Legislator Case Law & Legislation
1014/2018 AI generated

1014/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1014/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1014/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων κατέθεσε το από 26-10-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-10-2017 (αριθμός ...-10-2017 πράξης κατάθεσης της αρμόδιας γραμματέως), ενώ αυθημερόν το επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την .../26-10-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ευβοίας Σ.

Keywords

AI generated
objection to debt enforcement fines for procedural infringement extortion of excessive official fees inadequate administrative records taxpayer file inspection compulsory appearance before an authority
AI generated
1640/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.
1188/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2011 αγωγή του Π.
1104/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2006 και 12-12-2006 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 879/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6322/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2010 αίτησή της.
2384/2009
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ) κατ' εξακολούθηση και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Η αναφορά περισσότερων τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, εκτός εάν από το σύνολο των παραδοχών γίνεται σαφές ότι τελέσθηκε με τον ένα τρόπο και η αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εφόσον αιτιολογείται η επανειλημμένη τέλεση της πράξης, δεν ασκεί επιρροή, για τη στοιχειοθέτηση της περιπτώσεως του "κατ' επάγγελμα", η μη αιτιολογία και της υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράστης. Η μη επαρκής αιτιολογία της επιβαρυντικής περιπτώσεως του "κατά συνήθεια" δεν οδηγεί σε αναίρεση του βουλεύματος, γιατί, εφόσον έγινε δεκτό ότι συντρέχει η περίπτωση του "κατ' επάγγελμα" ή ότι το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της απάτης δεν μεταβάλλεται. Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Απορρίπτει αίτηση.
559/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1014 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1014/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αργυρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2009 μη οριστική, 129/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2017 αίτησή του και τους από 26-10-2017 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί και όχι αυτή που ορίσθηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση.

Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιάς απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ143/1984, ΑΠ318/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της που λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.

Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (ΟλομΑΠ 33/1996, ΑΠ332/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με την από 28-6-2017 πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η 27-11-2017 και ώρα 9.30 π.μ.

Ο αναιρεσείων κατέθεσε το από 26-10-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-10-2017 (αριθμός ...-10-2017 πράξης κατάθεσης της αρμόδιας γραμματέως), ενώ αυθημερόν το επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την .../26-10-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ευβοίας Σ.

Χ. - Κ..

Συνεπώς, η προθεσμία του άρθρου 569 παρ.2 εδ.α ΚΠολΔ, η οποία άρχισε να τρέχει την επόμενη της κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ήτοι στις 27-10-2017, συμπληρώθηκε στις 25-11-2017, ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του παρελθόντος έτους,παρατάθηκε δε και έληξε την 7η μ.μ. ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, ήτοι της Δευτέρας,27-11-2017,δηλαδή μετά την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, η οποία, όπως προεκτέθηκε είχε ορισθεί για την ημέρα αυτή και ώρα 9.30π.μ.Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά εφόσον συνηθίζονται.

Η τυπική μορφή του εν λόγω λογαριασμού καθορίζεται από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου303 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο λογαριασμός πρέπει να περιέχει την αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων, καθώς και το αποτέλεσμα από την αντιπαράθεση αυτή, ήτοι αν αυτό είναι πιστωτικό υπέρ του δοσιλόγου ή χρεωστικό σε βάρος αυτού.

Ειδικότερα, η αντιπαράθεση πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και κατά το δυνατό λεπτομερειακή, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, ώστε να παρέχεται στο δεξίλογο μια πλήρης εικόνα της διαχείρισης του δοσιλόγου. Και τούτο για να μπορεί ο μεν δεξίλογος να ελέγξει τα κονδύλια και να εγκρίνει ή αμφισβητήσει μερικά ή και όλα αυτά, το δε δικαστήριο να προχωρήσει στην ουσιαστική διερεύνησή τους.

Περαιτέρω, κατά τα ισχύοντα επί αοριστίας της αγωγής, η νομική αοριστία του λογαριασμού ή καταλόγου ή ορισμένου κονδυλίου αυτού, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου επί του οποίου θεμελιώνεται, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία αυτού, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή του, ελέγχεται ως παραβίαση από το αριθμό 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΑΠ 1122/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είχε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υτιαγωγή (ΟλΑΠ11/2017).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ24/2015).

Κατά την έννοια δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά ,σια οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμοστήκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολΑΠ15/2006).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ'αρ. .../23-5- 2002 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ιστιαίας Ε. Μ. Κ., το οποίο έχει μεταγραφεί νομότυπα στο Υποθυκοφυλακείο Ιστιαίας.....ο ενάγων και ήδη εκκαλών, Α.

Π. (ήδη αναιρεσείων) αγόρασε, από κοινού με την τότε σύζυγο του, Μ. Κ., η οποία δεν είναι διάδικος στην ένδικη υπόθεση, ένα ακίνητο και δη ελαιοπερίβολο, ευρισκόμενο στη* θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγίου του Δήμου Λουτρών Αιδηψού, εκτάσεως 4.349,84 τ.μ, έναντι καταβληθέντος τιμήματος 19.955,98 ευρώ και αντικειμενικής αξίας 41.793,23 ευρώ.

Ο ενάγων - εκκαλών προέβη στην αγορά του παραπάνω ακινήτου προκειμένου να ανεγείρει εξοχική κατοικία σε αυτό και αφού, προηγουμένως, είχε έρθει σε επαφή προς τούτο με τον εναγόμενο ήδη εφεσίβλητο(ήδη αναιρεσίβλητο) τον οποίο είχε γνωρίσει μέσω κοινού γνωστού τους... Ο ενάγων - εκκαλών, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος Αθήνας, αποβλέποντας στο γεγονός ότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, λόγω της μόνιμης κατοικίας του και της επαγγελματικής δράστηριότητάς του, στην ανωτέρω περιοχή γνώριζε την τοπική κοινωνία, ανέθεσε σε αυτόν, την 13/5/2002, άτυπα και άνευ αμοιβής, να διενεργήσει για λογαριασμό του όλες τις ενέργειες που ήταν απαραίτητες για την αγορά ακινήτου και την επ' αυτού ανέγερση εξοχικής κατοικίας με διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου της.....

Προς τούτο ο εναγόμενος - εφεσίβλητος διαμεσολάβησε στην εύρεση του παραπάνω ελαιοπεριβόλου, που αγόρασε ο ενάγων - εκκαλών, ενώ στη συνέχεια αποδέχθηκε και ανέλαβε άνευ αμοιβής να εκτελέσει τις απαιτούμενες ενέργειες για την ανέγερση εξοχικής κατοικίας και την διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου αυτής στο ίδιο ακίνητο και συγκεκριμένα, αυτός ανέλαβε την εύρεση των οικοδομικών συνεργείων και εργατών, μετά την αναζήτηση και λήψη των συμφερότερων οικονομικά, για τον ενάγοντα - εκκαλούντα, προσφορών, την πληρωμή των εργατοτεχνιτών, των υλικών και των προμηθευτών, την ασφάλιση και πληρωμή στο Ι.Κ.Α των ασφαλιστικών εισφορών των απασχολούμενων στην οικοδομή και γενικά ό,τι ήταν απαραίτητο για την αποπεράτωση του παραπάνω έργου, με χρήματα του ενάγοντος - εκκαλούντος και με την συνεργασία του υπεύθυνου πολιτικού μηχανικού ....

Ακολούθως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση της ανωτέρω εντολής, ο ενάγων - εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από 20/5/2002 έως 26/8/2004 κατέβαλε στον εναγόμενο - εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των διακοσίων τριάντα τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι τεσσάρων [233.624) ευρώ, μέσω τραπεζικών εμβασμάτων Στις 23/9/2002 εκδόθηκε η υπ'αρ. ...2002 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Ιστιαίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Εύβοιας, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στον ενάγοντα - εκκαλούντα και στην σύζυγο του, η άδεια για την ανέγερση διώροφης οικοδομής (μία κατοικία) με υπόγειο και κατασκευή πισίνας, βάσει των εγκεκριμένων μελετών.....του πολιτικού μηχανικού Δ.

Ν. Ζ., ο οποίος ορίστηκε και ως επιβλέπων μηχανικός, με συνολική καλυπτόμενη επιφάνεια των ορόφων 155,93 τμ, του υπογείου 155,93 τ.μ και των ημιυπαίθριων χώρων 37,63 τ.μ. Οι εργασίες κατασκευής είχαν ήδη ξεκινήσει από τα μέσα Μαΐου του έτους 2002 και η οικοδομή ολοκληρώθηκε, όσον αφορά την ανέγερση και την διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων της, τον Αύγουστο του 2004, οπότε και ο ενάγων - εκκαλών ζήτησε, από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο να του παραδώσει το σύνολο των νόμιμων παραστατικών που εκδόθηκαν για τις εργασίες κατασκευής της οικοδομής του, προκειμένου να τα καταθέσει στην αρμόδια Εφορία, ούτως ώστε να λάβει σχετική βεβαίωση και να καταστεί εν συνεχεία δυνατή η ηλεκτροδότηση του ακινήτου.

Πράγματι, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος παρέδωσε στον ενάγοντα - εκκαλούντα τα παραστατικά αυτά, τα οποία ο τελευταίος κατέθεσε στην Εφορία και έλαβε την υπ'αρ. .../6-9- 2004 βεβαίωση, βάσει της οποίας εν συνεχεία, στις 15/9/2004, ηλεκτροδοτήθηκε η οικοδομή. Καθ' όλο δε το παραπάνω χρονικό διάστημα από την έναρξη των εργασιών κατασκευής της εξοχικής κατοικίας του ενάγοντος - εκκαλούντος, περί τα μέσα του μηνός Μαΐου 2002, έως την αποπεράτωση του εσωτερικού χώρου αυτής, τον Αύγουστο του 2004, ο ενάγων - εκκαλών ενημερωνόταν από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο τόσο για την πρόοδο του έργου, προβαίνοντας ο ίδιος σε διαπίστωση της εκτέλεσης των εργασιών, όσο και για τις οικονομικές προσφορές των εργοληπτικών συνεργείων, τις οποίες ο ίδιος ενέκρινε πριν την ανάθεση των αντίστοιχων εργασιών σε συγκεκριμένο συνεργείο.

Τα παραπάνω ρητά συνομολογεί ο ίδιος ο ενάγων - εκκαλών, εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου

Ακολούθως, ως εκ της ανωτέρω ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ομολογίας, την όποια επικαλείται ο εναγόμενος - εφεσίβλητος με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.... υφίσταται πλήρης απόδειξη περί του ότι ο ενάγων - εκκαλών, κατά την διάρκεια της διαχείρισης, ενημερωνόταν από τον αντίδικο του για τις δαπάνες και τις εργασίες ανέγερσης της εξοχικής οικίας του....

ενόψει του ότι πρόκειται για περιστατικό επιβλαβές για τον ίδιο, υπό την έννοια ότι έρχεται σε αντίθεση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, περί αναθέσεως της εντολής στον εναγόμενο - εφεσίβλητο υπό τον όρο της προκαταβολής σε αυτόν των δαπανών και της υποβολής, από μέρους του, κατά το τέλος του έργου, απολογιστικού πίνακα εισπράξεων και δαπανών μετά των νομίμων παραστατικών....

Άλλωστε, ο ενάγων - εκκαλών, στο δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης και στις έγγραφες προτάσεις που νομότυπα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ρητά αναφέρει ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος, από την έναρξη των εργασιών κατασκευής της οικοδομής, του έδινε έγγραφα ιδιόχειρα σημειώματα των δαπανών στις οποίες είχε προβεί, επικαλούμενος, μάλιστα, αυτά, τα οποία και προσκομίζει...

Επιπροσθέτως, ο ενάγων - εκκαλών, στο δικόγραφο της κρινόμενης έφεσής του και στις παραπάνω προτάσεις του, ισχυρίζεται αφενός μεν ότι ο ίδιος γνώριζε ότι ο υιός του εναγομένου - εφεσίβλητου, Ν. Σ., θα βοηθούσε τον πατέρα του στην εκτέλεση της εντολής και ο ίδιος (ενάγων- εκκαλών) είχε συναινέσει σε αυτό, αφετέρου δε ότι, κατόπιν αιτήματος του, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος του απέστειλε, στις 22/9/2004, με φαξ, έγγραφο πρόχειρο λογαριασμό των δαπανών που αυτός είχε διενεργήσει για την ανέγερση της οικοδομής έως τον ανωτέρω χρόνο, σύμφωνα με τον οποίο οι δαπάνες ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 211.051 ευρώ, καθώς και ότι οι αναγραφόμενες στον λογαριασμό αυτόν εκτελεσθείσες εργασίες επιχρισμάτων και τοποθέτησης πλακιδίων δαπέδου - τοίχου διέφεραν κατ' έκταση με τις αντίστοιχες εργασίες που ο υπεύθυνος μηχανικός Δ.

Ν. Ζ. είχε επιμετρήσει και καταγράψει σε δύο σχετικές καταστάσεις που συνέταξε, κατόπιν εντολής του ενάγοντος - εκκαλούντος, στις 5/2/2004.......Ωστόσο, ο ενάγων - εκκαλών, μετά την ηλεκτροδότηση της οικοδομής και την, κατά τα ανωτέρω, παράδοση από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο, τον Αύγουστο του 2004, των παραστατικών για τις δαπάνες που ο τελευταίος διενήργησε για την ανέγερση της εξοχικής κατοικίας, αμφισβήτησε το ύψος των δαπανών και δεν ενέκρινε τον από 22/9/2004 πρόχειρο λογαριασμό που του αποδόθηκε.

Ακολούθως ο ενάγων - εκκαλών, στις 7/12/2004, απέστειλε στον εναγόμενο - εφεσίβλητο, αλλά και στον υιό του Ν. Σ., εξώδικη δήλωση ανάκλησης εντολής, με την οποία ανακαλούσε την εντολή για κατασκευή εξοχικής οικίας και διαμόρφωσης εξωτερικού χώρου, ισχυριζόμενος ότι, καίτοι είχε προβεί σε προκαταβολή όλων των απαιτούμενων χρημάτων για την εκτέλεση του έργου, αφενός μεν καθυστερούσε, μετά την παράδοση σε αυτόν, τον Αύγουστο του 2004, των νόμιμων παραστατικών των δαπανών που είχαν διενεργηθεί έως τότε και την ηλεκτροδότηση του ακινήτου, η αποπεράτωση των εργασιών της διαμόρφωσης του εξωτερικού χώρου αυτής, αφετέρου δε δεν είχαν πληρωθεί τα συνεργεία τοποθέτησης των κάγκελων και της σκάλας ούτε και οι προμηθευτές αυτών.

Επίσης, ο ενάγων - εκκαλών, με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση, ζητούσε την παροχή συνολικής, αναλυτικής έγγραφης λογοδοσίας και την καταβολή, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, των αδιάθετων κονδυλίων που είχε προκαταβάλει για την εκτέλεση εργασιών που δεν έγιναν, συνολικού ποσού 237.624 ευρώ μετά από αφαίρεση του ποσού των 74.268,43 ευρώ που αντιστοιχούσε στην άθροιση του συνόλου των επιμέρους ποσών των νόμιμων παραστατικών που του είχαν ήδη παραδοθεί, τάσσοντας προς τούτο προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση του εξωδίκου.

Η περιεχόμενη στο ανωτέρω έγγραφο εξώδικη ομολογία του ενάγοντα - εκκαλούντα, περί του περιστατικού της παράδοσης σε αυτόν, τον Αύγουστο του 2004, από τον εναγόμενο- εφεσίβλητο, όλων των νόμιμων παραστατικών για τις δαπάνες που είχαν διενεργηθεί για την ανέγερση της διώροφης εξοχικής κατοικίας του, εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο ..., σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις ιδίως δε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου - εφεσίβλητου, Ν.

Σ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η αξιοπιστία του οποίου κρίνεται ανάλογα και με την συγγενική σχέση που τον συνδέει με τον τελευταίο, καθόσον είναι γιος του. Ειδικότερα, ο παραπάνω μάρτυρας, εξεταζόμενος ενόρκως κατά την συνεδρίαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την 5/12/2013, κατέθεσε ότι τα έγγραφα είχαν παραδοθεί στον ενάγοντα - εκκαλούντα πριν από το Σεπτέμβριο του 2004 προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην διαδικασία ηλεκτροδότησης της οικοδομής.

Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως, από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο, με ημερομηνία 15/9/2004 συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για οικιακή χρήση, αποδεικνύεται ότι πράγματι η κατοικία του ενάγοντος ηλεκτροδοτήθηκε κατά την παραπάνω ημερομηνία. Περαιτέρω, η παραπάνω εξώδικη δήλωση επιδόθηκε στον εναγόμενο - εφεσίβλητο και στον υιό του στις 10/12/2004 και ακολούθως, αυτοί, στις 8/3/2005, επέδωσαν στον ενάγοντα - εκκαλούντα....

την από 21/2/2005 έγγραφη εξώδικη απάντησή τους, δυνάμει της οποίας, ο μεν εναγόμενος - εφεσίβλητος συνομολογούσε ότι διαμεσολάβησε για λογαριασμό του ενάγοντα - εκκαλούντα στην εύρεση και αγορά του οικοπέδου επί του οποίου κτίστηκε η εξοχική κατοικία αυτού... ότι εν συνεχεία ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβεί, για λογαριασμό αυτού, στην εύρεση των εργοληπτικών συνεργείων για την ανέγερση εξοχικής κατοικίας στο παραπάνω ακίνητο, στην διαπραγμάτευση για την λήψη των οικονομικότερων προσφορών και στην πληρωμή των απασχολούμενων και των προμηθευτών, καθώς και ότι, για την παραπάνω αιτία, ο ενάγων - εκκαλών του είχε καταβάλει συνολικά το ποσό των 213.624 ευρώ, κατά την τελευταία διετία, ο δε υιός του, αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στην ανωτέρω συμφωνία και ισχυριζόταν ότι, τον Σεπτέμβριο του 2004, είχε δανειοδοτήσει τον ενάγοντα - εκκαλούντα με ποσό 28.000 ευρώ προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποπεράτωση των εργασιών της διαμόρφωσης του εξωτερικού χώρου της παραπάνω εξοχικής κατοικίας του.

Προσέτι, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, στην παραπάνω εξώδικη απάντησή του, ισχυρίστηκε ότι ενημέρωνε τον ενάγοντα - εκκαλούντα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εκτέλεσης του έργου, για κάθε επιμέρους αναγκαία εργασία και την αντίστοιχη απαιτούμενη δαπάνη, ότι ο ενάγων - εκκαλών έδινε την τελική έγκριση για την επιλογή των εργοληπτικών συνεργείων και τον τρόπο και το είδος των εκτελεσθέντων εργασιών, καθώς και ότι το ποσό των 74.286,43 ευρώ, που συνιστούσε το άθροισμα των επιμέρους ποσών των νόμιμων παραστατικών που είχε παραδώσει στον ενάγοντα - εκκαλούντα τον Αύγουστο του 2004, αντιστοιχούσε στο Ελάχιστο Κόστος Οικοδομής και όχι στην πραγματική συνολική αξία της κατασκευής που -έως τότε- είχε πραγματοποιηθεί και το εμβαδόν της οποίας υπερέβαινε τα 320 τ.μ., κατ' απαίτηση του τελευταίου για έκδοση παραστατικών (τιμολογίων, δελτίων αποστολής κ.λπ) στα οποία δεν θα συμπεριλαμβάνεται ολόκληρο το πραγματικό κόστος των υλικών και υπηρεσιών προκειμένου αυτός να μην επιβαρυνθεί με το αντίστοιχο Φ.Π.Α......Περαιτέρω, ακολούθησαν οι από 4/4/2005 και 22/4/2005 εξώδικες απαντήσεις του ενάγοντος - εκκαλούντος, που επιδόθηκαν η μεν πρώτη στον εναγόμενο- εφεσίβλητο στις 5/4/2005 ...., η δε δεύτερη στον τελευταίο και στον υιό του Ν., στις 26/4/2005...., με τις οποίες αυτός αμφισβητούσε την χρήστη διαχείριση των χρημάτων που είχε αποστείλει στον εναγόμενο - εφεσίβλητο, ιδίως όσον αφορά την ασφάλιση και την πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών στο I.ΚΑ των εργαζομένων για την ανέγερση της εξοχικής κατοικίας του, αρνήθηκε ότι κατέβαλε σε αυτόν μόνο το ποσό των 213.624 ευρώ καθώς και ότι ο ίδιος επέλεγε τα εργοληπτικά συνεργεία και ενέκρινε τις οικονομικές προσφορές και τις εκτελεσθείσες εργασίες και τέλος, ισχυριζόταν ότι το ποσό των 28.000 ευρώ που καταβλήθηκε από τον υιό του εναγομένου - εφεσίβλητου αποτελούσε ενέργεια που εντάσσοταν στα πλαίσια της ευρύτερης εντολής που του είχε δοθεί Στις παραπάνω εξώδικες απαντήσεις του, ο ενάγων - εκκαλών ουδένα ισχυρισμό προβάλει που να καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου - εφεσίβλητου ότι τα παραδοθέντα από αυτόν νόμιμα παραστατικά των δαπανών ανέγερσης της οικοδομής, εκ ποσού 74.286,43 ευρώ, αντιστοιχούσαν στο Ελάχιστο Κόστος Οικοδομής, χωρίς, ωστόσο, να προβαίνει σε συνομολόγηση του ισχυρισμού αυτού.

Από την ένορκη κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα του εναγομένου - εφεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε συνδυασμό και με τις λοιπές αποδείξεις και ιδίως τις -μη αμφισβητούμενες ως προς την γνησιότητά τους- φωτογραφίες των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων της αποπερατωμένης εξοχικής οικίας του ενάγοντος - εκκαλούντος, ως και τις εκτυπώσεις των αναρτημένων στο διαδίκτυο, σε ιστοσελίδα μεσιτικού γραφείου, αγγελιών πώλησης του ακινήτου, με ημερομηνίες εκτύπωσης 16/11/2015 και 30/9/2016, τις οποίες προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, καθώς και από την από 10/1/2006 εκτίμηση του κόστους κατασκευής του μηχανικού Δ.

Ν.Ζ., την οποία ο ίδιος ο ενάγων - εκκαλών προσκομίζει μετ' επικλήσεως, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, αποδεικνύεται ότι το κόστος κατασκευής του κυρίου χώρου της εξοχικής κατοικίας του ενάγοντος - εκκαλούντος ανήλθε, κατά το έτος κατασκευής της, ήτοι το 2003, σε ποσό που υπερβαίνει οπωσδήποτε το συνολικό ποσό των 233.625 ευρώ που ο ενάγων - εκκαλών κατέβαλε στον εναγόμενο - εφεσίβλητο από τις 28/5/2002 έως τις 26/8/2004.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την εκτίμηση του μηχανικού Δ. Ν. Ζ., υπεύθυνου της οικοδομής, κατά τη σχετική δήλωση του ιδιοκτήτη στην υπ'αρ. ...2002 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Ιστιαίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Εύβοιας που εκδόθηκε γι' αυτήν, το κόστος κατασκευής του κυρίου χώρου της οικοδομής ανερχόταν στο ποσό των 750 ευρώ περίπου ανά τετραγωνικό μέτρο κατά το χρόνο κατασκευής του κτιρίου (2003) και έως το στάδιο των χρωματισμών χωρίς την κατασκευή των επίπλων κουζίνας και χωρίς την διαμόρφωση του ακάλυπτου χώρου (πισίνα, περιφράξεις, διαμορφώσεις κ.τ.λ].

Επίσης, από τις ανωτέρω φωτογραφίες της οικοδομής και τις αγγελίες πώλησης αυτής, προκύπτει ότι πρόκειται για πολυτελή κατοικία, εμβαδού 385 τ.μ, που διαθέτει πισίνα στον εξωτερικό χώρο και εκτείνεται σε τρία επίπεδα, περιλαμβάνει ισόγειο ένα μεγάλο σαλόνι με τζάκι, μία ανοιχτή κουζίνα και ένα υπνοδωμάτιο με πλήρες μπάνιο, στον όροφο τρία υπνοδωμάτια, το ένα με τζάκι και δύο λουτρά, ενώ το δεύτερο ισόγειο βγαίνει στην πισίνα και αποτελείται από έναν μεγάλο χώρο studio με τζάκι και kitchenette και ένα ακόμη υπνοδωμάτιο με το μπάνιο του.

Στις δε αγγελίες πώλησης αναγράφεται ως τιμή το ποσό των 350.000ευρώ στις 16/11/2015 και των 400.000 ευρώ, στις 30/9/2016. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το κόστος κατασκευής του κυρίου χώρου της οικοδομής κατά το έτος 2003 ανήλθε κατ ελάχιστον στο ποσό των (750 ευρώ Χ 385 τμ =) 288.750 ευρώ. Σημειώνεται ότι στις ανωτέρω αγγελίες αναγράφεται ως εμβαδό της εξοχικής κατοικίας 385 τ.μ ενώ κατά την παραπάνω οικοδομική άδεια αυτής η οικοδομήσιμη επιφάνεια ήταν συνολικά 349,49 τ.μ (155,93 Χ 2 + 37,63].

Εκ των παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη του και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ενόψει και της εκατέρωθεν, κατά τα ανωτέρω, συνομολόγησης των διαδίκων ότι η συνολική αξία των νόμιμων παραστατικών, που ο εναγόμενος- εφεσίβλητος παρέδωσε στον ενάγοντα - εκκαλούντα τον Αύγουστο του 2004, ανέρχονταν στο ποσό των 74.286,43 ευρώ, ότι αφενός μεν ο εναγόμενος - εφεσίβλητος εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να έχει στα χέρια του τα νόμιμα παραστατικά των δαπανών που διενήργησε για την ανέγερση της εξοχικής κατοικίας του αντιδίκου του, αφετέρου δε ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο ελάχιστο κόστος κατασκευής οικοδομής.

Η δε έκδοση παραστατικών αντίστοιχης αξίας με το ελάχιστο κόστος κατασκευής οικοδομής έγινε κατ' απαίτηση του ιδιοκτήτη, σε συνεννόηση αυτού με τους εργάτες και τεχνίτες που εργάστηκαν στην οικοδομή του, όπως τούτο συνάγεται εκ της κοινής πείρας και λογικής, σε συνδυασμό και με την μαρτυρική κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα του εναγομένου - εφεσίβλητου, καθόσον τούτο ήταν επωφελές για αμφότερες τις πλευρές, αφού ο μεν ιδιοκτήτης δεν επιβαρύνθηκε με το πραγματικό πόσο φόρου προστιθέμενης αξίας οι δε εργάτες και τεχνίτες εμφάνιζαν μικρότερα των πραγματικών εισοδήματα με αντίστοιχη μικρότερη φορολογική επιβάρυνση.

Ακολούθως, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου - εφεσίβλητου κρίνεται βάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, μετά την ανταλλαγή των παραπάνω εξωδίκων, ο ενάγων-εκκαλών άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, σε βάρος του εναγομένου - εφεσίβλητου την από 27/7/2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 396/2005 αγωγή του για παροχή λογοδοσίας και καταβολή του εξ αυτής προκύψαντος καταλοίπου.

Ειδικότερα, ο ενάγων - εκκαλών προβαίνει στον υπολογισμό του..καταλοίπου, εκκινώντας από το ότι, εκ του συνόλου των δαπανών του λογαριασμού, συνολικού ύψους διακοσίων δέκα τριών χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα επτά ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (213.947,51), αποδέχεται ως πραγματικές και αναγκαίες δαπάνες, για την εκτέλεση της ανωτέρω εντολής του, μόνον όσες αναγράφονται στα επισυναφθέντα παραστατικά που έχουν συνταχθεί κατά τον τύπο του νόμου, ήτοι μόνον όσες δαπάνες αναγράφονται και δικαιολογούνται σε θεωρημένα παραστατικά του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και συγκεκριμένα, σε δελτία αποστολής, τιμολόγια πώλησης ή παροχής υπηρεσιών και αποδείξεις λιανικής πώλησης ή παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 84.062,46 ευρώ, μη αποδεχόμενος τις λοιπές δαπάνες για τις οποίες δεν προσκομίζονται τέτοια παραστατικά.

Στη συνέχεια, ο ενάγων - εκκαλών, υπολογίζει ότι οι μη περιλαμβανόμενες σε νόμιμα παραστατικά δαπάνες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 129.885,05 ευρώ, το οποίο θεωρεί ως το προκύπτον υπέρ αυτού αδιάθετο κατάλοιπο, από την διαχείριση των χρημάτων που απέστειλε στον εναγόμενο - εφεσίβλητο, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και ζητεί να του καταβληθεί Με τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού, ο ενάγων εκκαλών αποδέχεται ότι το ποσό που διαχειρίστηκε ο εναγόμενος - εφεσίβλητος ανέρχεται πράγματι στο ποσό των δαπανών του λογαριασμού που ο τελευταίος κατέθεσε, δηλαδή σε 213.947,51 ευρώ κι όχι ο' εκείνο των 233.624 ευρώ, το οποίο αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε, οπωσδήποτε δε όχι στο ποσό των 237.624 ευρώ όπως ο ενάγων- εκκαλών αρχικά ισχυρίστηκε με την αγωγή του.

Ωστόσο, επειδή, όπως προεκτέθηκε, αποδεικνύεται κατάθεση - είσπραξη ποσού 233.624 ευρώ, το μόνο λογικά αποδεκτό συμπέρασμα, εξαγόμενο εκ των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, είναι ότι μέρος εκ του ποσού των 25.000 ευρώ που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα - εκκαλούντα στον εναγόμενο- εφεσίβλητο στις 28/5/2002, διατέθηκε από τον τελευταίο για τα έξοδα αγοράς του οικοπέδου επί του οποίου κτίστηκε η εξοχική κατοικία οικοδομή.

Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από το υπ'αρ. .../23-5-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ιστιαίας Ε. Μ. - Κ., το αγροτεμάχιο επί του οποίου ανεγέρθηκε η οικοδομή αγοράστηκε έναντι τιμήματος 19.955,98 ευρώ, ποσό το οποίο, στρογγυλοποιημένο (20.000) και αφαιρούμενο από εκείνο που αποδεικνύεται ως συνολικά κατατεθέν, ήτοι 233.624 ευρώ, δίνει υπόλοιπο ποσού (233.624 - 20.000 =) 213.624 ευρώ.

Τούτο, άλλωστε, συνομολογείται και από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο με την από 1/12/2008 προσθήκη των έγγραφων προτάσεων που νομότυπα κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, στην υπ'αρ. ... από 20/5/2002 αίτηση έκδοσης εντολής πίστωσης ποσού 25.000 ευρώ της Ε.τ.Ε, δυνάμει της οποίας ο ενάγων - εκκαλών κατέβαλε και αντιστοίχως, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος εισέπραξε, 25.000 ευρώ, αναγράφεται ως αιτία η αγορά οικοπέδου.

Εξάλλου, εφόσον ο ενάγων - εκκαλών εκ του ποσού των δαπανών του επίδικου λογαριασμού, ύψους 213.947,51 ευρώ, δεν αμφισβητεί το ποσό 84.062,46 ευρώ που αντιστοιχεί στα νόμιμα παραστατικά που συνάπτονται στον λογαριασμό, το Δικαστήριο κρίνει, σε συνδυασμό με την γενικότερη άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών του, ότι συνάγεται ομολογία περί του ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε δαπάνες που ήταν αναγκαίες και δικαιολογημένες για την ανέγερση της εξοχικής κατοικίας του.

Περαιτέρω, αναφορικά με το αμφισβητούμενο από τον ενάγοντα - εκκαλούντα ποσό των 129.885,05 ευρώ, το επιχείρημα που αυτός προβάλει, για να επιστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι το ποσό αυτό δεν διατέθηκε για δαπάνες ανέγερσης της εξοχικής κατοικίας του, είναι ότι δεν προσκομίζονται νόμιμα παραστατικά που να το δικαιολογούν.

Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί βάσιμα να επιστηρίξει την αμφισβήτηση του παραπάνω ποσού από τον ενάγοντα - εκκαλούντα και συνακόλουθα, τον ισχυρισμό του ότι τούτο δεν διατέθηκε για αναγκαίες και δικαιολογημένες δαπάνες ανέγερσης της εξοχικής κατοικίας του, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί παραπάνω στο σκεπτικό.

Ειδικότερα, η ανυπαρξία νόμιμων παραστατικών και η αδυναμία του εναγομένου - εφεσίβλητου να προσκομίσει τέτοια παραστατικά, αποδείχθηκε ότι οφείλεται αφενός μεν στο ότι όλα τα νόμιμα παραστατικά που εκδόθηκαν για τις δαπάνες της κατασκευής της οικοδομής παραδόθηκαν στον ενάγοντα - εκκαλούντα τον Αύγουστο του 2004, αφετέρου στο ότι εκδόθηκαν τόσα νόμιμα παραστατικά όσα ήταν αναγκαία για την κάλυψη του ελάχιστου κόστους της κατασκευής, κατά τα διαλαμβανόμενα αναλυτικά παραπάνω στο σκεπτικό.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η εξοχική κατοικία είχε, ήδη από τον Αύγουστο του 2004, αποπερατωθεί κατά το κύριο κτίριο και στο εσωτερικό της και κατά ένα μεγάλο μέρος του εξωτερικού χώρου της, όπως τούτο το τελευταίο προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντα- εκκαλούντα οι οποίοι διαλαμβάνονται στην από 7/12/2002 εξώδικη δήλωσή του προς τον εναγόμενο - εφεσίβλητο, τους οποίους ο τελευταίος δεν έχει αμφισβητήσει, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το κόστος κατασκευής της ανήλθε μόλις σε ποσό 84.062,46 ευρώ, καθόσον τούτο αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική.

Ειδικότερα, όπως ήδη αναπτύχθηκε παραπάνω στο σκεπτικό, η συνολική επιφάνεια που τελικά δομήθηκε ανέρχεται σε εμβαδό 385 τμ κι όχι 349,49 τμ, ως στην οικοδομική άδεια αναγράφηκε, πρόκειται για μία σύγχρονη, πολυτελή κατοικία, εκτεινόμενη σε τρία επίπεδα, με πισίνα και περίφραξη, της οποίας η κατασκευή ανερχόταν σε 750 ευρώ το τρέχον τμ κατά τον χρόνο κατασκευής του κτιρίου (2003) και έως το στάδιο των χρωματισμών χωρίς την κατασκευή των επίπλων κουζίνας και την διαμόρφωση του εξωτερικού ακάλυπτου χώρου (πισίνα, περίφραξη διαμορφώσεις κλπ).

Επισημαίνεται ότι, ο ενάγων - εκκαλών δεν ισχυρίζεται ότι η κατοικία δεν ανεγέρθηκε ή ότι παραδόθηκε ημιτελής, αρκούμενος σε ασαφείς και αόριστες αναφορές, αρχικά με την από 7/12/2004 εξώδικη δήλωσή του και στη συνέχεια με την αγωγή του, ότι τον Αύγουστο του 2004 καθυστερούσαν οι εργασίες διαμόρφωσης του εξωτερικού χώρου της οικοδομής (τζάκια, πισίνα, περίφραξη), χωρίς, ωστόσο, να επιχειρηματολογεί επ' αυτών και χωρίς να τις συνδέει με την αιτούμενη λογοδοσία, προβάλλοντας ισχυρισμό ότι αμφισβητεί τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού διότι δεν του παραδόθηκε αποπερατωμένος ο εξωτερικός χώρος της οικοδομής.

Σε κάθε περίπτωση, εκ του κατατεθέντος από 1/7/2009 λογαριασμού προκύπτει ότι το ποσό των 129.885,05 ευρώ που ο ενάγων - εκκαλών αμφισβητεί δαπανήθηκε πράγματι από τον εναγόμενο- εφεσίβλητο σε εργασίες αναγκαίες για την ανέγερση της εξοχικής κατοικίας του πρώτου και δικαιολογημένες, κατ' είδος και έκταση, από αυτήν την ίδια τη φύση του έργου.

Στη συνέχεια το Εφετείο παραθέτει πλήρη πίνακα των επιμέρους εργασιών και τα ποσά της αντίστοιχης δαπάνης, τα οποία και θεωρεί δικαιολογημένα λόγω της φύσεως του έργου. Και στη συνέχεια αναφέρει: "Το άθροισμα όλων των παραπάνω δαπανών, η αναγκαιότητα των οποίων δικαιολογείται, επιπροσθέτως, ως εκ του είδους και της φύσεως της εντολής, που ήταν η ανέγερση εξοχικής κατοικίας, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (8.860,93 + 270 + 8.260 + 18 + 778,80 + 8.200 + 7.897,41 + 44.870 + 1.080 + 12.500 + 360 + 12.250 + 180 + 22.792,91 + 450 + 8.100 + 756 + 2.000 + 207 + 14.515,70 + 601,20 + 6.031,70 + 15.500 _ 2.256,30 + 2.743 + 85,50 + 20 + 440 + 648 + 1.259,26 + 15.631,69 + 3.000 + 5.955 + 180 + 1500 + 428 + 567 + 1.328,38 + 671,73 + 504 + 250 =) 213.947,51 ευρώ πλέον ποσού 20.000 ευρώ που διατέθηκε για την αγορά του αγροτεμαχίου επί του οποίου ανεγέρθηκε η οικοδομή και συνεπώς, σύμφωνα με τον από 1/7/2009 λογαριασμό διαχείρισης, εφόσον οι συνολικές εισπράξεις ανέρχονταν στο ποσό των 213.624 ευρώ, δεν προκύπτει κατάλοιπο υπέρ του ενάγοντος - εκκαλούντος.

Επιπροσθέτως, ο λογαριασμός πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και δη των διατάξεων των άρθρων 303,474 και 475 παρ. 1 του ΚΠολΔικ και τούτο διότι, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, έχοντας την διαχείριση του συνολικού ποσού των 233. 624 ευρώ, που ο ενάγων - εκκαλών του κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 20/5/2002 έως 26/8/2004 και ως εκ τούτου την γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εφόσον η διαχείριση αυτή συνεπαγόταν εισπράξεις και δαπάνες, α) ανακοίνωσε στον δεξίλογο, ενάγοντα - εκκαλούντα λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις που ενήργησε κατά τον μήνα Μαϊο 2002 έως τον Δεκέμβριο 2004, όπως το χρονικό αυτό διάστημα της λογοδοσίας ορίστηκε από την υπ'αρ. 68/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία αναγνωρίστηκε η σχετική υποχρέωση του εναγομένου - εφεσίβλητου και υποχρέωσε αυτόν σε λογοδοσία, αφορώσες το ποσό των 213.624 ευρώ, πλέον του ποσού των 20.000 ευρώ που διατέθηκε για την αγορά του αγροτεμαχίου επί του οποίου ανεγέρθηκε η εξοχική κατοικία του δεξίλογου - ενάγοντος - εκκαλούντος, β) στον λογαριασμό αυτό αναγράφονται τα έσοδα και έξοδα που έγιναν κατά τον ανωτέρω χρόνο διαχείρισης, με όση λεπτομέρεια και σαφήνεια ήταν δυνατή, ενόψει της αντικειμενικής αδυναμίας του εναγομένου - εφεσίβλητου να αναφερθεί στις επιμέρους εργασίες και δαπάνες με παράθεση των αντίστοιχων δικαιολογητικών εγγράφων, λόγω της κατοχής των νόμιμων παραστατικών από τον ενάγοντα - εκκαλούντα, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, γ) στο λογαριασμό αναγράφεται το συμπέρασμα ότι εκ της αντιπαράθεσης των δύο σκελών των εξόδων και εσόδων δεν προκύπτει κατάλοιπο και δ) ο εναγόμενος - εφεσίβλητος επισύναψε τα σχετικά δικαιολογητικά και συγκεκριμένα, όσα αυτός κατείχε, ενώ για όσες δαπάνες δεν διέθετε νόμιμα παραστατικά, επειδή τα είχε παραδώσει στον ενάγοντα - εκκαλούντα, κατά τα ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας διαλαμβανόμενα, επισύναψε βεβαιώσεις είσπραξης των απασχολούμενων στην οικοδομή ατόμων.

Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 303 εδαφ. β' του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ο τύπος της λογοδοσίας, αναφέρει ότι λογαριασμός πρέπει να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, χωρίς, ωστόσο, να ορίζει ότι τα έσοδα και έξοδα πρέπει να παρατίθενται σε στήλες, υπό μορφή λογιστικής καρτέλας λογαριασμού.

Εκ τούτου παρέπεται ότι η αντιπαράθεση, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, σύμφωνα και με τον σκοπό της, μπορεί να επιτευχθεί και με περιφραστική περιγραφή των εσόδων και εξόδων, αρκεί αυτή να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να δίνεται μία πλήρης ,και κατανοητή εικόνα της, διαχείρισης του δοσίλογου και να προκύπτει η αναγκαιότητα των δαπανών.

Εξάλλου, στην ίδια παραπάνω διάταξη ορίζεται ότι ο δοσίλογος πρέπει να επισυνάπτει και τα δικαιολογητικά εφόσον συνηθίζονται. Εκ της διατυπώσεως αυτής προκύπτει ότι, αναλόγως της σχέσης από την οποία απορρέει η υποχρέωση προς λογοδοσία, είναι δυνατό στον σχετικό λογαριασμό να μην επισυνάπτονται δικαιολογητικά, ενώ δεν ορίζεται το είδος και ο τύπος των τυχόν επισυναφθέντων δικαιολογητικών" Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την από 12-11-2015 έφεση του αναιρεσείοντος και επεκύρωσε την 129/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας) Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την από 27-7-2005 αγωγή αυτού κατά του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος σε λογοδοσία για την κατ'εντολή διαχείρισή της υπόθεσής του και σε καταβολή του τυχόν προκύπτοντος καταλοίπου με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της εντολής, ήτοι από 10-12-2004.

Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή στον κατατεθέντα από 1-7-2009 από τον αναιρεσίβλητο επίδικο λογαριασμό αναγράφονται τα έσοδα και τα έξοδα που έγιναν καθόλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης της υπόθεσης του αναίρεσείοντος εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, με όση δυνατή λεπτομέρεια και σαφήνεια ήταν στην συγκεκριμένη περίπτωση δυνατή, με αποτέλεσμα να υφίσταται η απαιτούμενη για την πλήρη και κατανοητή εικόνα της διαχείρισης των χρημάτων του εντολέα αναιρεσείοντα αντιπαράθεση αυτών ,ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν υφίσταται η τυπική μορφή της αντιπαράθεσης, με την έννοια της λογιστικής καρτέλας λογαριασμού, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 303ΑΚ.Επομένως,ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο, κατά τις υπό στοιχεία α και β αιτιάσεις του ο αναιρεσείων, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα} είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο, με τις με αριθμούς 1, 2 και 3 και 4 αιτιάσεις του, μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή της αυτής διάταξης, διότι δέχθηκε εσφαλμένα, ότι, αντίστοιχα, 1) "οι δαπάνες του λογαριασμού είναι δικαιολογημένες, κατ'είδος και έκταση από αυτή τη φύση του έργου", 2)"ο εφεσίβλητος, δεν μπορούσε να αναφερθεί στις επί μέρους εργασίες και δαπάνες με παράθεση των αντίστοιχων δικαιολογητικών εγγράφων λόγω της κατοχής των νόμιμων παραστατικών από τον εκκαλούντα", 3)"δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το κόστος κατασκευής ανήλθε μόλις σε ποσό 84.062,46 ευρω, καθόσον τούτο αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική" και 4 "ο λογαριασμός είναι πολύ χαμηλότερος ως προς το ύψος των δαπανών από αυτές που προκύπτουν από την εκτίμηση του πολιτικού μηχανικού ..., σε συνδυασμό με την τιμή πώλησης της οικοδομής, και με το γεγονός ότι πρόκειται για μία σύγχρονη πολυτελή κατοικία",είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, με τις ανωτέρω αιτιάσεις του και με επίφαση την αναιρετική από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την ουσία κρίση του Εφετείου. Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι σαφές, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνα ,κατά τρόπο που καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής.

Επομένως, ο έβδομος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ,περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ'επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, ο αναιρεσείων μέμφεται την απόφαση για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, επειδή:

α) δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν διέθετε νόμιμα παραστατικά διότι τα είχε παραδώσει στον αναιρεσείοντα, β) αιτιολόγησε την αναγκαιότητα των δαπανών λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό κόστος της οικοδομής και γ) διαμόρφωσε το σκεπτικό της (κατά τον αναιρεσείοντα) από την μαρτυρία του υιού του αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλούμενος την από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια επιχειρεί και πάλι να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Εξάλλου και τα κατ'ιδίαν κονδύλια του επίδικου λογαριασμού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτού (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είναι ορισμένα, έφοσον περιέχουν ως προς τις προπεριγραφεισες δαπάνες, επαρκή περιγραφή, ενόψει και των περιστάσεων υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η κατ'εντολή του αναιρεσείοντος διαχείριση, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, κατά τρόπο που καθιστούν εφικτή τόσο την άμυνα και τον έλεγχο τους από τον αναιρεσείοντα, όσο και την ουσιαστική διερεύνησή τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Για το ορισμένο αυτών δε, δεν απαιτείτο να αναγράφεται στον λογαριασμό οι συμφωνηθείσες αμοιβές, οι οικονομικές προσφορές των συνεργείων και άλλα στοιχεία διαμόρφωσης του ύψους των δαπανών, τα οποία να δικαιολογούν την αναγκαιότητά τους. Ειδικότερα, τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία της καθοριζόμενης από το άρθρο 303ΑΚ και αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, τυπικής μορφής του λογαριασμού, αλλά ελέγχονται στο στάδιο της ουσιαστικής διερεύνησης της ορθότητας αυτού.

Επομένως, ορθά έκρινε το Εφετείο και δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και λόγω έλλειψης και των στοιχείων αυτών από τα κονδύλια του επίδικου λογαριασμού, απορρίπτοντας (σιγή) τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος. Κατ'ακολουθίαν είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ.14 (και όχι και αριθμ.8) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του v. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.

για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει, προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 104/2014).

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με το κόστος της οικοδομής και τις δαπάνες που ο αναιρεσίβλητος διενήργησε για την ανέγερσή της, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, την ανωμοτί κατάθεση του αναιρεσείοντος, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη το ύψος του κόστους της οικοδομής και αυτό των δαπανών που ο αναιρεσίβλητος διενήργησε προς ανέγερση αυτής , ο δε αντίθετος τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση του ίδιου λόγου για την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11α, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ κατ'αυτή του άρθρου 559αριθμ.12ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, υπό στοιχείο Α, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11α και 12 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη την από10-1-2006 εκτίμηση του κόστους κατασκευής της οικοδομής του πολιτικού μηχανικού ..., την οποία προσεκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος, με τις αιτιάσεις αφενός μεν, ότι είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού ισοδυναμεί με πραγματογνωμοσύνη χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 368 παρ.2 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, ενώ δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην συγκεκριμένη δίκη, αφετέρου δε, ότι της προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη. 0 ανωτέρω λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος, εφόσον το ανωτέρω αποδεικτικό έγγραφο επιτρεπτώς λαμβάνεται κατ'άρθρο 390 ΚΠολΔ υπόψη, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν του προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπει ο νόμος, αλλά το εκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα υπόλοιπα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη too όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ'άρθρο 561παρ.1ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ650/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο υπό στοιχείο Β λόγο της κρινόμενης αίτησης του, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γ' ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα με το οποίο δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα του επίδικου λογαριασμού, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου, ήτοι: 1) τον πίνακα δαπανών που ο αναιρεσίβλητος του απέστειλε στις 22-9- 2004, 2)την από 5-2-2004 "συγκεντρωτική επιμέτρηση επιχρισμάτων οικοδομής" του πολιτικού μηχανικού Δ.Ζ., 3)τα ιδιόχειρα σημειώματα δαπανών του αναιρεσίβλητου, 4)το ιδιόχειρο σημείωμα για την δαπάνη της πισίνας 5)την από 21-2-2005 εξώδικη απάντηση-δήλωση του αναιρεσίβλητου, 6)την Αναλυτική Περιοδική Δήλωση Οικοδομοτεχνικού Εργου, 7)το χειρόγραφο σημείωμα που ο αναιρεσίβλητος του απέστειλε στις 3-9-2004,8)τα είκοσι νόμιμα παραστατικά δαπανών για την ανέγερση της οικοδομής και 9)τα δελτία απόστολής/τιμολόγια της "Ενωσης Εταιρειών ΕΠΕ". 0 ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω, για τα περισσότερα από τα οποία, και συγκεκριμένα για τα με αριθμούς 1, 2, 3, 5, 6, 8 και 9 κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση.

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 352 του ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι μόνο εκείνη που γίνεται από τον διάδικο προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 845/2017, 115/2007, ΑΠ 852/2006). Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος(ΑΠ 188/2017) .

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στην δικαστική ομολογία του αντιδίκου του την προβλεπόμενη από το άρθρο 352 του ίδιου Κώδικα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, υπό τις προϋποθέσεις ότι την είχε επικαλεσθεί νομίμως, ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου(πράγμα που πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο για το παραδεκτό αυτού) και ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 650/2008, 324/2008, 325/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσειων, με τον πέμπτο λόγο της κρινομένης αίτησης του, υπό στοιχείο Α, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ, ότι δεν έδωσε αυξημένη δύναμη στις ακόλουθες δικαστικές ομολογίες: 1) την περιεχόμενη στις από 1-12-2008 προτάσεις του αναιρεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες "αναφορικά με τον πίνακα δαπανών που ....απέστειλα στις 22-9-2004,ση μειώνω προς το Δικαστήριο σας ότι, όντως η κατάσταση αυτή συντάχθηκε πρόχειρα προκειμένου να έχει ο αντίδικος μια εικόνα για το πού κατεβλήθησαν τα χρήματα που είχε καταθέσει στον λογαριασμό μου, πιθανόν δε είναι και κάποια δαπάνη να μην έχει συμπεριληφθεί στον πίνακα αυτό.

Ο πίνακας αυτό ανέφερε σύνολο καταβληθέντων ποσών 211.051 ευρώ (υπενθυμίζω ότι κατατέθηκαν 213.624 ευρώ και εστάλη προς τον αντίδικο με επιφύλαξη εκ μέρους μου...",από το περιεχόμενο των οποίων ο αναιρεσίβλητος, (κατά τον αναίρεσείοντα),ομολόγησε δικαστικά ότι ο αντίδικος και ο υιός του δεν εργάστηκαν στην ανέγερση της οικοδομής, ότι γνώριζε τα στοιχεία του κόστους των επί μέρους εργασιών, ότι δεν δόθηκαν χρήματα στον Ν.

Π. και ότι το ύψος των χρημάτων που είχε καταβάλει μέχρι την 22-9-2004 ανέρχοταν στο ποσό των 211.051 ευρώ, 2)την περιεχόμενη στον από 1-7-2009 κατατεθέντα λογαριασμό ομολογία του αναιρεσίβλητου ότι το ύψος των δαπανών ανερχόταν σε 231.047,51 ευρώ,3)την περιεχόμενη στις από 4-1-2016 ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσίβλητου ομολογία ότι μέχρι το τέλος της εντολής εκδόθηκαν είκοσι νόμιμα παραστατικά δαπανών τα οποία αφορούσαν στην ανέγερση της οικοδομής του και 4)τις προκύπτουσες από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του υιού του αναιρεσιβλήτου Ν.

Σ., ομολογίες. Ο ανωτέρω λόγος: Α)κατάτην υπ'αριθμ.1 αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι από το περιεχόμενο των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει η θεωρούμενη από τον αναιρεσείοντα ως συναγόμενη απ'αυτό ομολογία, ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί και την ύπαρξη τέτοιας ομολογίας του αντιδίκου του ενώπιον του Εφετείου, εφόσον, όπως και ο ίδιος εκθέτει στο αναιρετήριο, με την προσθήκη και αντίκρουση των ενώπιον αυτού (Εφετείου) προτάσεών του επικαλέσθηκε ύπαρξη ομολογίας του αντιδίκου του όχι όμως δικαστική, ήτοι προκύπτουσα από το περιεχόμενο των προτάσεών του, αλλά από το περιεχόμενο του πρόχειρου λογαριασμού που ο τελευταίος του απέστειλε και πάλι σε σχέση με την αοριστία των κονδυλίων αυτού, Β)κατά την υπ'αριθμ.2 αιτίαση, είναι προεχόντως απαράδεκτος,εφόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι είχε προβάλει τη ύπαρξη σχετικής ομολογίας στο Εφετείο, πέραν του ότι είναι και αβάσιμος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αντίθετη με αυτή παραδοχή, Γ)κατά την υπ'αριθμ.3 αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεν κατέληξε σε διαφορετικό από αυτή αποδεικτικό πόρισμα και Δ)κατά την υπ'αριθμ.4 αιτίαση είναι απαράδεκτος, εφόσον η μαρτυρία του υιού του αναιρεσιβλήτου, δεν συνιστά δικαστική ομολογία του τελευταίου.

Κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης αυτοαποδείξεως μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από τον συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιον του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταποδείξεως, χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης αυτών (ΑΠ 435/2016, 883/2013).

Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, υπό στοιχείο Β, ο αναιρεσείων, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.12ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν προσέδωσε στο δημόσιο έγγραφο που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ,ήτοι στο έγγραφο του ΙΚΑ με τίτλο "Αναλυτική Περιοδική Δήλωση Οικοδομοτεχνικού Εργου", αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα δηλούμενα σε αυτό χρονικά διαστήματα εργασίας στην ανέγερση της οικοδομής του υιού του αναιρεσιβλήτου και την μη δήλωση εργασίας του τελευταίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον το υπογεγραμμένο από τον αρμόδιο υπάλληλο του ΙΚΑ επίμαχο έγγραφο, δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο με πλήρη απόδειξη κατά την έννοια του άρθρου 440 ΚΠολΔ, πολύ δε περισσότερο του άρθρου 438 ΚΠολΔ, ως προς τα αναφερόμενα στα εν λόγω έγγραφα ως δηλωθέντα πραγματικά περιστατικά, εφόσον ο υπογράφων αυτό αρμόδιος υπάλληλος δεν είναι συντάκτης αυτών ,ούτε έγιναν ενώπιον του και παράλληλα δεν όφειλε να διαπιστώσει την αλήθειά τους, αλλά αξιολογούνται με βάση την καθιερούμενη από το άρθρο 340 ΚΠολΔ γενική αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 5 ν.2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π.575/2015, 485/2010).Στην προκειμένη περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται η παραδοχή, "σημειώνεται, ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) δεν προσκομίζει την υπ'αρ. ...6-9-2004 βεβαίωση της ΔΟΥ την οποία επικαλέστηκε στην από 7/12/2004 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση που απέστειλε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), εκ της οποίας θα μπορούσε να διαπιστωθεί πόσα, τι είδους και αξίας παραστατικά κατατέθηκαν.

Και ναι μεν, επί λογοδοσίας, το βάρος απόδειξης των δαπανών-εξόδων φέρει ο δοσίλογος, εν προκειμένω δηλαδή ο εναγόμενος ,πλην όμως ο ενάγων ευχερώς θα μπορούσε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του προσκομίζοντας την ανωτέρω βεβαίωση." Επομένως, το Εφετείο, με την επισήμανση, ότι ο αναιρεσείων θα μπορούσε να ανταποδείξει τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του που είχε το βάρος της απόδειξής τους, δεν παρεβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης αυτών το οποίο ρητά δέχθηκε και από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έφερε ο αναιρεσίβλητος.

Ούτε και προκύπτει τέτοια παράβαση, από τη λήψη υπόψη από το Εφετείο, για την εκτίμηση του ύψους των δαπανών, της κατάθεσης του μάρτυρος του αναιρεσίβλητου, της εκτίμησης του πολιτικού μηχανικού Δ.Ζ. και των φωτογραφιών της οικοδομής. Επομένως, ο έκτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.13 ΚΠολΔ,είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναίρεσε ίων, με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.20, μέμφεται το Εφετείο, ότι παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-4-2005 εξώδικης δήλωσης-απάντησης που ο ίδιος απέστειλε στον αναιρεσίβλητο, δεχόμενο ότι από το περιεχόμενο της προκύπτει εξώδικη ομολογία του ότι ο υιός του αντιδίκου του, Ν.

Σ., εργάσθηκε στην οικοδομή του ,ενώ από το περιεχόμενο της μπορούσε να συναχθεί ότι ο τελευταίος απλώς βοηθούσε τον πατέρα του αναιρεσίβλητο στην εκτέλεση της εντολής. Συγκεκριμένα, το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά τον αναιρεσείοντα παραμορφώθηκε, και το οποίο απευθυνόταν και προς τον Ν. Σ., έχει ως εξής: "Ως προς τον δεύτερο εξ υμών (Ν.Σ.), όντως δεν είχατε καμία σχέση με τον τόπο της κατασκευής, μέχρι τον Ιούνιο του 2004.

Εκτοτε ήσασταν συνεχώς στην οικοδομή, επισπεύδοντας τις αναγκαίες εργασίες, λαμβάνοντας προσφορές και γενικά ασχολούμενος πλήρως με την κανονική εκτέλεση της συμβάσεως εντολής σε αρμονική συνεργασία με τον πρώτο εξ υμών (αναιρεσίβλητο). Μέχρι τον Ιούνιο του 2004, η στενή συνεργασία με τον πατέρα σας γινόταν στη βάση ευρύτερης κατανομής έργου, περιορίζοντας τη συμβολή σας, όπως λέγατε στα χρηματοδοτικά της εντολής.

Στο πλαίσιο αυτό άλλωστε αναλάβατε να πληρώσετε τα απλήρωτα συνεργεία". 0 ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το έγνωσε σωστά, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2017 αίτηση και τους από 26 Οκτωβρίου 2017 πρόσθετους λόγους του Α. Π. για αναίρεση της 4/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ