Legislator Case Law & Legislation
1014/2019 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding court costs but dismisses withdrawal of appeal against second defendant.

Case Number 1014/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the first defendant's company, annulling the lower court's excessive award of legal costs. The appellant withdrew the appeal against the second defendant before the oral hearing began, which the Court accepted without the second defendant's consent. Consequently, the case was remanded for retrial on the first defendant's issue while dismissing the withdrawal regarding the second defendant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the Code of Civil Procedure: A party may withdraw an appeal orally before the oral hearing without the other party's consent, provided the withdrawal is recorded in the minutes.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal oral declaration court costs partial annulment remittal to court legal fees civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1014 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1014/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ταης Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 29/12/2017 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 442/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2011 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 25/2/2013 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 442/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποία ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ ΑΠ 1/2017, ΑΠ 325/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία". Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι η εν λόγω αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς αυτήν και να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη επ' αυτής.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 29-12-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 4 και 5 του ν. 1418/1984 και ήδη άρθρ. 77 παρ. 4 και 5 του κ.ν. 3669/2008 υπ' αριθ. 442/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που απέρριψε την από 18-5-2011 προσφυγή της αναιρεσείουσας και την υπέρ αυτής από 25-2-2013 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1418/1984, όπως ίσχυε πριν την κωδικοποίηση της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων με το ν. 3669/2008-άρθρο 36 (όμοια διάταξη) και πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4412/2016-άρθρο 137 και η οποία διάταξη (7 παρ.2 του ν. 1418/1984) εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης (7-5-2007), ορίζεται ότι, αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές ζημίες του, που προκαλούνται, μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης.

Από τη διάταξη αυτή με την οποία καθιερώνεται γενική υποχρέωση του κυρίου του έργου να εκτελεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις έγκαιρα και να μην περιέρχεται σε υπερημερία, να μην καθυστερεί δηλαδή την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης του αναδόχου, λόγω της υπερημερίας του κυρίου του έργου, απαιτείται σχετική έγγραφη όχληση του τελευταίου από τον ανάδοχο, η οποία πρέπει να περιέχει τα συνιστώντα την υπερημερία του πραγματικά περιστατικά με τις θετικές ζημίες που προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω διάταξης.

Ακολούθως, δύναται ο ανάδοχος να ζητήσει αποζημίωση για τις θετικές ζημίες που προκλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση, κατά τα ανωτέρω, της έγγραφης όχλησης μέχρι την υποβολή της εν λόγω αίτησης, οι οποίες απορρέουν από το ζημιογόνο γεγονός εξαιτίας της υπερημερίας του κυρίου του έργου και, αν η συγκεκριμένη αίτηση αποζημίωσης απορριφθεί, δικαιούται, με την τήρηση της ενδικοφανούς διαδικασίας, να προσφύγει στο αρμόδιο Εφετείο (ΣτΕ 944/2018, ΣτΕ 1814/2010, ΣτΕ 1009/2009).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης με εκείνες των άρθρων 351, 358 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση εκτέλεσης δημόσιου έργου, για να γίνει υπερήμερος ο κύριος αυτού, δεν απαιτείται να συντρέχει πταίσμα του τελευταίου αλλά αρκεί η παράλειψή του, που δεν οφείλεται σε προσωρινό κώλυμα, να προβαίνει, μολονότι προσκλήθηκε από τον ανάδοχο του έργου, στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο ανάδοχος να εκπληρώσει την παροχή.

Επομένως, κατά την έννοια του νόμου, ο υπερήμερος κύριος του έργου ευθύνεται απέναντι στον ανάδοχο μόνο για θετικές ζημίες, που υπέστη ο τελευταίος κατά το διάστημα διακοπής των εργασιών από την ημέρα της όχλησης (ΑΠ 2145/2014, ΑΠ 1866/2014, ΣτΕ 651/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 193/2013).

Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Ολ ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 184/2019, ΑΠ 154/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της (ΑΠ 634/2017, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό αυτής (διάταξης), δέχθηκε ότι δεν υφίσταται υπερημερία της αναιρεσίβλητης κυρίας του έργου για την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων ως προς την απόδοση των χώρων του έργου ελεύθερων προς χρήση.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προσδιορίζει την ανεπάρκεια των αιτιολογιών στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει ουδεμία αναφορά στη συμβατική υποχρέωση (άρθρ. 22 παρ.1.2 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων) της αναιρεσίβλητης κυρίας του έργου να κάνει χρήση των προβλεπόμενων νομικών δυνατοτήτων (εργαλείων) και συγκεκριμένα του άρθρου 6 παρ. 20 α του ν. 2052/1992, ώστε να υπερκεραστούν οι αγκυλώσεις των διαδικασιών απαλλοτριώσεων.

Επίσης, η ίδια, ως προς την επικαλούμενη αντιφατικότητα των αιτιολογιών, αναφέρει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η χορήγηση παράτασης οδηγεί σε απώλεια του δικαιώματος αποζημίωσης, δέχεται ότι η παράταση της συνολικής προθεσμίας του έργου μέχρι την 3-9-2010, που δόθηκε με αναθεώρηση, είχε ως αιτιολογία τη μη συντέλεση των απαλλοτριώσεων του έργου και με τον τρόπο αυτό ο Ανάδοχος αποζημιώθηκε για την ενδεχόμενη ζημία, που του προκλήθηκε από την καθυστέρηση απόδοσης ελεύθερων των εκτάσεων του έργου, υπερακοντίζοντας έτσι το σκοπό για τον οποίο εισήχθη η έννοια της αποζημίωσης με αναθεώρηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία δέχθηκε, ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης κυρίας του έργου, τα ακόλουθα: "Η προσφεύγουσα με την καθής, η οποία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, συνήψε στην …..ην ….11/7-5-2007 σύμβαση ως Κύριο του Έργου και Αναθέτουσα Αρχή, μετά από την Δημοπρασία που διενεργήθηκε την 13.03.2007 με την διαδικασία του ν. 3263/2004 και με βάση τα συμβατικά στοιχεία, με συνολικό χρηματικό αντικείμενο της σύμβασης 150.542.251,62 ευρώ....και ανέλαβε την κατασκευή του Έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΙΠΛΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ..., από χ.θ. 28+000 ΕΩΣ χ.θ. 67+870 και ΑΠΟ χ.θ. 79+000 ΕΩΣ χ.θ. 91+500 (ΜΕ ΣΗΡΑΓΓΈΣ Δ….ΕΚΤΟΣ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ….)" (Α.Σ. 511)...Η συνολική συμβατική προθεσμία κατασκευής του Έργου, είχε οριστεί σε τριάντα ημερολογιακούς μήνες από την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης (7-5-2007), δηλαδή μέχρι την 7-11-2009 και εκτός της συνολικής προθεσμίας, με τα συμβατικά τεύχη προβλέπονταν αποκλειστικές και ενδεικτικές τμηματικές προθεσμίες, σπουδαιότερη (αποκλειστική) των οποίων ήταν η 6η, με βάση την οποία εντός 600 ημερολογιακών ημερών, δηλαδή από 7-5-2007 έως 27-12-2008, έπρεπε να ολοκληρωθεί το τμήμα του Έργου από χ.θ. 28+000 μέχρι 54+163.

Με το υπ' αριθ. πρωτ. ΕΙ34/001/44108/21.5.2007 έγγραφο η προσφεύγουσα υπέβαλε προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία το αρχικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής του Έργου. Με το υπ' αριθ. πρωτ. Δ4/Ε134/201/45936/30.1.2008 έγγραφο της προσφεύγουσας προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής υποβλήθηκε το οριστικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου συνοδευόμενο από την Τεχνική Έκθεσή του και λοιπά στοιχεία, στην οποία επισημαινόταν, μεταξύ άλλων, ότι μέρος μόνο των εκτάσεων, όπου θα κατασκευαστεί το έργο έχει σταδιακά αποδοθεί ελεύθερο προς χρήση, ενώ το μεγαλύτερο μέρος θα αποδοθεί σταδιακά και γνώρισε προς την αρμόδια Υπηρεσία ότι η προσφεύγουσα Εταιρία μελλοντικά θα διεκδικήσει τόσο τη νόμιμη παράταση των τμηματικών αποκλειστικών προθεσμιών ή/και της συνολικής προθεσμίας για την περάτωση του Έργου όσο και τις θετικές ζημιές που θα προκύψουν, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 Ν 1418/1984.

Το ως άνω χρονοδιάγραμμα εγκρίθηκε την 11-2-2008 από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της καθής η προσφυγή με το 127468 έγγραφό της. Με την 2483/28.1.2009 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής χορηγήθηκε παράταση της συνολικής προθεσμίας του έργου 300 ημέρες μέχρι την 3-9-2010, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχαν συντελεστεί οι απαιτούμενες απαλλοτριώσεις, με αναθεώρηση λόγω μη ύπαρξης αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναδόχου.

Την 8.5.2009 η προσφεύγουσα με το υπό στοιχεία Ε134/730/49142/08.05.2009 έγγραφό της υπέβαλε αίτημα για αποζημίωση θετικών ζημιών της, που επήλθαν από υπαιτιότητα των οργάνων της καθ' ης ως Κυρίου του Έργου, για το χρονικό διάστημα από 31.1.2008 έως 31.3.2009 και αναφερόταν μεταξύ άλλων, ότι για τις ζημιές που εξακολουθεί να προκαλεί σε αυτήν η συνεχιζόμενη υπερημερία του Κυρίου του Έργου ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων για την χρονική περίοδο μετά τις 31/03/2009 θα υπολογιστούν και θα κοινοποιηθούν στην καθής συγκεντρωτικά με την λήξη της περιόδου όπου ο ΚτΕ είναι υπερήμερος.

Με το με αριθ. πρωτ. 160036/22.05.2009 έγγραφό της η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής, απάντησε ότι το αίτημα θα εξεταστεί αρμοδίως. Μετά την πάροδο άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας ασκήθηκε από την προσφεύγουσα η Δ4/Ε134/796/49764/12.8.2009 ένσταση που απερρίφθη και ασκήθηκε η Δ4/Ε134/852/50249/12-11-2009 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και μετά την παρέλευση άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας ασκήθηκε η από 26-3-2010 προσφυγή με την οποία ζητούσε να της καταβληθούν θετικές ζημιές που υπέστη για το χρονικό διάστημα από 31-1-2008 έως 31-3-2009.

Η ανωτέρω προσφυγή απορρίφθηκε δυνάμει της 95/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Ακολούθως η ανάδοχος-προσφεύγουσα, με το υπό στοιχεία Δ4/Ε134/867/50338/01.12.2009 έγγραφό της υπέβαλε αίτημα για αποζημίωση θετικών ζημιών της, που επήλθαν από υπαιτιότητα των οργάνων της καθής ως Κυρίου του Έργου, συνιστάμενη στην εξακολουθητική υπερημερία της να παραδώσει εγκαίρως στην Ανάδοχο τους χώρους κατασκευής του έργου, για το χρονικό διάστημα από 01.04.2009 έως 30.09.2009, ύψους 9.168.070,00 ευρώ.

Το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε σιωπηρά από την Διευθύνουσα Υπηρεσία και υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα προς την Προϊσταμένη Αρχή η 4/Ε134/948/50929/11.3.2010 ένσταση που απερρίφθη με την υπ' αριθ. 184170/12.5.20010 απόφαση του Διευθύνοντα συμβούλου της καθής και η προσφεύγουσα άσκησε την Δ4/Ε134/1058/51908/9.8.2010 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων πλην όμως η τρίμηνη προθεσμία των άρθρων 12 παρ. 4 επ.

του ν. 1418/1984 και 57 π.δ. 609/1985 (ήδη άρθρου 76 παρ. 14 ν. 3669/2008) παρήλθε άπρακτη και γι' αυτό άσκησε την από 20-12-2010 προσφυγή με την οποία ζητούσε να της καταβληθούν θετικές ζημιές που υπέστη για το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 30-6-2009. Στη συνέχεια η ανάδοχος-προσφεύγουσα, με το υπό στοιχεία Δ4/Ε134/1001/51452/27.05.2010 έγγραφο της, υπέβαλε αίτημα στην Διευθύνουσα Υπηρεσία για αποζημίωση της για τις θετικές ζημιές που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.2009 έως 30.04.2010, λόγω υπερημερίας της καθ' ης ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, υπολογιζόμενη στο ποσό των 10.161.539,00 ευρώ.

Το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε από την Διευθύνουσα Υπηρεσία με την υπ' αριθ. 187057/13.07.2010 πράξη της, κατά της οποίας υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα προς την Προϊσταμένη Αρχή η υπ' αριθ. Δ4/134/148/51862/27.07.2010 ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 190015(190075)27.09.2010 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της καθής, ο οποίος ασκούσε αρμοδιότητες Προϊσταμένης Αρχής.

Η Ανάδοχος του Έργου άσκησε παραδεκτώς την υπό στοιχεία Δ4/Ε134/1111/52421/22.12.2010 αίτηση θεραπείας απευθυνόμενη προς τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, πλην όμως η τρίμηνη προθεσμία των άρθρων 12 παρ. 4 επ. του ν. 1418/1984 και 57 π.δ. 609/1985 (ήδη άρθρου 76 παρ. 14 ν. 3669/2008) παρήλθε άπρακτη και γι' αυτό άσκησε την υπό κρίση προσφυγή της.

Επί των επίδικων ισχυρισμών της αναδόχου-προσφεύγουσας ότι λόγω της εξακολουθητικής υπερημερίας του Κυρίου του Έργου να παραδώσει τους χώρους ελεύθερους εμποδίων υποχρεώθηκε στην άνευ σειράς τμηματική εκτέλεση εργασιών με αποτελέσματα που επέφεραν αθροιστικά δραματική αύξηση του κόστους των εργασιών ώστε για το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.10.2009 έως 30.04.2010 να υποστεί συνολική ζημιά 10.161.539,00 ευρώ, καθώς α.

αυξήθηκαν οι αποστάσεις μεταφοράς τόσο των δανείων υλικών, όσο και των προϊόντων εκσκαφής, των σκυροδεμάτων, σιδηρού οπλισμού και λοιπών μηχανημάτων τεχνικών έργων, β. πραγματοποιήθηκαν αρκετές προσωρινές αποθέσεις κατάλληλων προϊόντων εκσκαφής, ή και δανείων υλικών, λόγω έλλειψης χώρου για επίχωμα, γ.

η μη απόδοση των εκτάσεων του Έργου, εμπόδισε την κυκλοφορία των φορτηγών από τη χάραξη του Έργου και ως αποτέλεσμα είχε να υποχρεωθεί η Ανάδοχος να κινεί τον εξοπλισμό της εντός κατοικημένων περιοχών ή να διανοίγει νέες προσωρινές προσβάσεις, οι οποίες εκτός από μεγάλη απόσταση μεταφοράς, ελάττωσαν και την μέση ταχύτητα κυκλοφορίας των φορτηγών δ.

γενικότερα δεν της παρεσχέθη η δυνατότητα να ολοκληρώσει ένα ενιαίο τμήμα του 'Εργου, καθώς υποχρεώθηκε να εκτελεί τμηματικώς εργασίες και να επανέρχεται αρκετές φορές στα ίδια τμήματα, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εργασίες υποδομής ενός ενιαίου τμήματος, ε. επίσης υποχρεώθηκε να εγκαταστήσει δύο συγκροτήματα σκυροδεμάτων και μάλιστα, στον ίδιο χώρο, για να εξυπηρετήσει τις μεγάλες αποστάσεις μεταφοράς και στ.υποχρεώθηκε στην εισκόμιση και αποκόμιση εργαλείων και υλικών αρκετές φορές επειδή δεν υπήρχε, λόγω των εμποδίων στα σημεία προς κατασκευή, η δυνατότητα ολοκλήρωσης του συνόλου των εργασιών στο εκάστοτε τμήμα του Έργου, με συνέπεια την πρόκληση πρόσθετων δαπανών, που δεν καλύπτονται από τις τιμές των ενιαίων τιμολογίων, που αναφέρονται σε εργασίες εκτελούμενες υπό συνήθεις συνθήκες κατασκευής, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Για τις ανάγκες κατασκευής του έργου που ανατέθηκε στην προσφεύγουσα κηρύχθηκαν αναγκαστικές απαλλοτριώσεις αρχικές και συμπληρωματικές. Οι συντελέσεις των απαλλοτριώσεων έλαβαν χώρα νομίμως και σύμφωνα με τα συμβατικά τεύχη του προκηρυχθέντος διαγωνισμού. Σε όλους τους διαγωνιζόμενους και στην Ανάδοχο ήταν γνωστό ότι οι απαλλοτριώσεις των ακινήτων επί των οποίων θα δημιουργούντο τα μέτωπα του έργου δεν είχαν ακόμη συντελεστεί και ότι η συντέλεση αυτών θα ήταν τμηματική, ενώ παράλληλα προεβλέπετο και η επιδίωξη για την ενωρίτερη απόκτηση χώρων μέσω ενοικιάσεων ή χορηγήσεων προκαταβολών, όπου αυτό ήταν εφικτό.

Ειδικότερα, στο άρθρο 7, παρ.7.1. της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (ΕΣΥ) του έργου ορίζεται ότι: "Με την υποβολή της προσφοράς του προϋποτίθεται ότι ο Ανάδοχος, κατά την περίοδο διεξαγωγής του διαγωνισμού, έχει λάβει γνώση των δυσχερειών στην περιοχή των έργων των στοιχείων εδάφους (με τυχόν σύνταξη από μέρους του γεωλογικής μελέτης και εκτέλεση δικών του γεωτρήσεων ή /και φρεάτων και δική του γεωτεχνική αξιολόγηση) και είναι απόλυτα ενήμερος των συνθηκών εκτέλεσης του έργου από κάθε πλευρά, συμπεριλαμβανόμενης της κατάστασης των απαλλοτριώσεων και του τρόπου που θα αποδοθεί ελεύθερη η συνολικά απαιτούμενη λωρίδα για την εκτέλεση των έργων, πηγών και υλικών κάθε είδους κλπ, όπως και των ενδεχομένων δυσχερειών και καθυστερήσεων από οποιοδήποτε λόγο η/και την παρέμβαση/συνεργασία των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και ότι έχει λάβει υπόψη του ότι δεν θα του αναγνωριστεί καμία επιπλέον απαίτηση σχετική με αποζημίωση, κατά οποιονδήποτε τρόπο, λόγω των παραπάνω τοπικών συνθηκών, των καθυστερήσεων, των δυσχερειών κάθε είδους και τέλος ότι έχει μελετήσει, τα υπάρχοντα εγκεκριμένα διαγράμματα της μελέτης, καθώς και τα συμβατικά στοιχεία που συνιστούν, μαζί με την παρούσα, τη βάση της προσφοράς του".

Στο άρθρο 10.8, παρ. 10.8.1 της ΕΣΥ του έργου (το οποίο αναφέρεται στις απαλλοτριώσεις) ορίζεται ότι: Η συντέλεση έχει προγραμματιστεί να επιτευχθεί τμηματικά και σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Τεχνικής Περιγραφής (παρ. 8.1). Στο άρθρο 22 .1, παρ. 22.1.1 της Ε.Σ.Υ. του έργου ορίζεται ότι "Για τη ζώνη εκτέλεσης των κατασκευών του έργου (της Σ.Γ.Υ.Τ.

με τα συναφή οδικά έργα) γίνεται αναφορά στη σχετική παράγραφο 10.8.1 του άρθρου 10 των προθεσμιών της παρούσας. Τα παραπάνω θα πρέπει να τα λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της προσφοράς του". Στην παράγραφο 8.1 της τεχνικής περιγραφής του έργου ορίζεται ότι : "Με την υπογραφή της Σύμβασης η ... ΑΕ θα παραδώσει στον Ανάδοχο ελεύθερη την ζώνη που θα έχει απαλλοτριωθεί και τμηματικά την υπόλοιπη προς απαλλοτρίωση ζώνη".

Μεταξύ των άλλων υποχρεώσεων του αναδόχου, περιλαμβάνεται και η απόκτηση των αναγκαίων προσβάσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 22, Παρ. 22.1.4 της Ε.Σ.Υ. του έργου : "στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντελεσθούν εγκαίρως, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι απαλλοτριώσεις-επιτάξεις-δουλείες, ο Ανάδοχος του έργου θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες (βλέπε παρ. 10.8.1.

της παρούσας) προκειμένου να επιτευχθεί πρόσβαση στις αναγκαίες εκτάσεις για την εκτέλεση των εργασιών".

Συνεπώς η προσφεύγουσα-Ανάδοχος γνώριζε τα δεδομένα της εκτέλεσης του έργου και τα της συντέλεσης ή μη των σχετικών απαλλοτριώσεων κατά το χρόνο υποβολής της προσφοράς της και όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, να οργανώσει και να προγραμματίσει τη διάθεση του μηχανολογικού εξοπλισμού και του ανθρώπινου δυναμικού κατασκευής σύμφωνα με την εξέλιξη των εργασιών και τη διαθεσιμότητα των χώρων.

Εξάλλου, η παράταση της συνολικής προθεσμίας του έργου μέχρι την 3-9-2010, που δόθηκε με αναθεώρηση, είχε ως αιτιολογία τη μη συντέλεση απαλλοτριώσεων του έργου και με τον τρόπο αυτό ο Ανάδοχος αποζημιώθηκε για τη ενδεχόμενη ζημία που του προκλήθηκε από την καθυστέρηση απόδοσης ελεύθερων εκτάσεων του έργου.

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα είχε αναδειχθεί ανάδοχος και της συμβάσεως 510 του έτους 2006, η οποία συνδέεται με την ένδικη σύμβαση και είχε μέτωπο από την Κόρινθο μέχρι το Μελίσσι που αρχίζει η εργολαβία της 511/2007 σύμβασης και συνεπώς και μέτωπο είχε να εργαστεί και σταλίζοντα μηχανήματα δεν υπήρχαν, ενώ είχε πλήρη γνώση των πραγματικών χρόνων της συντέλεσης απαλλοτριώσεων του έργου".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1418/1984, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την έλλειψη υπερημερίας της αναιρεσίβλητης.

Επίσης, δεν συνιστά ασάφεια και ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφασης της ύπαρξης συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως κυρίας του έργου να κάνει χρήση "όλων των νομικών εργαλείων ώστε να υπερκεραστούν οι αγκυλώσεις των διαδικασιών απαλλοτριώσεων".

Τούτο δε διότι το ζήτημα αυτό αφορά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο είναι κατά τα ως άνω εκτεθέντα σαφές και συγκεκριμένο. Εξάλλου, δεν δημιουργείται αντίφαση των αιτιολογιών από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως κυρία του έργου είχε προβεί σε παράταση της προθεσμίας ολοκλήρωσης αυτού με αναθεώρηση.

Η αναφορά αυτή αποτελεί ένα επιπλέον επιχείρημα του Εφετείου με το οποίο αιτιολογεί, γιατί δεν πείσθηκε για συνδρομή των κρίσιμων περιστατικών ως προς την επικαλουμένη υπερημερία της πρώτης των αναιρεσιβλήτων να παραδώσει εγκαίρως στην αναιρεσείουσα τους χώρους κατασκευής του έργου, ενόψει και της σαφώς αναφερόμενης γνώσης εκ μέρους της τελευταίας κατά τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης των δεδομένων και της καθυστέρησης στη συντέλεση των απαλλοτριώσεων.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δεδομένου ότι, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε καθυστέρηση ως προς τη συντέλεση των απαιτούμενων απαλλοτριώσεων, που βάρυνε αποκλειστικά την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, δεν απολήγει στην αναγνώριση της υπερημερίας της, η οποία συνάγεται από την ίδια την απόφαση και συγκεκριμένα την παραδοχή ότι η πρώτη για να "διασκεδάσει" τη μη ολοκλήρωση των απαλλοτριώσεων προέβη σε παράταση της προθεσμίας ολοκλήρωσης του έργου με αναθεώρηση.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω (τρίτος) λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των πιο πάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτές κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας υφίστανται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της, με το οποίο απορρίφθηκε συνολικά η προσφυγή και ως εκ τoύτου, ουδεμία δυσχέρεια ή αδυναμία στην εκτέλεση αυτής υφίσταται.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της απόφασης.

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 1632/2017, ΑΠ 10/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε συνολικά την προσφυγή της αναιρεσείουσας, με την οποία, εκτός από το καταψηφιστικό, υπήρχαν και τα εξής αιτήματα:

α) η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης παράλειψης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων να αποφανθεί επί της αναφερόμενης αίτησης θεραπείας της αναιρεσείουσας ως αναδόχου του προαναφερόμενου έργου, β) η ακύρωση άλλως μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως ασκούντος αρμοδιότητες Προϊσταμένης Αρχής του ως άνω έργου, με την οποία απορρίφθηκε η πιο πάνω ένστασή της και γ) η αναγνώριση ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως κυρία του έργου έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της βασικής συμβατικής της υποχρέωσης για την παράδοση των χώρων κατασκευής του έργου ελεύθερων από κάθε εμπόδιο.

Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψη των εν λόγω αιτημάτων, πλην όμως, ενόψει της κατά τα ως άνω συνολικής απόρριψης της προσφυγής, τα εν λόγω αιτήματα θεωρούνται ότι απορρίφθηκαν σιωπηρά. Τούτο δε διότι η ένδικη προσφυγή καθ' όλα τα ως άνω αιτήματα αυτής έχει την ίδια πραγματική και νομική βάση και ειδικότερα θεμελιώνεται στην επικαλούμενη υπερημερία της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως κυρίας του έργου.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν άφησε αδίκαστα τα αιτήματα, από μόνο το λόγο ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτά στο αιτιολογικό του και συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 63 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) περί καθορισμού αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ορίζεται ότι: "1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω:

α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ. γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ. δ) 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ.

ε) 0,3% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ. στ) 0,2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ". Επίσης, κατά το άρθρο 68 του ίδιου ως άνω νόμου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εταιρεία με την προσφυγή της ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου ζήτησε να υποχρεωθεί η καθ' ης η προσφυγή και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 10.085.688 ευρώ. Η καθ' ης η προσφυγή παραστάθηκε ενώπιον του Εφετείου δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, εφόσον δε απορρίφθηκε κατ' ουσίαν από το Εφετείο η προσφυγή, η καθ' ης η προσφυγή είχε δικαίωμα να λάβει ως δικαστικά έξοδα, λόγω μη ύπαρξης σχετικής έγγραφης συμφωνίας, τα ακόλουθα ποσά:

α) για τη σύνταξη των προτάσεών της, κατ' ελάχιστον, ποσοστό 0,2% επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς που υπερέβαινε το ποσό των 6.000.001 ευρώ, ήτοι (10.085.688 Χ 0,2%=) 20.171,38 ευρώ και για παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο Εφετείο 150 ευρώ, ήτοι συνολικά είχε δικαίωμα να λάβει (20.171,38+150=) 20.321,38 ευρώ. Το Εφετείο καταδίκασε την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η προσφυγή, τα οποία καθόρισε σε 203.380 ευρώ, ήτοι σε ποσό πολλαπλάσιο του ως άνω προσδιοριζομένου, κατ' ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων.

Έτσι, το Εφετείο, με το να επιδικάσει δικαστική δαπάνη ύψους 203.380 ευρώ, αντί του ως άνω ορθού των 20.321,38 ευρώ, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και μη ορθή εφαρμογή τους, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 πλημμέλεια. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και αναιρεθεί εν μέρει ως προς αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα μόνον ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 176 επ.

ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ καταργημένη τη δίκη επί της από 29-12-2017 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 442/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία". ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει, κατά τα οριζόμενα στο αιτιολογικό και ειδικότερα μόνον ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων την υπ' αριθ. 442/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και καθόσον αφορά στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος της στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ