390/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Εθνικός Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Αλέξανδρο Σταυράκη.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1-12-2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Ι)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ)Τον Πάρεδρο του ΝΣΚ ως εκπροσώπου του υποστηρίζοντος την κατηγορία και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 1.12.2022 υπό κρίση αίτηση του κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και κρατούμενου, κατά το χρόνο άσκησης αυτής, στο Κατάστημα Κράτησης Διαβατών Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 390/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
ε'του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, των αξιόποινων πράξεων: 1) της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, σε βάρος ΝΠΔΔ, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, 2) της (απλής) συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, σε βάρος ΝΠΔΔ, με σκοπούμενο συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ [κατά τις κοινές διατάξεις, μετά την κατάργηση -από τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ- του νόμου 1608/1950, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης αυτών], και 3) της έκδοσης συνταγής για χορήγηση ναρκωτικών από ιατρό, που γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, ασκήθηκε νομοτύπως, με δήλωσή του στο Διευθυντή του ως άνω Καταστήματος Κράτησης, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθ. 95/1.12.2022 εκθέσεως αναιρέσεως (άρθ. 474 παρ. 1 του ΚΠΔ) και εμπροθέσμως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 22.11.2022 (άρθ. 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ) περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης, διατυπωμένους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, α) την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, β) την έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και γ) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης-έλλειψη νόμιμης βάσης [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α, Δ' και Ε' του ΚΠΔ]. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, παρασταθέντος στην παρούσα αναιρετική δίκη και του υποστηρίζοντος την κατηγορία νπδδ, με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), στο οποίο έχει ενταχθεί και το ΙΚΑ ΕΤΑΜ, προσηκόντως, δια του Παρέδρου ΝΣΚ Αλέξανδρου Σταυράκη.
Κατά την έννοια του άρθρου 2 του νέου ΠΚ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, o οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι o νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται, κατ' αρχήν, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 461 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε τον νόμο αυτόν". Στις διατάξεις περί ψευδούς βεβαίωσης του καταργηθέντος Ποινικού Κώδικα [που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης της εδώ ερευνώμενης αντίστοιχης πράξης στην κακουργηματική της μορφή] ορίζονταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Ψευδής βεβαίωση, νόθευση κλπ - Άρθρο 242 . 1.
Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 3. Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Επίσης, στις διατάξεις περί απάτης του καταργηθέντος Ποινικού κώδικα [που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης της εδώ ερευνώμενης πράξης της συνέργειας σε κακουργηματική απάτη] ορίζονταν τα ακόλουθα: "Απάτη - Άρθρο 386 . 1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 3.
Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του, ισχύσαντος μέχρι την 30.6.2019, νόμου 1608/1950 (όπως ίσχυε μετά από τροποποιήσεις), αν κάποια από τα σ' αυτό περιοριστικά αναφερόμενα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και αυτά της ψευδούς βεβαίωσης και της απάτης, στρέφονται κατά του ελληνικού δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε μ' αυτά υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε επιβάλλεται κάθειρξη (5-20 έτη κατ' άρθρο 52 παρ. 3 του προϊσχ.
ΠΚ) και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν o ένοχος εξακολούθησε επί μακρό την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Ο ανωτέρω νόμος (1608/1950) και κάθε διάταξη που τον τροποποιούσε, δεν καθιέρωνε αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μετέβαλλε τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, αλλά, με τη συνδρομή ζημίας ανώτερης των 150.000 ευρώ σε βάρος του ελληνικού δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 263Α του ΠΚ, επαύξανε την ποινή και καθιστούσε την πράξη κακουργηματική.
Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαία η επέλευση της ζημίας (αρκούσε η απειλή ζημίας) και όταν επρόκειτο για έγκλημα κατ' εξακολούθηση, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε, καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνονταν υπόψη το συνολικό περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, η οποία αφορούσε μόνο τα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, δεν είχε καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από καμία διάταξη νόμου και, ως ειδική, κατίσχυε της νεότερης και γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, (που είχε προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999), κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προέκυπταν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονταν συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό.
Επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, επί του οποίου είχε εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, δεν ανέκυπτε ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, σ' αυτήν την περίπτωση, ίσχυε και μετά τη θέσπιση του ν. 2721/1999 η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. Όμως, μετά την κατάργηση του ανωτέρω νόμου (ν. 1608/1950) με τη διάταξη του άρθρου 462 του ισχύοντος από 1.7. 2019 νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 1619/2019), τα ως άνω αδικήματα τυποποιούνται στο νέο ΠΚ, και εάν αυτά τελέστηκαν κατ' εξακολούθηση και ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό αποτέλεσμα (ζημία/όφελος), εφαρμόζεται το άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ.
Όλες τις επιμέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση αδικήματος καταλαμβάνει ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της χρονικά τελευταίας υπό την προϋπόθεση ότι κάθε μία απ' αυτές ήταν αξιόποινη κατά το χρόνο τέλεσής της. Κατά το άρθρο 242 του νέου ΠΚ "1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται [...]. 3.
Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1... είχε σκοπό να προσπορίσει .... ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. 5. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες.
Οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι έτη.". Κατά δε το άρθρο 386 του νέου ΠΚ "1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται [...]. 2.
Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες.
Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη". Από τη σύγκριση των ανωτέρω παλαιών και νέων διατάξεων των εν λόγω αδικημάτων (άρθ. 242 παρ. 5 και 386 παρ. 2), που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, προκύπτει ότι δεν άλλαξαν τα νομοτυπικά στοιχεία της αντικειμενικής ούτε της υποκειμενικής υπόστασής τους όταν στρέφονται σε βάρος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, πλην όμως για την κακουργηματική μορφή των πράξεων αυτών απαιτείται μόνο η αξία του αντικειμένου τους να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ αντί των 150.000 ευρώ, αφού καταργήθηκαν οι ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950.
Δηλαδή, οι ως άνω νέες διατάξεις είναι εν μέρει επιεικέστερες ως προς την κατάργηση των ιδιαζόντως επιβαρυντικών περιστάσεων του ν. 1608/1950 (επί μακρό χρόνο τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) και της απειλούμενης ποινής της ισόβιας κάθειρξης και εν μέρει αυστηρότερες ως προς τη μείωση του ποσού από 150.000 ευρώ σε 120.000 ευρώ.
Περαιτέρω, και οι ως άνω νέες διατάξεις, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, [πριν, δηλαδή, από την ισχύ του ν. 5090/2024], προέβλεπαν κάθειρξη από δέκα έως δεκαπέντε έτη σύμφωνα με το άρθρο 52 του νέου ΠΚ [όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 5090/23.2.2024, οπότε το ανώτατο όριο της διάρκειας της πρόσκαιρης κάθειρξης ορίζεται και πάλι στα είκοσι έτη, από 1.5.2024], ενώ οι προηγούμενες (διατάξεις) που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης των ερευνώμενων πράξεων σε βάρος του Δημοσίου, προέβλεπαν κάθειρξη από πέντε έως είκοσι έτη και επί συνδρομής των ανωτέρω ιδιαζόντως επιβαρυντικών περιστάσεων ισόβια κάθειρξη.
Συνεπώς, για τις ως άνω πράξεις συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου νόμου ως προς την απειλούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται πιο πάνω, λαμβάνεται, κατ' αρχήν, υπόψη για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου, ενώ η χρηματική ποινή λαμβάνεται υπόψη μόνο επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, επιεικέστερες δε, εν προκειμένω (ενόψει της κατάργησης του νόμου 1608/1950) είναι, οι προαναφερθείσες διατάξεις του νέου ΠΚ.
Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' του ΠΚ, τέτοιος δε είναι και ο ιατρός του Ε.Σ.Υ., β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' του ΠΚ και μάλιστα δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσεως ή καταστάσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, ειδικότερα, όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και ε) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού.
Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, ούτε η καθ' ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. To έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του και από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε.
Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής ψευδούς βεβαίωσης δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της σύνταξης ή κατάρτισης της ψευδούς βεβαίωσης. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την ψευδή βεβαίωση παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση της ψευδούς βεβαίωσης διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης της ψευδούς βεβαίωσης, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της ψευδούς βεβαίωσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθεαυτή η υλική πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.
Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτο) παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β` του προϊσχύσαντος ΠΚ [όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της δεύτερης των ως άνω πράξεων] "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.
β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Με το αντίστοιχο άρθρο 47 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, με τον υπότιτλο "Συνεργός" [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 του ν. 5090/2024], ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83).
Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με τον νέο ΠΚ, επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα, αφού καταργήθηκε από άποψη ποινής η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπώνονταν στις προαναφερθείσες διατάξεις, και προβλέφθηκε ενιαία μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας, είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης, οπότε η διάταξη του άρθρου 47 νέου ΠΚ [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 5 του ν. 5090/2024, οπότε επανήλθε η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας] είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση και μόνο κατ' εξαίρεση προβλέπεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλει στον (άμεσο) συνεργό την ποινή του αυτουργού, στην περίπτωση που ο υπαίτιος προσφέρει την άμεση συνδρομή του κατά την τέλεση της πράξης και θέτει με αυτήν το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού.
Για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, τόσο υπό την ισχύ του παλαιού ΠΚ όσο και υπό την ισχύ του νέου Π.Κ., απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς την αντικειμενική της υπόσταση) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που τελέστηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να τελέσει αυτήν, και δ) δόλος του συνεργού, που συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη.
Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρέπει να προσδιορίζονται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού, ή ο χρόνος που ο τελευταίος αποπειράθηκε να τελέσει αυτήν, καθώς και ο χρόνος τέλεσης της πράξης του συνεργού, δηλαδή της ενέργειας ή παράλειψης που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση.
Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του.
Η συνδρομή του απλού συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 περ. ε'του ν. 4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος παράνομα: ..., ε) εκδίδει ως ιατρός συνταγή για τη χορήγηση ναρκωτικών εν γνώσει του ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη ή χορηγεί φάρμακα, τα οποία περιέχουν με οποιαδήποτε μορφή ναρκωτικά, γνωρίζοντας ότι αυτά θα χρησιμοποιηθούν για παρασκευή ή διακίνηση ναρκωτικών.
Το έγκλημα του άρθρου 22 παρ. 2 ε' ν. 4139/2013 είναι γνήσιο ιδιαίτερο, καθώς κρίσιμη είναι η ιδιότητα του γιατρού και, συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης αυτής αν ο δράστης δεν πληροί τους όρους της νόμιμης άσκησης του επαγγέλματος αυτού. Πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης στις περιπτώσεις των γιατρών υφίσταται με την έκδοση της συνταγής που περιλαμβάνει τα ναρκωτικά ή με την παράδοση από το γιατρό φαρμάκων, τα οποία περιέχουν οποιαδήποτε μορφή ναρκωτικής ουσίας.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Δεν είναι, όμως, απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Βέβαια, το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, πλην όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό.
Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε` του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 390/2022 απόφασής του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατ' είδος στο προοίμιο αυτής αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "...
αποδείχθηκαν, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατ/νος, Κ. Μ., ιατρός με ειδικότητα Γενικής Ιατρικής, υπηρετούσε από το έτος 2005 σε οργανική θέση, ως Επιμελητής Β' Ε.Σ.Υ., στο Περιφερειακό Ιατρείο Πλατέως του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας του Γενικού Νοσοκομείου Βέροιας, ήτοι έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1α ισχύοντος ΠΚ.
Στα καθήκοντά του αναγόταν η ιατρική εξέταση των ασθενών ασφαλισμένων (και μη ασφαλισμένων), η σύνταξη και έκδοση ιατρικών συνταγών, για χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων σ' αυτούς, που είχαν σχετική ανάγκη, σε ειδικά έντυπα, συνταγολόγια, και η συμπλήρωση στην ειδική στήλη του ασφαλιστικού βιβλιαρίου ΙΚΑ ΤΕΑΜ του κάθε ασφαλισμένου ασθενή της διάγνωσης και των φαρμάκων, που αναφερόταν στις συνταγές που εξέδωσε.
Περαιτέρω η φαρμακοποιός Α. Γ. λειτουργούσε φαρμακείο τουλάχιστον από το έτος 2007 στο χωριό Περιστερά Θεσσαλονίκης, ήτοι σε απόσταση 83 χιλιομέτρων από το Πλατύ Ημαθίας. Μετά από έλεγχο που διενήργησε κλιμάκιο της ΥΠΕΔΥΦΚΑ στο φαρμακείο αυτής, το έτος 2009 διαπιστώθηκε ότι η ανωτέρω φαρμακοποιός είχε καταθέσει και τις αναφερόμενες στο διατακτικό ιατρικές συνταγές ασφαλισμένων στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ και είχε εισπράξει τα αντίστοιχα ποσά, ενώ οι εν λόγω συνταγές είχαν εκδοθεί εν αγνοία των ασφαλισμένων του ως άνω Οργανισμού.
Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός, που εξέδωσε, μετά από προηγηθείσα συνεννόηση με την παρακάτω φαρμακοποιό, για τους αναφερόμενους στο διατακτικό ασφαλισμένους στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ συνταγές, για τη χορήγηση σ' αυτούς διάφορων φαρμάκων, κυρίως μεγάλης αξίας, χωρίς, στη συντριπτική πλειοψηφία αυτών, να υπάρχει συμμετοχή των ασφαλισμένων για την αγορά ¬τους, δηλαδή το σύνολο της αξίας τους το κατέβαλε ο ανωτέρω ασφαλιστικός οργανισμός, χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει εξετάσει τους ασθενείς, χωρίς οι ασθενείς να πάσχουν από τα νοσήματα, που αυτός ανέγραφε ότι διέγνωσε ότι πάσχουν, στις συνταγές που εξέδιδε και χωρίς να έχουν ανάγκη φαρμακευτική αγωγή, που αναφερόταν σε κάθε αντίστοιχη συνταγή, χωρίς οι ασφαλισμένοι να γνωρίζουν τη συνταγογράφηση και χωρίς ο κατηγορούμενος να προβεί στην σημείωση στα βιβλιάρια υγείας τους.
Στη συνέχεια, ο ίδιος (κατηγορούμενος), μετά από προηγηθείσα συνεννόησή του με την ανωτέρω φαρμακοποιό, παρέδιδε τις συνταγές στην φαρμακοποιό, η οποία, χωρίς να τις εκτελέσει και χορηγήσει τα φάρμακα που αναγραφόταν στις συνταγές στους ασθενείς, τις υπέβαλε στην αρμόδια Υπηρεσίας ΙΚΑ ΕΤΑΜ για πληρωμή, παριστάνοντας εν γνώσει της ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι οι συνταγές αυτές έχουν εκδοθεί νόμιμα από τον ιατρό - κατηγορούμενο, αφού προηγήθηκε εξέταση του αναγραφόμενου ασθενή, διαπίστωσε ότι αυτός έπασχε από την αναγραφόμενη πάθηση και ανάγκη χορήγησης του συγκεκριμένου φαρμάκου, και, έτσι, με παραπλάνηση των εν λόγω υπαλλήλων, ότι οι ασφαλισμένοι εξετάστηκαν και έπασχαν από τα νοσήματα, που αναγράφονταν στις συνταγές και είχαν ανάγκη τη χορήγηση των αναγραφομένων σ' αυτές σκευασμάτων, αλλά και ότι αυτά είχαν χορηγηθεί απ' αυτήν (φαρμακοποιό) στους ασφαλισμένους, καταβάλλονταν σ' αυτήν τα ποσά, που αντιστοιχούσαν στο Ταμείο, ποσό που αποκόμιζε παράνομα, ως όφελος, η παραπάνω φαρμακοποιός με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του ασφαλιστικού ταμείου ΙΚΑ ΕΤΑΜ, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Έτσι, από 1-2-2007 έως 28-4-2009, με τον παραπάνω τρόπο, ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στην φαρμακοποιό Α. Γ., η οποία, στη συνέχεια, υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ ΕΤΑΜ για πληρωμή 1.568 συνταγές και εισέπραξε αυτή το συνολικό ποσό των 480.4β2,73 ευρώ, ποσό το οποίο αυτή, με τον παραπάνω τρόπο αποκόμισε παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, το οποίο κατέβαλε το ποσό αυτό στην ανωτέρω φαρμακοποιό, χωρίς αυτή να έχει χορηγήσει τα φάρμακα στους ασθενείς ασφαλισμένους του.
Ειδικότερα με τον παραπάνω τρόπο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 έως 18-12-2007, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τετρακόσιες έντεκα (361) συνταγές, τις οποίες προσκόμισε στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ ως εκτελεσθείσες από αυτή, η φαρμακοποιός Α. Γ. και εισέπραξε παράνομα το συνολικό ποσό των 74.915,10 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 8-1-2008 έως 31-12-2008, ο κατηγορούμενος εξέδωσε οκτακόσιες τριάντα μία (831) συνταγές, τις οποίες προσκόμισε στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ ως εκτελεσθείσες από αυτή, η φαρμακοποιός Α.
Γ. και εισέπραξε παράνομα το συνολικό ποσό των 298.253,51 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα από 2-1-2009 έως 28-4-2009, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τριακόσιες είκοσι έξι (326) συνταγές, τις οποίες προσκόμισε στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ ως εκτελεσθείσες από αυτή, η φαρμακοποιός Α. Γ. και εισέπραξε το συνολικό ποσό των 107.294,12 ευρώ, όπως οι συνταγές αυτές αναλυτικά εμφανίζονται στους αναφερόμενους στο διατακτικό πίνακες, κατά ασφαλισμένο, που φερόταν ότι εξετάστηκε, ημερομηνία έκδοσης συνταγής, αριθμό μητρώου ασφαλισμένου, κόστος φαρμάκων, που κατέβαλε το ΕΤΑΜ ΙΚΑ (χωρίς τη συμμετοχή του φερόμενου ως ασθενούς), αριθμό συνταγής και διάγνωση.
Τα ως άνω γεγονότα που βεβαίωσε ψευδώς ο κατηγορούμενος στις προαναφερθείσες ιατρικές γνωματεύσεις, μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες καθόσον απ' αυτά προκύπτει η κατάσταση της υγείας των προαναφερομένων ασφαλισμένων, με άμεσες συνέπειες στην επαγγελματική, κοινωνική ζωή των τελευταίων και στις σχέσεις αυτών με ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες και το ΙΚΑ θα έπρεπε να καταβάλει και πράγματι κατέβαλε, την αναγραφόμενη ως άνω αξίας της καθεμίας από τις ανωτέρω ιατρικές συνταγές.
Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι εξέδιδε ψευδείς βεβαιώσεις, και σκόπευε να βλάψει την περιουσία του ΙΚΑ και να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην φαρμακοποιό, αφού είχε συνεννοηθεί με την ως άνω φαρμακοποιό προκειμένου αυτήν να καταθέσει τις ψευδείς αυτές ιατρικές συνταγές στην αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και πληρωθεί το ποσό αυτών, χωρίς ο αντίστοιχος ασθενής να γνωρίζει για την αντίστοιχη συνταγογράφηση, χωρίς η φαρμακοποιός να εκτελέσει τη συνταγή, και πράγματι η φαρμακοποιός εισέπραξε.
Επίσης, ο κατηγορούμενος κατά το αυτό χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-2-2007 έως 28-4-2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέσχε στην Α. Γ. του Θ. συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση, σε βάρος ΝΠΔΔ, με σκοπούμενο συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, αφού εξέδωσε με τον τρόπο, που παραπάνω, περιγράφεται τις αναφερόμενες στο διατακτικό ψευδείς ιατρικές συνταγές, παρέδωσε, μετά από προηγηθείσα συνεννόησή τους, αυτές στην προαναφερθείσα Α.
Γ. του Θ., φαρμακοποιό, που λειτουργούσε φαρμακείο στην Περιστερά Θεσσαλονίκης, γνωρίζοντας ότι αυτή, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, πείθοντας την αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε από την πράξη της αυτή στην ξένη περιουσία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, και ειδικότερα, αφού η παραπάνω φαρμακοποιός παραλάμβανε από τον κατηγορούμενο ιατρό τις αναφερόμενες στο διατακτικό ψευδείς ιατρικές συνταγές, τις οποίες αυτός εξέδωσε χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε να έχει εξετάσει τους εν λόγω ασφαλισμένους, χωρίς οι ασφαλισμένοι αυτοί να πάσχουν από τα αναγραφόμενα στις συνταγές νοσήματα και ως εκ τούτου να μην έχουν ανάγκη τη φαρμακευτική αγωγή, που αναφέρεται σε κάθε αντίστοιχη συνταγή, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν τη συνταγογράφηση αυτή και χωρίς να έχει προβεί σε σχετική σημείωση στα βιβλιάρια υγείας τους και εν τέλει, χωρίς αυτοί να λάβουν τα φάρμακα αυτά, τις εμφάνιζε για πληρωμή στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, στους οποίους παρίστανε εν γνώσει της ψευδώς ότι οι εν λόγω συνταγές έχουν εκδοθεί νόμιμα από τον κατηγορούμενο ιατρό, μετά από εξέταση των ασθενών και διαπίστωση της αναφερόμενης σ' αυτές νόσου και της ανάγκης λήψης των αναφερόμενων σ' αυτές φαρμάκων και έχουν εκτελεστεί από το φαρμακείο της ίδιας και επομένως δικαιούται αυτή να εισπράξει το ποσό της συμμετοχής του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και έτσι τους έπεισε να καταβάλουν σ' αυτή κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, ως συμμετοχή του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, για τα φάρμακα που αναγράφονται στις 1.518 παραπάνω ψευδείς ιατρικές συνταγές, που εξέδωσε ο κατηγορούμενος και αυτή παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι εκτέλεσε στο φαρμακείο της, το συνολικό ποσό των 480.462,73 ευρώ, ποσό το οποίο υπερβαίνει τις 120.000,00 ευρώ και αυτή (Α.
Γ.), με τον παραπάνω τρόπο, αποκόμισε παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, το οποίο κατέβαλε το ποσό αυτό στην παραπάνω φαρμακοποιό, χωρίς αυτή να έχει χορηγήσει τα φάρμακα στους ασθενείς - ασφαλισμένους του.
Περαιτέρω κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος στο Πλατύ Ημαθίας, κατά το αυτό χρονικό διάστημα ήτοι από 1-2-007 έως 28-4-2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε με την ιδιότητα του ιατρού, συνταγές για τη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών, αν και γνώριζε ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα και σε ειδικότερες ημερομηνίες του χρονικού αυτού διαστήματος, που δεν εξακριβώθηκαν κατά την ανάκριση, ενώ ήταν ιατρός με ειδικότητα Γενικής Ιατρικής και υπηρετούσε σε οργανική θέση, ως Επιμελητής Β' Ε.Σ.Υ., στο Περιφερειακό Ιατρείο Πλατέως του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας του Γενικού Νοσοκομείου Βέροιας, εξέδωσε δεκαέξι (16) ιατρικές συνταγές για τη χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων που εμπεριέχουν ναρκωτικές ουσίες, ενώ γνώριζε ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, αφού ουδέποτε εξέτασε τους ασθενείς για τους οποίους ανέγραφε στις συνταγές ότι έχουν ανάγκη χορήγησης των εν λόγω φαρμακευτικών σκευασμάτων, οι συνταγές αυτές εμφανίζονται στον αναφερόμενο στο διατακτικό πίνακα, κατά ασφαλισμένο, αριθμό μητρώου ασφαλισμένου, φερόμενη ως διαγνωσθείσα νόσο, αύξοντα αριθμό και ημερομηνία έκδοσης της συνταγής (σε όσες από αυτές έθεσε ημερομηνία έκδοσης, καθόσον στις περισσότερες από αυτές δεν έθεσε ημερομηνία) και συνταγογραφηθέν σκεύασμα.
Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι ασθενείς δεν έπασχαν από τις ασθένειες που ανέγραφε ότι πάσχουν, αφού δεν τους είχε εξετάσει ποτέ και βρισκόταν σε προσυνεννόηση με τη φαρμακοποιό για την παράδοση σ' αυτήν των ψευδών βεβαιώσεων, ούτε ήλεγξε προηγούμενη συνταγογράφηση των ασθενών, ενώ γνώριζε ότι η φαρμακοποιός δεν εκτελεί τις συνταγές και ότι οι ασθενείς δεν παραλαμβάνουν από τη φαρμακοποιό τα συνταγογραφέντα φάρμακα.
Τα παραπάνω προκύπτουν από τις σαφείς περί τούτων καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας, από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι υπάλληλοι Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ασφαλισμένοι, στους οποίους αφορούσαν οι συνταγές σε ερωτήσεις, που τους τέθηκαν, με βάση σχετικό ερωτηματολόγιο, απάντησαν ότι δεν γνώριζαν τον κατ/νο και δεν έπασχαν από τις ασθένειες για τις οποίες είχαν συνταγογραφηθεί τα σχετικά φάρμακα, τα οποία δεν έλαβαν, καταθέσεις που ενδεικτικά επιβεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες Β.
Μ. και Κ. Ρ., των οποίων οι μητέρες ήταν ασφαλισμένες του ΙΚΑ, στις οποίες είχαν συνταγογραφηθεί φάρμακα από τον κατηγορούμενο και οι οποίες δεν εξετάστηκαν ούτε έλαβαν τα φάρμακα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης, συναδέλφων του κατηγορούμενου, οι οποίοι δεν εργάστηκαν ποτέ στην ίδια υπηρεσία με αυτόν, αλλά καταθέτουν απλώς ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι δυνατόν να εξέδωσε ψευδείς συνταγές, και ότι είναι δυνατή η εξέταση και αντιστοίχως η έκδοση τόσου μεγάλου αριθμού συνταγών σε μία ημέρα.
Αντιθέτως τα παραπάνω ενισχύονται, ενδεικτικώς, από το γεγονός ότι όλοι οι ασφαλισμένοι ήταν κάτοικοι Θεσσαλονίκης, ή Περιστεράς Θεσσαλονίκης, και το περιφερειακό ιατρείο Πλατέως του Κ.Υ. Αλεξάνδρειας, στο οποίο υπηρετούσε ο κατηγορούμενος, απέχει περί τα 80 χιλ. από τις περιοχές και όλες οι συνταγές φέρονται να εκτελούνται στο προαναφερόμενο φαρμακείο της Α.
Γ., στην Περιστερά. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος, σημειωτέον, ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι σε κάθε περίπτωση κατά την έκδοση των ως άνω συνταγών, τελούσε σε πραγματική πλάνη, γιατί αγνοούσε ότι οι ασθενείς δεν έπασχαν από τις ασθένειες, τις οποίες δήλωναν και με βάση τις οποίες χορηγούσε (αυτές), με τα αναγραφόμενα σ'αυτές φάρμακα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί η έκδοση της σχετικής συνταγής με τα αναγραφόμενα σ'αυτή φάρμακα, με βάση τους ιατρικούς κανόνες, αλλά και του κανόνες της κοινής λογικής, γίνεται από τον εκδόσαντα ιατρό, κατόπιν σχετικής εξέτασης του ασθενούς και διάγνωση της ασθένειας, από την οποία πάσχει και προς αντιμετώπιση της οποίας και χορηγούνται.
Επίσης και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που προβλήθηκε επικουρικά, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ότι δεν είχε την ικανότητα για καταλογισμό άλλως ότι είχε περιορισμένη ικανότητα, με επίκληση ότι έπασχε από διπολική διαταραχή, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα, επειδή κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, ήτοι 1-2-2007 έως 28-4-2009, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ψυχικά υγιής, δεν αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχολογικά προβλήματα, και ενήργησε τις ως άνω άδικες πράξεις του έχοντας πλήρη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο και παράνομο των πράξεών του.
Προέκυψε δε ότι αργότερα και περί το έτος 2011, εμφανίστηκαν τα ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορουμένου, ενώ και οι αδικαιολόγητες απουσίες, για τη στήριξη της ανικανότητας άλλως περιορισμένης ικανότητας, που επικαλείται ο ίδιος (κατηγορούμενος) αφορούν το διάστημα από 15-17/3/2012, από 4-18/4/2012, από 19-26/4/2012, για τις οποίες απουσίασε από την εργασία του και δεν προσκόμισε ιατρικές γνωματεύσεις, και, έτσι, τιμωρήθηκε πειθαρχικά, με τη με αριθμ. ...-2018 απόφαση του Διοικητή του Γ.Ν.
Βέροιας, το διάστημα 23-11-2011 - 24-11-2011, 2-3-2011 και 11-3-2011, από το Π.Ι. Πλατέος και στις 3-3-2011 από ΚΥ Αλεξάνδρειας, και, έτσι, τιμωρήθηκε πειθαρχικά με τη με αριθμ. ...-2011 πράξη του ΔΣ. του Γ.Ν. Βέροιας, ενώ, με τη με αριθμ. ...-2012 πράξη του ΔΣ. του Γ.Ν. Βέροιας, τιμωρήθηκε πειθαρχικά, επειδή δεν παρέστη, μετά από ειδοποιήσεις, στη ...-2012 συνεδρίαση, για την εξέταση αιτήματος του για τη χορήγηση αναρρωτικής άδειας, διάρκειας 15 ημερών, και συγκεκριμένα από 30-11-2011 έως και 14-12-2011.
Αλλά και τα πιστοποιητικά και γνωματεύσεις, που επικαλείται ο κατηγορούμενος, για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί ανικανότητας προς καταλογισμό, άλλως για μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, δεν τον αποδεικνύουν, αφού ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο του ένδικου χρόνου. Ενδεικτικά, η με αριθμ.
πρωτ. 21935/8-5-2009 γνωμάτευση του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου γνωματεύει ότι ο κατηγορούμενος στις 8-5-2009 εξετάστηκε, στο Ψυχιατρικό Τμήμα του ανωτέρω νοσοκομείου, και βρέθηκε να παρουσιάζει κρίση Μ.Κατάθλιψης - σωματοποίηση, και δόθηκε αναρρωτική άδεια 15 ημερών, η με αριθμ. ...-2010 ιατρική βεβαίωση του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, γνωματεύει ότι εξετάστηκε, στις 23-9-2010, και βρέθηκε να πάσχει από καταθλιπτική συνδρομή, δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια 15 ημερών, η με αριθμ. ...-2011 ιατρική βεβαίωση του Ψυχιατρικού Τμήματος του Γ.Ν.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ Θεσσαλονίκης γνωματεύει ότι ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στις 25-1-2011, και πάσχει από κρίση αγχώδους κατάθλιψης με σωματοποίηση, δόθηκε αναρρωτική άδεια 15 ημερών, στηρίχθηκαν, κυρίως, στην περιγραφή από τον ίδιο (κατηγορούμενο) συμπτωμάτων μείζονος και αγχώδους κατάθλιψης στον ιατρό που εξέδωσε τη σχετική ιατρική βεβαίωση.
Αλλά και η με αριθμ. ...-2013 ιατρική βεβαίωση, με την οποία βεβαιούται ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από αγχώδη διαταραχή σε βελτίωση, επί εδάφους χρόνιας συναισθηματικής διαταραχής υπό αγωγή, παρακολούθηση ασταθής από το 2008, βραχεία νοσηλεία σε ΨΝΘ, ιστορικό συναισθηματικής ψύχωσης στην οικογένεια, στηρίχθηκε κυρίως στις αναφορές των συμπτωμάτων από τον κατηγορούμενο στους εκδόσαντες αυτές; (βεβαιώσεις) ιατρούς, ενώ η βραχεία νοσηλεία αφορούσε χρονικό διάστημα μετά τον κρίσιμο χρόνο.
Επίσης και η ακούσια νοσηλεία του κατηγορούμενου πρόκυψε ότι έλαβε χώρα κατά το έτος 2012, και η πιστοποίηση της αναπηρίας του, σε ποσοστό 67%, λόγω διπολικής συναισθηματικής διαταραχής έγινε, πολύ μεταγενέστερα, ήτοι στις 24.10.2018. Σημειώνεται ότι η διενέργεια ελέγχων από το Υπουργείο Υγείας στο φαρμακείο της Α.
Γ. έλαβαν χώρα τον Μάιο 2009, μετά από μηχανογραφικό έλεγχο συνταγών, που υπέβαλε η τελευταία για την πληρωμή μεγάλου αριθμού (6.392) συνταγών του ΙΚΑ, και φέρονταν να εκδόθηκαν κατά τα έτη 2006 και 2007. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού η εξέταση των φερόμενων ασθενών έγινε περί τον Μάϊο του 2009, όπως ενδεικτικά προκύπτει ότι οι καταθέσεις των φερόμενων ασθενών, Ι.
Σ., δόθηκε στις 16-6-2009, της Α. Δ., στις 16-12-2009, ενώ με τη με αριθμ. ...-2010 πράξη του ΔΣ του Γ.Ν. Βέροιας εγκρίθηκε η διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, σε βάρος του κατηγορουμένου. Προέκυψε δε ότι με την έναρξη των ερευνών στο ανωτέρω φαρμακείο σταμάτησε και η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος εν γνώσει του και με πρόθεση προέβη στις ανωτέρω άδικες πράξεις του, και ευρισκόμενος σε πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό, και με τη χρήση μεθοδικότητας στον τρόπο δράσης του.
Κατόπιν, τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ομόφωνα ένοχος των πράξεων της 1)ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία, άνω των 120.000,00 ευρώ, πράξη η οποία, μετά την κατάργηση με το άρθρο 462 ισχύοντος ΠΚ του νόμου 1608/1950, προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1, 3, 5 ισχύοντος ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 περ α' ισχύοντος ΠΚ, 2)της απλής συνέργειας στην απάτη κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες;
σε βάρος του αυτού Ν.Π.Δ.Δ με σκοπούμενο συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000,00 ευρώ, πράξη, η οποία, επίσης, μετά την κατάργηση με το άρθρο 462 ισχύοντος ΠΚ, του νόμου 1608/1950 προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 2 ισχύοντος ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 47 παρ. εδ α' ισχύοντος ΠΚ και κατά πλειοψηφία της έκδοσης συνταγής για χορήγηση ναρκωτικών ουσιών από ιατρό, που γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 22 παρ.1, 2 περ.
ε' ν. 4139/2013 όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται, με λεπτομέρεια, στο διατακτικό, με την αναγνώριση, κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ της ελαφρυντικής περίστασης ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ). Στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας τους υποβληθέντες, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αυτοτελείς ισχυρισμούς του εκκαλούντος κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, εκ των άρθρων 30, 34 και 36 του ΠΚ, κήρυξε αυτόν ένοχο των αξιόποινων πράξεων, ομόφωνα μεν 1) της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση σε βάρος ΝΠΔΔ, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, 2) της (απλής) συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση σε βάρος ΝΠΔΔ, με σκοπούμενο συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, κατά πλειοψηφία δε 3) της έκδοσης συνταγής για τη χορήγηση ναρκωτικών από ιατρό, που γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, δεχόμενο, ως και πρωτοδίκως, ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ.
ε' ΠΚ), απορρίπτοντας, περαιτέρω, τον αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπό του, κατά πλειοψηφία μεν, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, ομόφωνα δε, των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' και παρ. 3 του ίδιου Κώδικα και του επέβαλε, κατά πλειοψηφία, ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την πρώτη πράξη, φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών για τη δεύτερη και ομόφωνα ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την τρίτη πράξη, καθορίζοντας σε βάρος του συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο ότι στον παρακάτω τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα:
Α) ομόφωνα: α) της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση σε βάρος ΝΠΔΔ με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 150.000 ευρώ, και συγκεκριμένα του ότι: Ι. Στο Πλατύ Ημαθίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2007 έως 28.4.2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος που στα καθήκοντά του αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, σε τέτοια έγγραφα με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς, περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα την περιουσία νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το αθέμιτο όφελος που προσπόρισε σε άλλον και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε σε βάρος του Ν.Π.Δ.Δ., υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και κατά τόπο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, ενώ ήταν ιατρός με ειδικότητα Γενικής Ιατρικής και υπηρετούσε σε οργανική θέση, ως Επιμελητής Β' Ε.Σ.Υ., στο Περιφερειακό Ιατρείο Πλατέως του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας του Γενικού Νοσοκομείου Βέροιας και, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό Φαρμακευτικής περίθαλψης ασφαλισμένων ΙΚΑ ΕΤΑΜ, στα καθήκοντά του αναγόταν η ιατρική εξέταση των ασθενών, ασφαλισμένων και του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, η σύνταξη και έκδοση ιατρικών συνταγών, για χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων σ' αυτούς, που είχαν τη σχετική ανάγκη, σε ειδικά έντυπα (συνταγολόγια) και η συμπλήρωση στην ειδική στήλη του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του κάθε ασφαλισμένου ασθενή της διάγνωσης και των φαρμάκων που αναφέρονται στις συνταγές που εξέδωσε, εξέδωσε για ασφαλισμένους στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ συνταγές για τη χορήγηση σ' αυτούς διάφορων φαρμάκων, χωρίς (στη συντριπτική πλειοψηφία) να υπάρχει συμμετοχή των ασφαλισμένων στην αγορά τους, δηλαδή το σύνολο της αξίας τους το κατέβαλε ο ασφαλιστικός τους φορέας (ΙΚΑ ΕΤΑΜ), χωρίς προηγουμένως να έχει εξετάσει τους ασφαλισμένους αυτούς, χωρίς οι εν λόγω ασφαλισμένοι να πάσχουν από τα νοσήματα που αυτός ανέγραφε ψευδώς, στις συνταγές που εξέδιδε, ότι διέγνωσε ότι πάσχουν και ως εκ τούτου να μην έχουν ανάγκη τη φαρμακευτική αγωγή που αναφερόταν σε κάθε αντίστοιχη συνταγή, χωρίς οι ασφαλισμένοι να γνωρίζουν τη συνταγογράφηση και χωρίς ο κατηγορούμενος γιατρός να προβεί σε σχετική σημείωση στα βιβλιάρια υγείας τους, στη συνέχεια δε αυτός παρέδιδε τις εν λόγω συνταγές, μετά από προηγηθείσα συνεννόησή τους, στη φαρμακοποιό Α.
Γ., προκειμένου αυτή χωρίς να τις εκτελέσει και να χορηγήσει τα φάρμακα που αναγράφονταν στις συνταγές στους ασθενείς, να της υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για πληρωμή και να καταβληθούν σ' αυτή τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη συμμετοχή του εν λόγω ταμείου, ποσά που αποκόμιζε παράνομα η παραπάνω φαρμακοποιός με αντίστοιχη βλάβη του ασφαλιστικού ταμείου ΙΚΑ ΕΤΑΜ, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Έτσι, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, με τον παραπάνω τρόπο ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στη φαρμακοποιό Α. Γ., η οποία στη συνέχεια υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ ΕΤΑΜ για πληρωμή χίλιες πεντακόσιες δεκαοκτώ οκτώ (1.518) συνταγές και εισέπραξε το συνολικό ποσό των τετρακοσίων ογδόντα χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δυο ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (480.462,73), ποσό το οποίο αυτή, με τον παραπάνω τρόπο αποκόμισε παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του ΕΤΑΜ - ΙΚΑ, το οποίο κατέβαλε το ποσό αυτό στην παραπάνω φαρμακοποιό, χωρίς αυτή να έχει χορηγήσει τα φάρμακα στους ασθενείς -ασφαλισμένους του και ειδικότερα με τον παραπάνω τρόπο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 έως 18-12-2007, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τετρακόσιες έντεκα (361) συνταγές, τις οποίες προσκόμισε στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ ως εκτελεσθείσες από αυτή, η φαρμακοποιός Α.
Γ. και εισέπραξε παράνομα το συνολικό ποσό των 74.915,10 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 8-1-2008 έως 31-12-2008, ο κατηγορούμενος εξέδωσε οκτακόσιες τριάντα μία (831) συνταγές, τις οποίες προσκόμισε στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ ως εκτελεσθείσες από αυτή, η φαρμακοποιός Α. Γ. και εισέπραξε παράνομα το συνολικό ποσό των 298.253,51 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα από 2-1-2009 έως 28-4-2009, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τριακόσιες είκοσι έξι (326) συνταγές, τις οποίες προσκόμισε στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ ως εκτελεσθείσες από αυτή, η φαρμακοποιός Α.
Γ. και εισέπραξε το συνολικό ποσό των 107.294,12 ευρώ, όπως οι συνταγές αυτές αναλυτικά εμφανίζονται στους παρακάτω πίνακες κατά ασφαλισμένο που φερόταν ότι εξετάστηκε, ημερομηνία έκδοσης συνταγής, αριθμό μητρώου ασφαλισμένου, κόστος φαρμάκων που κατέβαλε το ΕΤΑΜ ΙΚΑ (χωρίς τη συμμετοχή του φερόμενου ως ασθενούς),αριθμό συνταγής και διάγνωση:
Το αθέμιτο όφελος που προσπόρισε με τον τρόπο αυτό στην Α. Γ. του Θ. και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ΙΚΑ ΕΤΑΜ , υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των τετρακοσίων ογδόντα χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (480.462,73).
II. Στο Πλατύ Ημαθίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 έως 28-4- 2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέσχε σε άλλον συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε και ειδικότερα με πρόθεση παρέσχε στην Α. Γ. του Θ. συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση, σε βάρος ΝΠΔΔ, με σκοπούμενο συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000,00 ευρώ, και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, αφού εξέδωσε με τον τρόπο που παραπάνω υπό στοιχείο I περιγράφεται τις αναφερόμενες στο στοιχείο αυτό ψευδείς ιατρικές συνταγές, παρέδωσε, μετά από προηγηθείσα συνεννόησή τους, αυτές στην Α.
Γ. του Θ., φαρμακοποιό, που λειτουργούσε φαρμακείο στην Περιστερά Θεσσαλονίκης, γνωρίζοντας ότι αυτή, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε από την πράξη της αυτή στην ξένη περιουσία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, και ειδικότερα, αφού η παραπάνω φαρμακοποιός παραλάμβανε από τον κατηγορούμενο ιατρό τις παραπάνω υπό στοιχείο I ψευδείς ιατρικές συνταγές, τις οποίες αυτός εξέδωσε χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε να έχει εξετάσει τους εν λόγω ασφαλισμένους, χωρίς οι ασφαλισμένοι αυτοί να πάσχουν από τα αναγραφόμενα στις συνταγές νοσήματα και ως εκ τούτου να μην έχουν ανάγκη τη φαρμακευτική αγωγή που αναφέρεται σε κάθε αντίστοιχη συνταγή, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν τη συνταγογράφηση αυτή και χωρίς να έχει προβεί σε σχετική σημείωση στα βιβλιάρια υγείας τους και εν τέλει χωρίς αυτοί να λάβουν τα φάρμακα αυτά, τις εμφάνιζε για πληρωμή στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, στους οποίους παρίστανε εν γνώσει της ψευδώς ότι οι εν λόγω συνταγές έχουν εκδοθεί νόμιμα από τον κατηγορούμενο ιατρό, μετά από εξέταση των ασθενών και διαπίστωση της αναφερόμενης σ' αυτές νόσου και της ανάγκης λήψης των αναφερόμενων σ' αυτές φαρμάκων και έχουν εκτελεστεί από το φαρμακείο της ίδιας και επομένως δικαιούται αυτή να εισπράξει το ποσό της συμμετοχής του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και έτσι τους έπεισε να καταβάλουν σ' αυτή κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, ως συμμετοχή του ΙΚΑ ΕΤΑΜ για τα φάρμακα που αναγράφονται στις χίλιες πεντακόσιες δεκαοκτώ οκτώ (1.518) παραπάνω ψευδείς ιατρικές συνταγές, που εξέδωσε ο κατηγορούμενος και αυτή παρέστησε εν γνώσεις της ψευδώς ότι εκτέλεσε στο φαρμακείο της, το συνολικό ποσό των τετρακοσίων ογδόντα χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (480.462,73), ποσό το οποίο υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ και αυτή (Α.
Γ.), με τον παραπάνω τρόπο, αποκόμισε παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, το οποίο κατέβαλε το ποσό αυτό στην παραπάνω φαρμακοποιό, χωρίς αυτή να έχει χορηγήσει τα φάρμακα στους ασθενείς -ασφαλισμένους του, Β)κατά πλειοψηφία Στο Πλατύ Ημαθίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 έως 28-4-2009, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε με την ιδιότητα του ιατρού, συνταγές για τη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών, αν και γνώριζε ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα και σε ειδικότερες ημερομηνίες του χρονικού αυτού διαστήματος που δεν εξακριβώθηκαν κατά την ανάκριση, ενώ ήταν ιατρός με ειδικότητα Γενικής Ιατρικής και υπηρετούσε σε οργανική θέση, ως Επιμελητής Β' Ε.Σ.Υ., στο Περιφερειακό Ιατρείο Πλατέως του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας του Γενικού Νοσοκομείου Βέροιας, εξέδωσε δεκαέξι (16) ιατρικές συνταγές για τη χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων που εμπεριέχουν ναρκωτικές ουσίες, ενώ γνώριζε ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, αφού ουδέποτε εξέτασε τους ασθενείς για τους οποίους ανέγραφε στις συνταγές ότι έχουν ανάγκη χορήγησης των εν λόγω φαρμακευτικών σκευασμάτων, οι συνταγές δε αυτές εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα, κατά ασφαλισμένο, Αριθμό Μητρώου Ασφαλισμένου, φερόμενη ως διαγνωσθείσα νόσο, αύξοντα αριθμό και ημερομηνία έκδοσης της συνταγής (σε όσες από αυτές έθεσε ημερομηνία έκδοσης, καθόσον στις περισσότερες από αυτές δεν έθεσε ημερομηνία) και συνταγογραφηθέν σκεύασμα:
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε σ' αυτήν την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στην προσβαλλομένη, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.
α'και γ', 26 εδ.α', 27 παρ. 1, 47 εδ. α', 94 παρ. 1, 98, 242 παρ. 1,3,5, 386 παρ. 1 και 2 του νέου ΠΚ, 22 παρ. 2 περ. ε' του ν. 4139/2013, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις, εξετασθέντων στο ακροατήριο, μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα και απολογία του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος) και προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο τα συνεκτίμησε όλα για να οδηγηθεί στην καταδικαστική του κρίση, μη εξαιρώντας κάποιο από αυτά και χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκθέτει στην απόφασή του τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, περιγράφεται δε επαρκώς ο τρόπος της εξακολουθητικής δράσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά την τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων με παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της προσβαλλομένης.
Ειδικότερα: Ι] Αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας ΝΠΔΔ [στο οποίο έχει ενταχθεί το ΙΚΑ ΕΤΑΜ], με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ : α) προσδιορίζεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ιατρού του Ε.Σ.Υ., ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.
α' του ΠΚ, αρμόδιου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, για την εντός των καθηκόντων του, σύνταξη και έκδοση ιατρικών συνταγών για τη χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων σε ασθενείς ασφαλισμένους στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ, οι οποίες υπάγονται στην έννοια του δημόσιου εγγράφου, β) αναφέρονται με πληρότητα τα ψευδή γεγονότα που βεβαίωσε ο αναιρεσείων στις συνταχθείσες και εκδοθείσες από αυτόν ιατρικές συνταγές και δη ότι εξέτασε τους φερόμενους ως ασθενείς ασφαλισμένους, ότι έπασχαν από τις διαγνωσθείσες ασθένειες και ότι είχαν ανάγκη των συνταγογραφηθέντων φαρμακευτικών σκευασμάτων, χωρίς να έχει εξετάσει τους ανωτέρω ασφαλισμένους, οι οποίοι αγνοούσαν τη συνταγογράφηση των φαρμάκων, τα οποία και δεν έλαβαν, γ) παρατίθενται αναλυτικά οι χίλιες πεντακόσιες δεκαοχτώ (1518) ψευδείς ιατρικές συνταγές κατά ασφαλισμένο (που φέρεται ότι εξετάστηκε), αριθμό μητρώου ασφαλισμένου, ημεροχρονολογία έκδοσης συνταγής, κόστος φαρμάκων (που κατέβαλε το ΙΚΑ ΕΤΑΜ χωρίς τη συμμετοχή του ασφαλισμένου) και διάγνωση, δεν ήταν δε αναγκαίο, παρά την περί του αντιθέτου, μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, να αναφέρεται και το ποσοστό συμμετοχής του φερόμενου ως ασθενούς ασφαλισμένου, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι ασφαλισμένοι τελούσαν σε άγνοια της συνταγογράφησης και της εν γένει δράσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και ουδέποτε έλαβαν τα συνταγογραφηθέντα φάρμακα, επιπροσθέτως δε, οι ψευδείς αυτές συνταγογραφήσεις αφορούσαν στη χορήγηση φαρμάκων, κυρίως μεγάλης αξίας, χωρίς στη συντριπτική πλειοψηφία αυτών, να υπάρχει συμμετοχή των ασφαλισμένων για την αγορά τους, έτσι ώστε το σύνολο της αξίας τους το κατέβαλε στη συγκεκριμένη φαρμακοποιό ο ως άνω ασφαλιστικός οργανισμός χωρίς να αυτή να έχει εκτελέσει τις συνταγές, δ) διευκρινίζονται με επάρκεια, παρά την περί του αντιθέτου επιμέρους αιτίαση, οι έννομες συνέπειες που μπορούσαν να έχουν τα βεβαιωθέντα από τον αναιρεσείοντα ψευδή περιστατικά, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, από αυτά προέκυπτε ψευδής κατάσταση της υγείας των συγκεκριμένων ασφαλισμένων, με άμεσες συνέπειες στην επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή και στις σχέσεις τους με το ΙΚΑ ΕΤΑΜ, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλει, και πράγματι κατέβαλε, στη συγκεκριμένη φαρμακοποιό, την αξία καθεμιάς των ψευδών ιατρικών συνταγών, ε) σε σχέση με το δόλο, ως υποκειμενικό στοιχείο της ερευνώμενης πράξης, δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση αυτού, αφού ενυπάρχει στην παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την εν λόγω πράξη, στ) αναφέρεται ο σκοπός του ήδη αναιρεσείοντος, όπως, με την έκδοση των ψευδών ιατρικών συνταγών, προσπορίσει στην ως άνω φαρμακοποιό παράνομο περιουσιακό όφελος και βλάψει αντίστοιχα την περιουσία του ΙΚΑ ΕΤΑΜ (το οποίο έχει ενταχθεί στο παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας νπδδ), αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, είχε συνεννοηθεί πριν από την έκδοση των ψευδών συνταγών με τη συγκεκριμένη φαρμακοποιό και γνώριζε ότι εξέδιδε ψευδείς βεβαιώσεις, προκειμένου αυτή στη συνέχεια, χωρίς να τις εκτελέσει, να τις καταθέσει στην αρμόδια υπηρεσία του τότε ΙΚΑ ΕΤΑΜ και να εισπράξει την αξία των φαρμάκων, στ)δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται ειδικότερα οι βεβαιωθείσες ψευδείς για καθένα των αναφερόμενων ασφαλισμένων ασθένειες, καθώς και τα ψευδώς συνταγογραφηθέντα για καθένα τούτων φαρμακευτικά σκευάσματα, ούτε και το αν οι συγκεκριμένοι ασφαλισμένοι έπασχαν ή όχι από τις φερόμενες ως διαγνωσθείσες από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ασθένειες, αφού, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όλες οι ένδικες συνταγές εκδόθηκαν χωρίς ο αναιρεσείων να έχει, προηγουμένως, εξετάσει τους, φερόμενους ως ασθενείς, ασφαλισμένους και οι ασφαλισμένοι αγνοούσαν τη συνταγογράφηση και ζ)προσδιορίζεται αιτιολογημένα το ύψος του συνολικού αθέμιτου οφέλους που προσπόρισε ο αναιρεσείων στην ως άνω φαρμακοποιό με αντίστοιχη συνολική βλάβη του ΙΚΑ ΕΤΑΜ (ήδη ΕΟΠΥΥ), το οποίο κατέβαλε την αξία των ψευδώς συνταγογραφηθέντων φαρμάκων, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 480.462,73 ευρώ.
ΙΙ] Αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας ΝΠΔΔ, με σκοπούμενο συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, οι κρίσιμες και αναγκαίες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας για τη θεμελίωση της καταδικαστικής, για την πράξη της συνέργειας στην κακουργηματική απάτη, κρίσης του.
Συγκεκριμένα, i) προσδιορίζονται με την προσήκουσα επάρκεια η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ο τρόπος, ο ακριβής χρόνος και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρείχε τη συνδρομή του στην ανωτέρω αυτουργό της απάτης φαρμακοποιό, πριν από την τέλεση της κύριας αυτής πράξης, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο ίδιος, ως ιατρός του Ε.Σ.Υ., συνέταξε και εξέδωσε τις 1518 ένδικες ιατρικές συνταγές για χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων, χωρίς οι ασφαλισμένοι να πάσχουν από τα νοσήματα που αυτός ψευδώς ανέγραφε στις εν λόγω συνταγές και χωρίς να έχουν ανάγκη τα συνταγογραφηθέντα φάρμακα, τις οποίες, στη συνέχεια, παρέδιδε, κατόπιν προηγηθείσας συνεννόησής τους, στη συγκεκριμένη φαρμακοποιό, η οποία τις εμφάνιζε για πληρωμή στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, ii) περιγράφονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ενέργειες και ο τρόπος με τον οποίο η αυτουργός της απάτης φαρμακοποιός παραπλάνησε τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και τους έπεισε να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 480.462,73 ευρώ, ως συμμετοχή του ασφαλιστικού αυτού οργανισμού στα συνταγογραφηθέντα, στις 1518 ψευδείς ιατρικές συνταγές, φάρμακα, χωρίς να εκτελέσει αυτές, iii) θεμελιώνεται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του αναιρεσείοντος συνεργού και της άδικης πράξης της αυτουργού φαρμακοποιού, αφού, κατά τις ως άνω παραδοχές, χωρίς τη συνδρομή του αναιρεσείοντος, με την έκδοση των 1518 ψευδών ιατρικών συνταγών, σε χρόνο προγενέστερο της απάτης, δεν θα ήταν δυνατή η τέλεση αυτής από την αυτουργό.
Τέλος, αιτιολογείται ειδικά και με την προσήκουσα επάρκεια [βλ. κυρίως, σελ. 58, 59, 60 και αρχή 61ης της προσβαλλομένης] ο δόλος του αναιρεσείοντος συνεργού ως προς τη γνώση του για την τέλεση της απάτης από τη συγκεκριμένη φαρμακοποιό, η δε θέλησή του να παράσχει τη συνδρομή του στην εν λόγω αυτουργό για να τελέσει αυτή, στη συνέχεια, την απάτη σε βάρος του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, προκύπτει εναργώς από το περί της ενοχής του ως άνω αιτιολογικό.
Και
ΙΙΙ] Αναφορικά με την πράξη της έκδοσης από τον αναιρεσείοντα ιατρό των, παρατιθέμενων αναλυτικώς στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεκαέξι (16) ιατρικών συνταγών, για τη χορήγηση των αναφερόμενων φαρμακευτικών σκευασμάτων που εμπεριέχουν ναρκωτικές ουσίες, ενώ γνώριζε ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, αφού ουδέποτε εξέτασε τους ασθενείς για τους οποίους ανέγραφε στις συνταγές ότι έχουν ανάγκη χορήγησης των εν λόγω φαρμακευτικών σκευασμάτων, διαλαμβάνονται, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, οι αναγκαίες παραδοχές για τη θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου για την εν λόγω πράξη, είναι δε αδιάφορο για την ποινική ευθύνη αν τα συνταγογραφηθέτα φάρμακα προορίζονταν για τοξικομανείς ή μη ή αν και πώς χρησιμοποιήθηκαν.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος κατά το σχετικό σκέλος του λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν, κατά τις επιμέρους αιτιάσεις τους, την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358 και 362 του νέου ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο αυτής, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, και θεμελιώνει λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του αυτού Κώδικα, όταν το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, λάβει υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, διότι, έτσι, αποστερείται ο κατηγορούμενος του παρεχόμενου σ` αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ δικαιώματος να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο [ΑΠ 545/2023].
Περαιτέρω, η λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν συνιστά παράβαση της αρχής περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 586/2020). Δεν ισχύουν όμως, τα προαναφερόμενα όταν πρόκειται για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος ή στοιχείο του εις βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως από κατάθεση μάρτυρα ή από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα [ΑΠ 560/2020, ΑΠ 192/2020], διότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο κατηγορούμενος (ή ο συνήγορός του) γνωρίζουν την κατηγορία ή μέσω των αναγνωσθέντων εγγράφων γνωρίζουν και το περιεχόμενο των αναφερομένων σ` αυτά μη αναγνωσθέντων ομοίων τους και, συνεπώς, θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να αντιτάξουν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους κατά της κατηγορίας ή να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικά τους δικαιώματα (ΑΠ 1016/2020).
Εξάλλου, η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης [ΑΠ 496/2014].
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την έννοια της στέρησης από τον αναιρεσείοντα του, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, υπερασπιστικού του δικαιώματος, και για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατ' εκτίμηση, καθόσον το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος έγγραφα και συγκεκριμένα το υπ' αριθ.
πρωτ. 3/23.4.2010 πόρισμα ελέγχου του ΥΠΕΔΥΦΚΑ, καθώς και τα βιβλιάρια υγείας των αναφερόμενων στο διατακτικό της προσβαλλομένης ασφαλισμένων, χωρίς αυτά (έγγραφα) να αναγνωσθούν στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ή το περιεχόμενό τους να προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή να συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος που επιτρέπει στο Δικαστήριο της ουσίας να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει έγγραφο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο.
Όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, ουδόλως προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη το ως άνω, όντως μη αναγνωσθέν, πόρισμα ελέγχου του ΥΠΕΔΥΦΚΑ, για το οποίο ουδεμία μνεία γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, ούτε περιλαμβάνεται στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Αντιθέτως, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αναφέρεται ρητά ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τα λοιπά προαναφερθέντα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ως άνω πόρισμα ελέγχου.
Επισημαίνεται, ωστόσο, επισκοπώντας επίσης τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη τις σελίδες 14, 15 και 16 αυτών, ότι κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, έγινε επανειλημμένως αναφορά στο εν λόγω πόρισμα (και) από τη συνήγορο υπεράσπισης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, Ε. Π.-Β., η οποία στο πλαίσιο της εξέτασης της μάρτυρα κατηγορίας Α.
Τ. (που συμμετείχε στον σχετικό, με τις ένδικες ιατρικές συνταγές, έλεγχο δαπανών του τότε ΙΚΑ ΕΤΑΜ από την ΥΠΕΔΥΦΚΑ), έχει αναφέρει απευθυνόμενη προς την εν λόγω μάρτυρα: "...Όχι αλλά συντάξατε ένα πόρισμα. ..... Εδώ, συντάχθηκε ένα πόρισμα και κλήθηκαν κάποιοι ασθενείς. ..." (σελ. 14η, στίχοι 11ος, 29ος), ".... Ο ένας δεν προσήλθε τελικώς, είναι 16, φαίνεται από το πόρισμα αυτό, αλλά από εκεί και πέρα δεν είπε κανείς ότι εγώ δεν πήρα τα φάρμακα ή εγώ δεν ήξερα τον γιατρό.
Μόνο αυτοί οι 17 το είπαν εν συνόλω. ..." (σελ. 15η, 6ος- 8ος στίχοι), "... Αυτά όμως δεν είναι καταγεγραμμένα στο πόρισμα που μας λέτε. .... Προκύπτει από το πόρισμα και οι δυο ήταν ανοϊκοί..." (σελ. 16η, στίχοι 5ος , 17ος). Ενόψει των αναφορών αυτών της συνηγόρου υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία [και με τον έτερο συνήγορό του Παναγιώτη Πολατίδη] ο ίδιος παραστάθηκε ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, προκύπτει επαρκώς ότι η συνήγορός του γνώριζε το περιεχόμενο του ως άνω πορίσματος ελέγχου, στο οποίο, επιπροσθέτως, αναφέρθηκε κατά την ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο και η δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας Π.
Α., ιατρός, η οποία διενήργησε την ΕΔΕ για την κρινόμενη υπόθεση και η οποία, όπως κατέθεσε, έλαβε υπόψη της το εν λόγω πόρισμα, όσον αφορά δε τα βιβλιάρια υγείας των ασφαλισμένων, στα οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν προέβη σε σχετική σημείωση της διάγνωσης και των φαρμακευτικών σκευασμάτων που αναφέρονται στις ανωτέρω συνταγές, το περιεχόμενό τους, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει από την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρα κατηγορίας Α.
Τ., η οποία και αναφέρεται ειδικά στην εν λόγω παράλειψη του αναιρεσείοντος, και, συνεπώς, αυτός είχε τη δυνατότητα να αντιτάξει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του ή να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικά του δικαιώματα. Σύμφωνα με αυτά, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του υπερασπιστικού του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το ως άνω πόρισμα ελέγχου.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, δεν παραβιάσθηκε η, εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, άσκηση του από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικού του δικαιώματος ούτε η αρχή της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και, επομένως, ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' (σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1δ') και Γ' (κατ' εκτίμηση) του νέου ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 171 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 171 παρ.2 του ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, ούτε, πολύ περισσότερο, έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του αυτή ειδική αιτιολογία γι' αυτόν.
Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης του άρθρου 30 παρ.1 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "Δεν πράττει με δόλο όποιος κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν ...", που έχει όμοιο περιεχόμενο μ` αυτήν του προϊσχύσαντος ΠΚ. Η πραγματική πλάνη, κατά την οποία ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται αυτό που πράττει, αναφέρεται σε στοιχεία της εγκληματικής πράξης, που μπορεί να είναι γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η πηγή της πλάνης.
Αν, όμως, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν πραγματική πλάνη, υπό την προαναφερθείσα νομική έννοια, δηλαδή άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου από τα συστατικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού, το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητα αυτού, αλλά αναφέρονται σε εξωτερικούς όρους του αξιοποίνου ή σε νομικώς αδιάφορα για τη συγκρότηση του εγκλήματος περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλά αποτελεί άρνηση της κατηγορίας [ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 1556/2022].
Κατά το άρθρο 34 του ισχύοντος ΠΚ [όμοιο νοηματικά με το ταυτάριθμο του προϊσχύσαντος ΠΚ] "Η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης κατά τον χρόνο τέλεσής της, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό", κατά δε το άρθρο 36 παρ.1 του ίδιου Κώδικα [όμοιο, επίσης, νοηματικά με το ταυτάριθμο του προϊσχύσαντος ΠΚ] "Αν εξαιτίας κάποιας από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, επιβάλλεται μειωμένη ποινή (άρθρο 83).
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019 που κύρωσε το νέο ΠΚ, στο άρθρο 34 αυτού έχουν ενταχθεί τρεις κατηγορίες δραστών. Η πρώτη κατηγορία αφορά εκείνους, που έχουν κάποια ψυχική διαταραχή, η δεύτερη κατηγορία εκείνους που έχουν κάποια διανοητική διαταραχή και η τρίτη εκείνους που εμφανίζουν διατάραξη της συνείδησης για οποιοδήποτε λόγο (όπως κωφαλαλία ή μέθη αντίστοιχα).
Κατά τις διατάξεις αυτές, ως διανοητική διαταραχή νοείται κάθε μορφής παραφροσύνη ή φρενοπάθεια ή ολιγοφρενία που προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, ως ψυχική διαταραχή νοείται κάθε μορφής διαταραχή που δεν προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου και ως διατάραξη της συνείδησης νοείται κάθε μορφής ψυχική διατάραξη, η οποία δεν συνδέεται με παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, εμφανίζεται δε σε ψυχικώς υγιή άτομα και είναι από τη φύση της παροδική.
Περαιτέρω, για την άρση του καταλογισμού υιοθετείται το μικτό σύστημα, με βάση το οποίο δεν αρκεί η συνδρομή των πιο πάνω βιολογικών όρων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση να διαπιστωθεί και η συνδρομή του αξιολογικού όρου, απαιτείται δηλαδή να διαπιστωθεί ότι ο δράστης, εξ αιτίας της κατάστασης [ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης], στην οποία βρισκόταν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό.
Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης [σελ. 4 έως 10], προκύπτει ότι, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, οι συνήγοροι υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος προέβαλαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικώς τους (προβληθέντες και πρωτοδίκως) αυτοτελείς ισχυρισμούς του, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης, 1) ότι κατά το χρόνο τέλεσης των ανωτέρω αδικημάτων ο αναιρεσείων τελούσε σε πραγματική πλάνη κατ' άρθρο 30 παρ. 1 εδ.
α' ΠΚ, η οποία αίρει τον δόλο, καθόσον αγνοούσε ότι οι ασθενείς δεν έπασχαν από τις ασθένειες που φέρονταν να πάσχουν, και 2) (επικουρικά) ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε την ικανότητα για καταλογισμό άλλως ότι είχε περιορισμένη ικανότητα, καθόσον έπασχε από διπολική διαταραχή. Το Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, δεχόμενο αντίστοιχα ότι ο αναιρεσείων: 1) Δεν τελούσε σε πραγματική πλάνη "γιατί η έκδοση της σχετικής συνταγής με τα αναγραφόμενα σ' αυτή φάρμακα, με βάση τους ιατρικούς κανόνες, αλλά και τους κανόνες της κοινής λογικής, γίνεται από τον εκδόσαντα ιατρό, κατόπιν σχετικής εξέτασης του ασθενούς και διάγνωση της ασθένειας, από την οποία πάσχει και προς αντιμετώπιση της οποίας και χορηγούνται", όπως δε προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων ουδέποτε εξέτασε ιατρικώς τους φερόμενους ως ασθενείς που αναγράφονται στις ένδικες συνταγές ασφαλισμένους, και 2) είχε πλήρη ικανότητα προς καταλογισμό και προέβη στις ανωτέρω άδικες πράξεις του με τη χρήση μεθοδικότητας στον τρόπο δράσης του, με τις ειδικότερες παραδοχές ότι "...κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, ήτοι 1.2.2007 έως 28.4.2009, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ψυχικά υγιής, δεν αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και ενήργησε τις ως άνω άδικες πράξεις του έχοντας πλήρη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο και παράνομο των πράξεών του.
Προέκυψε δε ότι αργότερα και περί το έτος 2011, εμφανίστηκαν τα ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορουμένου, ενώ και οι αδικαιολόγητες απουσίες, για τη στήριξη της ανικανότητας άλλως περιορισμένης ικανότητας, που επικαλείται ο ίδιος (κατηγορούμενος) αφορούν το διάστημα από 15-17/3/2012, από 4-18/4/2012, από 19-26/4/2012, για τις οποίες απουσίασε από την εργασία του και δεν προσκόμισε ιατρικές γνωματεύσεις και, έτσι, τιμωρήθηκε πειθαρχικά ....
Αλλά και τα πιστοποιητικά και γνωματεύσεις, που επικαλείται ο κατηγορούμενος, για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί ανικανότητας προς καταλογισμό, άλλως για μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, δεν τον αποδεικνύουν, αφού ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο του ένδικου χρόνου.... Επίσης και η ακούσια νοσηλεία του...
έλαβε χώρα κατά το έτος 2012 και η πιστοποίηση της αναπηρίας του, σε ποσοστό 67%, λόγω διπολικής συναισθηματικής διαταραχής έγινε πολύ μεταγενέστερα, ήτοι στις 24.10.2018...". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά τη σχετική μερικότερη αιτίαση, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος.
Αυτοτελής ισχυρισμός, του οποίου η απόρριψη ή η αποδοχή πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Η προβολή των αυτοτελών, περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων, ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους, ενώ για το ορισμένο των σχετικών ισχυρισμών δεν αρκεί η επίκληση και μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων και, η υπό στοιχ. α' [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το ν. 5090/2024], δηλαδή "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".
Η διάταξη του άρθ. 84 παρ. 2 περ. α' του νέου ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος ΠΚ με την οποία ορίζονταν "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", καθώς και της ήδη ισχύουσας αντίστοιχης διάταξης μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 16 του ν. 5090/2024, με την οποία υιοθετείται και πάλι το κριτήριο της "έντιμης" ζωής.
Κριτήριο για τη συνδρομή της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης, για την εφαρμογή της διάταξης, λέξης "σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι τη στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο, συμμορφώνεται μ` αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σ' αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από το συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε, αφενός μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη αφετέρου δε, πολλές φορές, αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου ν` αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.
Για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων, μάλιστα, υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας [ΟλΑΠ 2/2022].
Ενώ, επίσης, όπως σαφώς προκύπτει από την ως άνω διάταξη, η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, εναπόκειται δε στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτό ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας, παράλληλα, τις περιστάσεις τέλεσης του εκδικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα τελεσθείσα πράξη.
Υπό την έννοια αυτή, η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου συνιστώντος αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς, όμως, τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του πρότερου σύννομου βίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό, διαρκή σεβασμό των, κατά τα ως άνω, προστατευόμενων στο κράτος δικαίου έννομων αγαθών, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου", δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης [σελ. 3 ΑιτΕκθ του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ].
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη της 102ης σελ. αυτών, προκύπτει ότι, μετά την απαγγελία της επί της ενοχής απόφασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπο του εντολέα τους της [μεταξύ άλλων] ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, ο οποίος, κατά το ουσιαστικό του μέρος, έχει ως εξής: "...
όλες οι αποφάσεις είναι μέρος της ίδιας κατηγορίας. Η απόφαση με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών έχει γίνει αμετάκλητη αλλά το ελαφρυντικό αφορά τον χρόνο πριν την πράξη του αυτή. Ο εντολέας της όλο το προηγούμενο διάστημα σεβόταν τα έννομα αγαθά και συμμορφώνονταν με τις επιταγές του νόμου".
Το Δικαστήριο απέρριψε, κατά πλειοψηφία [4-1], τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, με την αιτιολογία ότι "...από την επισκόπηση του ποινικού του μητρώου προκύπτει ότι αυτός έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για αδίκημα παρόμοιο με το πρώτο αυτών, για το οποίο κρίθηκε ένοχος με την παρούσα απόφαση, το οποίο κρίνεται ότι δεν αποτελεί ελαφρό αδίκημα".
Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προβλήθηκε, ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αόριστος, δεδομένου ότι δεν περιέχει τα κατά νόμο απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και, σε περίπτωση αποδοχής του, να οδηγήσει στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, και, επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
Παρά ταύτα, εκ περισσού, απάντησε και τον απέρριψε με την προπαρατεθείσα προσήκουσα αιτιολογία, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του νέου ΠΚ [όπως αυτό ίσχυε πριν από τον ν. 5090/2024]. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, και κατά το τελευταίο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε ' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του νέου ΠΚ, είναι αβάσιμος. Τέλος, οι μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες εμπεριέχονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης και αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, με την παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του ίδιου, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και αιτιάσεων περί ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό την επίφαση των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' του ΚΠΔ πλημμελειών, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής αυτής δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 5090/2024, ενόψει του χρόνου συζήτησης της αίτησης αναίρεσης), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.12.2022 αίτηση του Κ. Μ. του Ν. και της Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 390/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη εν ενεργεία της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ