Supreme Court dismisses appeal and voluntary performance restitution request due to prior appellate approval.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and rejected the respondent's request for restitution of funds after voluntary performance. The respondent had voluntarily paid 5,000 euros to avoid enforcement, arguing for restitution under Article 904 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that since the underlying judgment was approved by the Court of Appeal, the restitution request was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 524, 570 of the Code of Civil Procedure; Article 904 of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Code of Civil Procedure: A request for restitution of property after voluntary performance is inadmissible if the underlying judgment has been approved by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1014 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1014/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Σ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Παπουτσάκη, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράσταση και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΙΒΜ Ελλάς Συστήματα Επεξεργασίας Πληροφοριών ΑΕ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Στεργιανής – Μαργαρίτας Δροσσά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17.10.2005 και 13.06.2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές και η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος, εκδόθηκαν η 961/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2174/2009 μη οριστική και 4465/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (τμήμα εργατικών). Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 19.12.2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1533/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμθηκε η υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3436/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19.10.2017 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 689/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση σε νέα δικάσιμο, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Ο ήδη αναιρεσείων με την από 18.10.2019 κλήση του επανέφερε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).- Από τα ισχύοντα άρθρα 580, 581, 524, 570 ΚΠολΔ, προκύπτουν (και) τα εξής: Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμοί 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υποθέσεως. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται, με κλήση, στο ίδιο τμήμα και συζητείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται, με την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν νόμιμες έγγραφες προτάσεις [άρθρο 524 παρ.1 εδ. (β) ΚΠολΔ].
Η κατάθεση νομίμων εγγράφων προτάσεων είναι υποχρεωτική (ΑΠ 1476/2018). Η αναιρετική απόφαση δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί. Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως από τον Άρειο Πάγο, μετά την αναίρεση, υποβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το δικαστήριο της ουσίας.
Έτσι, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν έχει τη δυνατότητα νέας παραπομπής της υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1507/2018). Η νέα στην ουσία συζήτηση της υποθέσεως στον Άρειο Πάγο θα ορισθεί, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου διαδίκου, ώστε κατ' αυτή (συζήτηση) οι διάδικοι, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής αποφάσεως, να διαμορφώσουν, ανάλογα, τους ισχυρισμούς και τις έγγραφες προτάσεις τους (ΑΠ Ολ. 6/2020, ΑΠ 14/2021).
Ύστερα από τη δεύτερη αναίρεση, οι διάδικοι επανέρχονται, δικονομικώς, στο στάδιο της εφέσεως μετά την τυπική παραδοχή της (ΑΠ 13/2020). Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 579 παρ.1 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί, ολικώς ή μερικώς, απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αποβάλει την ισχύ της και θεωρείται, ως άκυρη, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε, στο σύνολό της ή κατά το μέρος που αναιρέθηκε, αντιστοίχως.
Η απόφαση αναιρείται, κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλ. ως προς όσα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός καθώς και εκείνα, που συνδέονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο, μόνο, κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε, μόνο, ως προς αυτό, εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2020).
Λαμβάνεται υπ’ όψη δε, το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 332 ΚΠολΔ). Η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος σχετικό λόγο αναιρέσεως. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, αφού η κρίση, επί της ουσίας της διαφοράς, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 906/2009).
Εξ άλλου, οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Το δεδικασμένο εκτείνεται στο κριθέν ουσιαστικό ζήτημα, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για συγκεκριμένη έννομη σχέση, η οποία έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Το δεδικασμένο εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα, που κρίθηκε οριστικά. Υπάρχει δε δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ’ όσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία (άρθρα 106, 321, 322 παρ.1, 324 ΚΠολΔ).
(ΙΙ).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο τρόπος πληρωμής του μισθού καθορίζεται καθ" ορισμένα χρονικά διαστήματα ή σε ποσοστό από τα κέρδη ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ’ αποκοπή [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως (Δ.Σ.) «περί προστασίας του ημερομισθίου» – κύρωση με το άρθρο "πρώτον" ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138/2.6.1955), 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341/13.10.1943) - κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.
και διατήρηση σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, 28 παρ.1 Συντάγματος]. Έτσι, «μισθός» είναι κάθε παροχή («βασικός μισθός» ή κύρια παροχή και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή), την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του (ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 1158/2018). Περαιτέρω, η καταγγελία από τον εργοδότη, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου - υπαλλήλου του, είναι μονομερής, απευθυντέα, αναιτιώδης δικαιοπραξία και έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια (άρθρα 361, 648, 669, 672, 167, 168, 169 ΑΚ).
Για να είναι έγκυρη αυτή η καταγγελία, πρέπει ο εργοδότης να καταβάλει στον υπάλληλο τη νόμιμη αποζημίωση. Η αποζημίωση καθορίζεται, ανάλογα (και) με τον χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως στον ίδιο εργοδότη και υπολογίζεται, με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου, κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την καταγγελία, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως [άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α’ 57), 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), όπως ίσχυσαν, την 30.04.2006].
«Τακτικές αποδοχές» θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερώς και μονίμως, όχι προσκαίρως, ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας. Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνεται και η πρόσθετη αμοιβή – συνηθισμένος μισθός για την πρόσθετη τακτική εργασία του υπαλλήλου [άρθρα 361, 648, 649, 652, 653, 659 ΑΚ].
Πρόσθετη είναι η εργασία, διαρκούς φύσεως, την οποία ο υπάλληλος, κατόπιν σχετικής συμφωνίας του, αρχικής ή μεταγενέστερης, μετά του εργοδότη, παρέχει εντός του νομίμου ωραρίου, δεν είναι συναφής, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, με την αρχικώς συμφωνηθείσα εργασία και, κατά τις συνήθεις περιστάσεις, παρέχεται, μόνο, με μισθό (ΑΠ 1580/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάληξη της ένδικης υποθέσεως στο παρόν στάδιο, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
(Α).- Επί των (i).- από 17.10.2005 και (ii).- από 13.06.2006 αγωγών του Η. Σ. (ενάγοντος) κατά της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία «ΙΒΜ Ελλάς Συστήματα Επεξεργασίας Πληροφοριών Α.Ε.»/διακριτικός τίτλος «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» (εναγομένης) και (iii).- πρόσθετης υπέρ του ενάγοντος παρεμβάσεως του σωματείου υπό την επωνυμία «Πανελλήνιος Επαγγελματικός Σύλλογος Υπαλλήλων ΙΒΜ», πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, η οποία (πρόσθετη παρέμβαση) ασκήθηκε, προφορικώς, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, την 27.11.2006, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων στις αγωγές, η 961/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αμφότερες οι αγωγές αφορούν χρηματικές απαιτήσεις του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Κεφάλαιο της από 13.06.2006 αγωγής είναι (και) η μερικότερη χρηματική απαίτηση, ποσού 45.966,37 ευρώ, του ενάγοντος – εργαζομένου έναντι της εναγομένης – εργοδότριας.
Η κρίσιμη χρηματική απαίτηση, ποσού 45.966,37 ευρώ, αφορά το υπόλοιπο (ή συμπλήρωση) του εφ’ άπαξ ποσού, ίσου προς το 75% της αποζημιώσεως καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος (ν. 2112/1920), σύμφωνα με τα χρόνια υπηρεσίας του (ενάγοντος) στην εναγομένη, κατά το από Ιουνίου 2003 «Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών» (ΣΠΚΠ) της εναγομένης και αναλύεται αυτή (χρηματική απαίτηση) στην από 13.06.2006 αγωγή, ως εξής:
«(280 ευρώ για μηνιαία μισθολογική εξίσωση, ήτοι το ποσό, που αντιστοιχεί στο οφειλόμενο ποσό για την εξίσωση του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος με αυτήν του προκατόχου του στην ίδια θέση εργασίας + 1575 ευρώ μηνιαίος μισθός για πρόσθετη εργασία του ενάγοντος + 292 ευρώ μηνιαίος μισθός σε είδος, ήτοι την αποτιμητή σε χρήμα αξία του μισθού σε είδος/χρήση εταιρικού αυτοκινήτου =) 2.147 ευρώ (επί πλέον τακτικές αποδοχές) + 6% επ' αυτών (ως performance bonus) = 2.284 ευρώ μηνιαία διαφορά Χ 17,25 μήνες (αποζημίωση συνταξιοδότησης) = 39.399,74 ευρώ + 1/6 (για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) = 45.966,37 ευρώ».
Δια της 961/2007 αποφάσεως, οι αγωγές, αφού συνεκδικάσθηκαν, με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 – 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015), έγιναν μερικώς δεκτές στην ουσία ενώ η πρόσθετη παρέμβαση κρίθηκε παραδεκτή, μόνο, ως προς την από 13.6.2006 αγωγή. Έτσι, η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 92.060 ευρώ και αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.649,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, αμφότερα τα ποσά, όπως διακρίνεται. Ειδικότερα, η από 13.06.2006 αγωγή, κατά το πιο πάνω κεφάλαιό της, ήτοι την κρίσιμη μερικότερη χρηματική απαίτηση, ποσού 45.966,37 ευρώ, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία και δη, για «το ποσό των 33.598,68 ευρώ», που αναλύεται (στην 961/2007 απόφαση), ως εξής: «1.575 ευρώ μηνιαία αμοιβή για πρόσθετη εργασία του ενάγοντος + 6% επ’ αυτού bonus Χ 17,25 μήνες, που αντιστοιχούν στο 75% των 23 μισθών, που ο ενάγων δικαιούται, ως αποζημίωση, σύμφωνα με το ν. 2112/1920 + 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας = 33.598,68 ευρώ».
(Β).- Επί της από 13.06.2007 εφέσεως της «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» (εκκαλούσας – εναγομένης) κατά του Η. Σ. (ενάγοντος – εφεσιβλήτου), εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, με την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των άρθρων 663 – 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, η 4465/2011 οριστική απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Δι’ αυτής, η από 13.06.2007 έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, με την παραδοχή, ως βάσιμου, του σχετικού λόγου της (όλοι οι λοιποί λόγοι της εφέσεως απερρίφθησαν), εξαφανίσθηκε η 961/2007 πρωτόδικη (εκκαλούμενη) απόφαση και, εν τέλει, οι αγωγές έγιναν μερικώς δεκτές στην ουσία. Συγκεκριμένα, η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 37.060 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως διακρίνεται. Ειδικότερα, η από 13.06.2006 αγωγή, κατά το εκκληθέν κεφάλαιό της, που αφορά την ως άνω κρίσιμη μερικότερη χρηματική απαίτηση ποσού 45.966,37 ευρώ, απορρίφθηκε, ως αβάσιμη στην ουσία.
(Γ).- Επί της από 19.12.2011 αιτήσεως για αναίρεση της 4465/2011 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, του Η. Σ. (αναιρεσείοντος – εφεσίβλητου – ενάγοντος) κατά της «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» (αναιρεσίβλητης – εκκαλούσας – εναγομένης), εκδόθηκε η 1533/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Β1 Πολιτικό Τμήμα). Δι’ αυτής έγινε δεκτός ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και η 4465/2011 εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε μερικώς, ήτοι μόνο κατά το πιο πάνω κεφάλαιο – χρηματική απαίτηση, ποσού 45.966,37 ευρώ, της από 13.06.2006 αγωγής. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της 1533/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου αναφέρονται σχετικώς τα εξής (σελίδες 10, 11, 15):
«Με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη (4465/2011) απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων [άρθρα 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της κυρωθείσας, με το ν. 3248/1955, υπ’ αριθμ. 95/1949 Δ.Σ., 1, 3 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2112/1920, 5 παρ.1 ν. 3198/1955].
Και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2004 έως τη λύση της εργασιακής του συμβάσεως, την 30.04.2006, προσέφερε, ανελλιπώς, πρόσθετη εργασία για την οποία εδικαιούτο και έπρεπε να λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή (τον συνηθισμένο μισθό) και ότι η πρόσθετη αμοιβή για πρόσθετη τακτική εργασία του μισθωτού περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του και συνυπολογίζεται για τον καθορισμό της αποζημιώσεως απολύσεώς του, ...
δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του το Εφετείο, διευκρινίζοντας γιατί η πρόσθετη αυτή αμοιβή (ο συνηθισμένος μισθός), που εδικαιούτο ο αναιρεσείων, δεν υπάγεται στην έννοια του «συντάξιμου μισθού», εν όψει μάλιστα και του ότι όπως προκύπτει από το Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα (ΣΠΚΠ), πρόθεση της αναιρεσίβλητης ήταν να εξαιρέσει από την έννοια του «συντάξιμου μισθού» μόνο τις έκτακτες παροχές και όχι τις τακτικές.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα, αν στο οφειλόμενο στον αναιρεσείοντα εφ’ άπαξ ποσό, ίσο με το 75% της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως (Ν. 2112/1920), έπρεπε να συνυπολογισθεί ή όχι και η πρόσθετη αμοιβή του (συνηθισμένος μισθός) για την πρόσθετη εργασία, που και το Εφετείο δέχθηκε ότι όντως προσέφερε, πλην όμως έκρινε ότι δεν υπάγεται – η πρόσθετη αμοιβή – στην έννοια του «συντάξιμου μισθού» είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, η υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, που αναφέρεται στις αποδοχές, που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του οφειλόμενου στον αναιρεσείοντα εφ' άπαξ ποσού, ίσου με το 75% της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως (Ν. 2112/1920), πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών) [...]».
(Δ).- Ακολούθως, επί της ως άνω από 13.06.2007 εφέσεως, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, με την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν [άρθρο 591 παρ.7 εδ. (α) ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 – άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015], η 3436/2017 οριστική απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής. Δι’ αυτής, η από 13.06.2007 έφεση έγινε τυπικά δεκτή, επίσης έγινε δεκτή και στην ουσία, με την παραδοχή, ως βάσιμου, του σχετικού (τρίτου) λόγου της, δηλ. «κατά το μέρος, που φέρεται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της 1533/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου», στη συνέχεια, εξαφανίσθηκε «εν μέρει» η 961/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών «και ως προς τη συναφή διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης», κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η από 13.6.2006 αγωγή, «κατά το μέρος, που φέρεται προς εξέταση μετά την 1533/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου», δηλ. κατά την πιο πάνω μερικότερη χρηματική απαίτηση ποσού 45.966,37 ευρώ και, εν τέλει, απορρίφθηκε, πάλι, η από 13.06.2006 αγωγή στην ουσία, «ως προς το αγωγικό κονδύλιο των 45.966,37 ευρώ».
(Ε).- Επί της από 19.10.2017 αιτήσεως του Η. Σ. (αναιρεσείοντος – ενάγοντος) για αναίρεση της 3436/2017 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 689/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Β1 Πολιτικό Τμήμα). Δι’ αυτής έγινε δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ και η 3436/2017 εφετειακή απόφαση, όπως έκρινε, ήτοι μόνο για το εκκληθέν κεφάλαιο – μερικότερη χρηματική απαίτηση, ποσού 45.966,37 ευρώ, της από 13.06.2006 αγωγής, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία, αναιρέθηκε.
Ειδικότερα, στο σκεπτικό της 689/2019 αποφάσεως του Αρείου Πάγου αναφέρονται σχετικώς τα εξής (σελίδες 6, 8, 11): «Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού του οφειλόμενου στον αναιρεσείοντα εφ’ άπαξ ποσού, ίσου με το 75% της αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασής του, με βάση το Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών (ΣΠΚΠ), με την παραδοχή ότι η πρόσθετη τακτική αμοιβή του ενάγοντος από 1.575 ευρώ μηνιαίως, που κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου ότι έπρεπε να λαμβάνει ούτος, συνιστά «άλλη τακτική παροχή, η οποία ρητά εξαιρείται για τον υπολογισμό της αποζημίωσης από το πρόγραμμα συνταξιοδότησης», παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου (συνταξιοδοτικό πρόγραμμα), αγνοώντας το πραγματικό περιεχόμενο αυτού.
Τούτο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, αναγράφει ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης «ο Όρος Συντάξιμος Μισθός» σημαίνει τον ετήσιο μέσο όρο των αποδοχών των τριών ημερολογιακών ετών πριν από το έτος συνταξιοδοτήσεως ή αποχωρήσεως ή με οποιονδήποτε τρόπο λύσεως της συμβάσεως εργασίας με την εναγομένη.
Για το επιπλέον της τριετίας και μέχρι την ημερομηνία αποχωρήσεως διάστημα, ως συντάξιμος μισθός θεωρείται ο μέσος όρος των αποδοχών του ανωτέρω διαστήματος. Για τους σκοπούς του προγράμματος στις αποδοχές περιλαμβάνονται ο μηνιαίος ονομαστικός μισθός (reference salary) πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας καθώς και το performance bonus program (επίδομα παραγωγικότητας – κυμαινόμενες αποδοχές).
Δεν περιλαμβάνονται έκτακτες παροχές, υπερωρίες, δωρεές, έκτακτα επιδόματα, ωφελήματα σε είδος, λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες κάθε είδους». Από την ανάγνωση του εγγράφου αυτού προκύπτει ευθέως ότι για τον υπολογισμό του ύψους του συντάξιμου μισθού περιλαμβάνεται ο μηνιαίος ονομαστικός μισθός, στον οποίο προστίθεται μεταξύ άλλων και η σταθερά καταβαλλόμενη πρόσθετη αμοιβή, που αποτελεί μηνιαίο μισθό, η οποία δεν εξαιρείται από τον υπολογισμό αυτό και μάλιστα ρητά, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι εξαιρούνται μόνο οι έκτακτες παροχές και όχι οι τακτικά καταβαλλόμενες, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως, με την προεκδοθείσα της προσβαλλόμενης με αριθμό 4465/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι αποτελεί πρόσθετη αμοιβή.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεχόμενη πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από αυτά που περιέχονται στο κείμενο του ως άνω εγγράφου, χωρίς μάλιστα να ταυτίζει την ως άνω πρόσθετη τακτική αμοιβή, με κάποια από τις ρητά εξαιρούμενες στο ως άνω έγγραφο από τον παραπάνω υπολογισμό ή έστω να την υπάγει σε κάποια από αυτές, με βάση τα χαρακτηριστικά της και εφ’ όσον ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος, πρέπει να αναιρεθεί η 3436/2017 απόφαση [...]».
Περαιτέρω, η υπόθεση «διακρατήθηκε» προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του (Αρείου Πάγου), «σε δικάσιμο, που θα ορισθεί, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων». Ήδη, με την από 18.10.2019 κλήση του καλούντος (ενάγοντος στην από 13.6.2006 αγωγή – αναιρεσείοντος – εφεσίβλητου) Η. Σ. κατά της καθ’ ής η κλήση (εναγομένης στην από 13.06.2006 αγωγή – αναιρεσίβλητης – εκκαλούσας) «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.», εισάγεται νομίμως προς νέα στην ουσία συζήτηση, με την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των άρθρων 663 – 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν [άρθρο 591 παρ.7 εδ. (α) ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 – άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015], η από 13.06.2007 έφεση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου – Β1 Πολιτικό Τμήμα (άρθρο 580 παρ.3, 230 παρ.2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην (Ι) μείζονα σκέψη, ο Άρειος Πάγος λειτουργεί ως εφετείο και δικάζει επί της από 13.06.2007 εφέσεως στην έκταση του τρίτου λόγου της, συγκεκριμένα, δικάζει, μόνο, το εκκληθέν (και αναιρεθέν) ως άνω κεφάλαιο της από 13.06.2006 αγωγής, δηλ. εκείνο που έχει απορριφθεί στην ουσία και αφορά τη μερικότερη χρηματική απαίτηση, ποσού 45.966,37 ευρώ ειδικότερα, για το εάν στο εφ’ άπαξ ποσό, ίσο με το 75% της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του εφεσιβλήτου – ενάγοντος (ν. 2112/1920), πρέπει (ή όχι) να συνυπολογισθεί, υπαγόμενη στην έννοια του «συντάξιμου μισθού» και η πρόσθετη αμοιβή (συνηθισμένος μισθός), ποσού 1575 ευρώ μηνιαίως για την πρόσθετη τακτική εργασία του, που προσέφερε στην εκκαλούσα – εναγομένη.
Εξ άλλου, οι διάδικοι, που κατέθεσαν νόμιμες έγγραφες προτάσεις (με ημερομηνία 18.09.2020, ο Η. Σ. και με ημερομηνία 21.09.2020, η «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» στο παρόν Δικαστήριο επί της από 13.06.2007 εφέσεως [άρθρο 524 παρ.1 εδ. (β) ΚΠολΔ], επανέρχονται, δικονομικώς, στο στάδιο της από 13.06.2007 εφέσεως, μετά την τυπική παραδοχή της. Αντίγραφο της από 18.10.2019 κλήσεως, με πράξεις ορισμού νόμιμης δικασίμου για την 22.09.2020 και εγγραφής στο οικείο πινάκιο έχει επιδοθεί, κατά νόμο [άρθρα 82 εδ.
τελευταίο, 81 παρ.3 εδ. (α), 122, 123, 140, 129 παρ.2, 128 παρ.4 ΚΠολΔ], στο σωματείο «Πανελλήνιος Επαγγελματικός Σύλλογος Υπαλλήλων ΙΒΜ», πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, που, ως άνω, έχει παρέμβει προσθέτως υπέρ του ενάγοντος (βλ. 2540/25.6.2020 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μιχάλη - Παναγιώτη Γ.
Παούρη μετά της από 26.06.2020 «αποδείξεως παράδοσης»/Α.Τ. Χαλανδρίου Αττικής και της από 26.06.2020 «βεβαιώσεως αποστολής»/Ταχυδρομικό Πρακτορείο Ομόνοιας). Επίσης, υπόκειται προς κρίση αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση – εκούσια συμμόρφωση προς το περιεχόμενο της 961/2007 εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αίτηση υποβάλλει η «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.», με τις ως άνω από 21.09.2020 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο επί της από 13.06.2007 εφέσεως. Η έφεση και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ).
ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΕΣΕΩΣ
Από τη δέουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, κατά νόμο, ένας από κάθε διάδικη πλευρά, στο ακροατήριο (συνεδρίαση, 27.11.2006) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οι καταθέσεις τους εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την 961/2007 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (i).- από τις 8573/9.5.2006 και 8574/9.5.2006 ένορκες βεβαιώσεις των Γ.
Μ. και Α. Δ. του Π. και της Λ., αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που έχουν ληφθεί, κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ, με την επιμέλεια του εφεσίβλητου - ενάγοντος (βλ. …/2.5.2006 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Παν. Ανδριανόπουλου), (ii).- από τις …/9.5.2006 και …/24.11.2006 ένορκες βεβαιώσεις των Ι.
Τ. και Σ. Μ., αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσαγγάρη – Βάλβη, που έχουν ληφθεί, κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ, με την επιμέλεια της εναγομένης – εκκαλούσας (βλ. εκθέσεις επιδόσεως …/5.5.2006 του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χρήσου Βασιλάκη και .../22.11.2006 του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Φιλιππουπολίτη), (iii).- από την .../3.4.2017 ένορκη βεβαίωση του Γ.
Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κοντόπουλου, που έχει ληφθεί, κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ και ήδη άρθρο 422 ΚΠολΔ, με την επιμέλεια της εναγομένης – εκκαλούσας (βλ. .../29.3.2017 και .../29.3.2017 εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Τζινιέρη) και (iv).- .../5.4.2017 ένορκη βεβαίωση του Α.
Δ. του Π. και Λ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθούλας Θεοδώρου Γιαννημάρα, που έχει ληφθεί, κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ και ήδη άρθρο 422 ΚΠολΔ, με την επιμέλεια του ενάγοντος – εφεσίβλητου (βλ. .../31.3.2017 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περιφερείας Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γεωργίου Χαρ.
Λιακόπουλου) καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους – και όσα από αυτά είναι ξενόγλωσσα σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα – αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (μεταξύ των εγγράφων είναι και η 1203/15.9.2009 ένορκη βεβαίωση της Σ.
Μ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζωής Κουρούμαλη του Ηλία, η οποία έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της αγωγής του Π. Λ. κατά της εδώ διαδίκου «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» και δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο):
Η εκκαλούσα «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» δραστηριοποιείται στο χώρο των ηλεκτρονικών υπολογιστών [εισαγωγή, πώληση, διανομή και εγκατάσταση ηλεκτρονικών υπολογιστών και προγραμμάτων λογισμικού, σχεδιασμός, επεξεργασία, ανάπτυξη συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών και προγραμμάτων λογισμικού (software)]. Με τις 4465/2011 και 3436/2017 αποφάσεις του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσιδίκως, καθ’ όσον εν προκειμένω ενδιαφέρει ότι:
Δυνάμει συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο εφεσίβλητος Η. Σ., από την 26.04.1979 (ημερομηνία προσλήψεώς του) μέχρι την 30.04.2006 (ημερομηνία οικειοθελούς αποχωρήσεώς του) απασχολήθηκε στην εκκαλούσα, σε διάφορες θέσεις, ως υπάλληλος, αντί μηνιαίου μισθού, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία (40 ώρες εβδομαδιαίως).
Την 30.04.2006, είχε συμπληρώσει την ηλικία των 62 ετών και απασχόληση – εργασία 27 ετών συνεχώς στην εκκαλούσα (ίδιος εργοδότης) ώστε να δικαιούται αποζημίωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του 23 μηνών [άρθρα 1 περ.ζ, 3 παρ.1 εδ. (α) ν. 2112/1920, όπως ίσχυσαν, ως άνω], επίσης, ανήκε σε εκείνους τους υπαλλήλους, που ήταν «κανονικής συνταξιοδότησης», κατά το ΣΠΚΠ της εκκαλούσας.
Πέραν της κύριας απασχολήσεώς του, παρείχε, κατόπιν συμφωνίας του μετά της εκκαλούσας, εντός του νομίμου ωραρίου του και δη επί 20 ώρες εβδομαδιαίως, πρόσθετη τακτική εργασία, ενώ δεν είχε συμφωνηθεί η παροχή της τακτικής πρόσθετης εργασίας του, χωρίς μηνιαίο πρόσθετο μισθό (μηνιαία πρόσθετη αμοιβή) ή η κάλυψη του μηνιαίου πρόσθετου μισθού από το μηνιαίο μισθό της κύριας απασχολήσεώς του.
Ο μηνιαίος πρόσθετος μισθός για την πρόσθετη αυτή εργασία του, είναι 1575 ευρώ. Στις τακτικές παροχές του περιλαμβάνεται, ως τακτική παροχή και ο ως άνω πρόσθετος (συνηθισμένος) μισθός – πρόσθετη αμοιβή των 1.575 ευρώ μηνιαίως, για την πρόσθετη τακτική εργασία του. Όπως έγινε δεκτό στην (Ι) μείζονα σκέψη, για τα προηγούμενα, παράγεται από τις 4465/2011 και 3436/2017 αποφάσεις του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο για το παρόν Δικαστήριο.
Περαιτέρω, τον Ιούνιο 2003, η εκκαλούσα λειτούργησε για όλους τους εργαζόμενους – υπαλλήλους της, που είχαν προσληφθεί μέχρι την 31.12.1996, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, που «ονομάζει», ως «Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών» (ΣΠΚΠ). Συγκεκριμένα, στο ΣΠΚΠ αναφέρονται/ορίζονται, επί λέξει (και) τα παρακάτω, που ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση (βλ.
έγγραφο υπό το τίτλο «Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών» – Ιούνιος 2003):
«ΣΚΟΠΟΣ.
Το Πρόγραμμα Συνταξιοδότησης Καθορισμένων Παροχών της ΙΒΜ Ελλάς Α.Ε. είναι βοηθητικό του Κύριου και Επικουρικού Νομοθετημένου Συνταξιοδοτικού Προγράμματος των υπαλλήλων της. Σκοπός του είναι να χορηγεί μία συμπληρωματική μηνιαία σύνταξη και εφάπαξ ποσό στους τακτικούς υπαλλήλους της Εταιρίας, που απασχολούνται σ' αυτήν, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου». «ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ.
Όλοι οι Υπάλληλοι, οι οποίοι προσλήφθησαν στην ΙΒΜ Ελλάς Α.Ε. μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1996, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έχουν δικαίωμα συμμετοχής στο Πρόγραμμα».
«ΠΟΤΕ ΘΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΘΩ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ;
Μπορείτε να συνταξιοδοτηθείτε από το Πρόγραμμα την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των 62 ετών (Άνδρες και Γυναίκες)». «ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΘΩ ΠΡΟΩΡΑ;
Μπορείτε να αποχωρήσετε στο τέλος οποιουδήποτε μήνα μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των 52 χρόνων και συντάξιμης υπηρεσίας 15 ετών στην Εταιρία. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γνωστοποιήσετε γραπτώς στην Εταιρία την πρόθεσή σας να συνταξιοδοτηθείτε πρόωρα, τουλάχιστον 6 μήνες νωρίτερα».
«ΠΑΡΟΧΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ.
1.- ΣΥΝΤΑΞΗ στις περιπτώσεις: Κανονικής Συνταξιοδότησης, Πρόωρης Συνταξιοδότησης, Αποχώρησης υπαλλήλου (Κεκτημένα Δικαιώματα), Θανάτου υπαλλήλου, Θανάτου συνταξιούχου του Προγράμματος.
2.- ΕΦΑΠΑΞ ΠΟΣΟ στις περιπτώσεις: Κανονικής Συνταξιοδότησης, Πρόωρης Συνταξιοδότησης».
«ΟΡΙΟ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ.
Εφαρμογή του νόμου σχετικά με αποχώρηση, λόγω συνταξιοδότησης στο 65ο έτος και εφάπαξ ίσο με το 50% της προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσης».
«Η ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΜΜΑΤΟΣ.
[...] Ο όρος «Συντάξιμος Μισθός» σημαίνει τον ετήσιο μέσο όρο των αποδοχών των τριών ημερολογιακών ετών πριν το έτος συνταξιοδότησης ή αποχώρησης ή με οποιοδήποτε τρόπο λύσης της σύμβασης με την ΙΒΜ Ελλάς Α.Ε. Για το επιπλέον της τριετίας και μέχρι την ημερομηνία αποχώρησης διάστημα, ως Συντάξιμος Μισθός θεωρείται ο μέσος όρος των αποδοχών του πιο πάνω διαστήματος. Για τους σκοπούς του Προγράμματος στις αποδοχές περιλαμβάνονται ο μηνιαίος ονομαστικός μισθός (reference salary), τα Δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και το Επίδομα Αδείας. Δεν περιλαμβάνονται έκτακτες παροχές, υπερωρίες, δωρεές, έκτακτα επιδόματα, ωφελήματα σε είδος, λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες κάθε είδους. Το Performace Bonus Program (κυμαινόμενες αποδοχές) περιλαμβάνονται στον Συντάξιμο Μισθό, όπως ορίζεται στην ετήσια ανακοίνωση του Προγράμματος Performance Bonus».
«ΤΙ ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ;
Εφ’ όσον έχετε συμπληρώσει σωρευτικά:
(α).- την Ηλικία Κανονικής Συνταξιοδότησης,
(β).- τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας στην Εταιρία,
(γ).- η απασχόλησή σας στην ΙΒΜ Ελλάς Α.Ε. έχει λήξει για οποιαδήποτε αιτία, δικαιούσθε να λάβετε:
(Α).- ...
(Β).- ΕΦΑΠΑΞ ΠΟΣΟ ίσο με το 75% της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (Ν. 2112/1920), σύμφωνα με τα χρόνια υπηρεσίας σας στην ΙΒΜ Ελλάς Α.Ε.».
«ΤΙ ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΩΡΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ;
Εφ’ όσον έχετε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις Πρόωρης Συνταξιοδότησης, δικαιούσθε να λάβετε:
(Α).- ...
(Β).- ΕΦΑΠΑΞ ΠΟΣΟ ίσο με το 75% της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (Ν. 2112/1920), σύμφωνα με τα χρόνια υπηρεσίας σας στην ΙΒΜ Ελλάς Α.Ε.».
Κατά ταύτα, το ΣΠΚΠ, Ιουνίου 2003, της εκκαλούσας είναι βοηθητικό του κύριου και επικουρικού νομοθετημένου (βάσει του κανονισμού εργασίας) συνταξιοδοτικού προγράμματος των υπαλλήλων της, αφορά όλους τους υπαλλήλους της, που είχαν προσληφθεί μέχρι την 31.12.1996 και προβλέπει (i).- όριο αποχωρήσεως, το 65ο έτος της ηλικίας των υπαλλήλων, (ii).- κανονική συνταξιοδότηση, δηλ.
την πρώτη ημέρα του επόμενου μηνός, μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των 62 ετών για υπάλληλο (άνδρα ή γυναίκα), με τουλάχιστον πέντε (5) έτη υπηρεσίας στην εκκαλούσα και (iii).- πρόωρη συνταξιοδότηση, δηλ. μετά τη συμπλήρωση του 52ου έτους της ηλικίας των υπαλλήλων, επίσης, προβλέπει ότι σε περίπτωση κανονικής ή πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, οι υπάλληλοί της δικαιούνται (και) εφ’ άπαξ αποζημίωση ίση με το 75% της νόμιμης αποζημιώσεως καταγγελίας (ν. 2112/1920), σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας τους στην εκκαλούσα και τον «Συντάξιμο Μισθό» τους.
Ειδικότερα, ως προς τον «Συντάξιμο Μισθό», από την ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου προκύπτει ευθέως ότι για τον υπολογισμό του ύψους του «συντάξιμου μισθού» περιλαμβάνεται, ως τακτική παροχή, ο μηνιαίος ονομαστικός μισθός, στον οποίο προστίθεται (και δεν εξαιρείται) ο μηνιαίος πρόσθετος (συνηθισμένος) μισθός – πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη τακτική εργασία.
Κατά τα εκτεθέντα στην (ΙΙ) μείζονα σκέψη, με βάση το «Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών», Ιουνίου 2003, της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος, που είναι υπάλληλος «κανονικής συνταξιοδότησης», δικαιούται για υπόλοιπο (ή συμπλήρωση) του εφ’ άπαξ ποσού, ίσου με το 75% της αποζημιώσεως καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (ν. 2112/1920), σύμφωνα με τα χρόνια υπηρεσίας του στην εκκαλούσα, το ποσό των [1575 ευρώ (μηνιαία αμοιβή για πρόσθετη εργασία) + 94,5 ευρώ (6% επ' αυτού bonus) X 17,25 μήνες (το 75% των 23 μισθών, που ο εφεσίβλητος δικαιούται, ως αποζημίωση, κατά το ν. 2112/1920 = ) 28.798,87 ευρώ + 4.799,81 ευρώ (1/6 αναλογία των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα και αδείας) = ] 33.598,68 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την 961/2007 απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια, δηλ. κατά μερική παραδοχή στην ουσία της από 13.06.2006 αγωγής και δη, ως προς το κεφάλαιό της - μερικότερη χρηματική απαίτηση ποσού 45.966,37 ευρώ, επιδίκασε στον εφεσίβλητο το ποσό των 33.598,68 ευρώ, δεν έσφαλε, κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων συνεπώς, ο τρίτος λόγος της από 13.6.2007 εφέσεως, δια του οποίου η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Αν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει εν όλω ή κατά ένα μέρος την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση (άρθρο 914 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε πριν από το ν. 4335/2015 και ισχύει).
Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται όχι μόνον, όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά, αλλά καi όταν εκείνος που καταδικάσθηκε, εκουσίως συμμορφώθηκε προς το περιεχόμενο της αποφάσεως για να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ' έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος (άρθρα 914, 111 επ., 12 επ.
ΚΠολΔ). Αν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο και οι νόμιμοι τόκοι επί του κεφαλαίου, μετά από αίτηση του δικαιούχου εκκαλούντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Οι τόκοι αρχίζουν από το χρόνο επιδόσεως στον υπόχρεο εφεσίβλητο της αποφάσεως του εφετείου, η οποία διατάσσει την απόδοση.
Πριν από τη γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα, με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο [άρθρο 904 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ]. Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από τη γνώση της ανατροπής της αποφάσεως [άρθρα 340, 342, 341, 345, 346 ΑΚ].
Παραδεκτή είναι η αίτηση, αν η εκτέλεση - εκούσια συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται, με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το εφετείο.
Η εκκαλούσα, με τις ως άνω από 21.09.2020 έγγραφες προτάσεις της επί της από 13.06.2007 εφέσεως, επικαλείται εκούσια συμμόρφωσή της για να αποτρέψει την εναντίον της αναγκαστική εκτέλεση, προς το περιεχόμενο της 961/2007 εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 5.000 ευρώ. Αιτείται δε, εφ’ όσον το παρόν Δικαστήριο δεχθεί την έφεση και απορρίψει την αγωγή, εν όλω ή εν μέρει, κατά το εκκληθέν κεφάλαιο, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση – εκούσια συμμόρφωσή της, με την απόδοση στην ίδια από τον εφεσίβλητο του ποσού των 5000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο «από την επομένη ημέρα της καταβολής, την 16.05.2007 και μέχρι την πλήρη εξόφληση». Σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση – εκούσια συμμόρφωση, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, εφ’ όσον η 961/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τα προεκτεθέντα, επικυρώθηκε από το εφετείο.
Η δικαστική δαπάνη για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων (εκκαλούσας «ΙΒΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.» και εφεσιβλήτου Η. Σ.) εξ αιτίας ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν [άρθρα 191, 183, 179 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, αντιμωλία των διαδίκων, την από 13.06.2007 έφεση και την αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση – εκούσια συμμόρφωση, που υποβάλλεται από την εκκαλούσα, με τις από 21.09.2020 έγγραφες προτάσεις της, στο παρόν Δικαστήριο.
Απορρίπτει την έφεση κατ’ ουσία, στην έκταση του τρίτου λόγου της [το (εκκληθέν) κεφάλαιο, που αφορά τη μερικότερη χρηματική απαίτηση ποσού 45.966,37 ευρώ στην από 13.06.2006 αγωγή].
Απορρίπτει την αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση – εκούσια συμμόρφωση.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5 Αυγούστου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ