1014/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1014/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2012 αίτησή της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1014 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1014/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α., χήρας Δ. Χ., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον δικηγόρο Αλέξανδρο Βαρνάβα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Ν., 2) Σ. Σ. του Χ., 3) Ν. - Δ. Σ. του Χ., 4) Ν. Σ. του Σ. και 5) Χ. Σ. του Σ., κατοίκων ....
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουρμπούλη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 10-9-2015, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...11-9-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Ά. Γ. του ... του Νομού Κεφαλληνίας και κληρονομήθηκε από τους: 1) Σ. Σ. του Χ. (ήδη 2ης αναιρεσίβλητης), 2) Ν. - Δ. Σ. του Χ. (ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου), 3) Ε. Ρ. του Δ., 4) Α. συζύγου Σ. Σ. και 5) Χ. Σ. του Ν., κατοίκων ..., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... δημόσια διαθήκη και το υπ’ αριθμ. .../8-12-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, λόγω ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου της. Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας Αλέξανδρος Βαρνάβας ζήτησε από το Δικαστήριο να κρατηθεί η υπόθεση, προκειμένου να μπορέσει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, Κ. Β., να μεταβεί στο ακροατήριο. Ο τελευταίος, με την άφιξή του στο ακροατήριο, ζήτησε εκ νέου την αναβολή της υπόθεσης λόγω ασθένειάς του. Για το δεύτερο αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε και το δεύτερο αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Β..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2012 του Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2012 αίτησή της.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 20-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 18-4-2012 αίτησης για αναίρεση της 97/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης(ΑΠ21/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ. Σ. απεβίωσε στις 10-9-2015 (με αριθμό πρωτ....11-9-2015 Απόσπασμα Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου του Ληξιαρχείου ... Κεφαλληνίας), ήτοι μετά στην άσκηση ,στις 18-4-2012 ,της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Με την .../12-2-2015 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ.
Τ., ο αποβιώσας είχε εγκαταστήσει κληρονόμους σε περιουσιακά του στοιχεία, στα οποία όμως δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, τους σ’ αυτή αναφερόμενους συγγενείς του(εγγονούς και τέκνα του),ενώ κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του στη λοιπή του περιουσία(αρθρ.1801ΑΚ) τα τέκνα του Σ. Ρ., Α. Σ. και Ν.-Δ.
Σ. (με αριθμό πρωτ..../8-12-2015 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Κεφαλληνίας, σε συνδυασμό με τα υπ’ αριθμ. ...3-2016 και ...3-2016 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου και της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας αντίστοιχα περί μη αποποίησης και μη αμφισβήτησης του κληρονομικού τους δικαιώματος), όπως και δεν αμφισβητείται.
Οι τελευταίοι, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα το θάνατο του προαναφερθέντος καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ της αναιρεσείουσας και των ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου η προκείμενη δίκη. Αντίθετα, είναι απαράδεκτη η δήλωση για συνέχιση της δίκης εκ μέρους και των από την προαναφερθείσα διαθήκη κληρονόμων του, Χ. Σ. του Ν. και Ε. Ρ. του Δ. (εγγονών του),εφόσον όπως και οι ίδιοι με τις προτάσεις τους εκθέτουν, το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην καταληφθείσα σ’ αυτούς με την διαθήκη του αποβιώσαντος, κληρονομία.
Η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν διώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή αφού, κατ’ άρθρο 247 ΑΚ, η παραγραφή αναφέρεται στις αξιώσεις. Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η αγωγή αυτή, τότε λείπει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, και για αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ369/2015).
Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 249, 251, 261 και 263 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται και εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΠ2155/2014).
Η εικοσαετής παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής ως αξίωσης που απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας αρχίζει από την συνιστώσα την προσβολή του δικαιώματος, με τη δημιουργία καταστάσεως που αντιτίθεται σ’ αυτό, κατάληψη του πράγματος από κάποιο τρίτο, από της οποίας γεννάται η αξίωση και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, επέρχεται δε, προσμετρούμενου επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, υπέρ του καθολικού ή ειδικού διαδόχου, του χρόνου της επί του πράγματος νομής του δικαιοπαρόχου του, με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μια εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής η κατοχής του προσβολέως και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ41/2016,1332/2000).Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 249 και 251 ΑΚ και η αξίωση του κληρονόμου που ασκείται με την περί κλήρου αγωγή παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, αφότου ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομιάς(ΑΠ1423/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 261ΑΚ,την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1049εδαΑΚ η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής κατά του χρησιδεσπόζοντος . Η διάταξη ορίζει μόνο για έγερση της διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της όμως είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται όταν το δικαίωμα που πρόκειται να κτηθεί βάσει αυτής, δηλαδή η κυριότητα, γίνεται επίδικο.
Ο νομοθέτης μνημόνευσε μεν την έγερση της διεκδικητικής αγωγής ως τον συνηθέστερο τρόπο, με τον οποίο η κυριότητα φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου για κρίση, δεν συνάγεται όμως από πουθενά πρόθεσή του να αποκλείσει κάθε άλλον τρόπο δημιουργίας τέτοιας επιδικίας. Επομένως διακοπή της χρησικτησίας επάγεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα της κυριότητας σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα από το δικονομικό τύπο με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α" ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία(Ολ.ΑΠ24/2003). Περαιτέρω η διακοπή της παραγραφής που είναι σχετική, επέρχεται μόνον υπέρ αυτού που την προκάλεσε και των διαδόχων του, ήτοι του ενάγοντος και αυτών που έγιναν διάδοχοι του μετά την έναρξη της δίκης ,κατά τη διάταξη του άρθρου 1049εδβΑΚ (ΑΠ41/2016,1750/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ7/2006).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:" Με το υπ’ αριθμ. .../4.10-1977 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Κεφαλληνίας Π.
Μ., Ν. Κ. Σ., κάτοικος εν ζωή Αργοστολιού, πατέρας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και του πρώτου εναγομένου, παππούς των δευτέρου και τρίτου εξ αυτών και προπάππους των λοιπών εναγόμενων,(ήδη αναιρεσιβλήτων) παρέσχε προς τον γιο του, πρώτο εναγόμενο , την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες και τίμημα ήθελε αυτός εγκρίνει, ένα ακίνητο του εκτάσεως 60 στρεμμάτων περίπου, ευρισκόμενο στη θέση "..." του ...
του Νομού Κεφαλληνίας.....Χρησιμοποιώντας το ως άνω πληρεξούσιο, ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...10-1977 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Α. Π., μεταβίβασε το ως άνω ακίνητο (ως πληρεξούσιος του πατέρα του), κατά πλήρη κυριότητα , νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, στη σύζυγο του Π.
Σ., ήδη αποβιώσασα (κατά το έτος 2004) και κληρονομηθείσα από τους εναγομένους. Ο Ν. Σ. απεβίωσε την 20-10-1977, κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από τα έξι (6) τέκνα του και την σύζυγο του Μ. το γένος Μ. Χ., η οποία υπεισήλθε στην κληρονομιά του κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου. Η τελευταία, απεβίωσε την 13-8-1988 χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από τα έξι (6) τέκνα της, ήτοι την ενάγουσα και τα αδέλφια της, και δη κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου από το καθένα.
Η ενάγουσα, με την αγωγή της, η οποία ασκήθηκε κατά το έτος 2008, ισχυρίστηκε ότι το υπ’ αριθμ. .../1977 πληρεξούσιο ήταν άκυρο; διότι ο πατέρας της κατά το χρόνο συντάξεώς του δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, και συνεπώς άκυρο ήταν και το μετέπειτα συνταγέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ενώ επίσης, η τελευταία αυτή σύμβαση μεταβίβασης της κυριότητας, ήταν εικονική διότι ουδέποτε καταβλήθηκε τίμημα, αποτελούσε δε δωρεά, για την οποία ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε πληρεξουσιότητα, ούτε ο πατέρας του την ενέκρινε, έστω και εκ των υστέρων.
Όμοιου περιεχομένου αγωγή (από 30-12-1993), ήγειραν κατά του πρώτου των εναγομένων και της Π. Σ., τα αδέλφια της ενάγουσας Ε. συζ. Π. Γ. και Κ. Σ., οι οποίοι ζητούσαν, αφ ενός την αναγνώριση της ακυρότητας των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, αφ’ ετέρου την αναγνώριση ότι οι ίδιοι τυγχάνουν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του επιδίκου ακινήτου, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του πατέρα και της μητέρας τους.
Η αγωγή αυτή, ασκηθείσα κατά το έτος 1994, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς μόνον την πρώτη ενάγουσα, Ε. Γ., με την υπ’ αριθμ. 179/2009 απόφαση του δικαστηρίου τούτου , με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτή αναγνωρίστηκε συγκυρία κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, τμήματος του αρχικού ακινήτου εκτάσεως 55.450 τ.μ. Η έγερση της εν λόγω αγωγής εκ μέρους των συγκυριών του επιδίκου ακινήτου, ουδόλως διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας σε σχέση με το δικό της ποσοστό εξ αδιαιρέτου σ’ αυτό, οι οποίες προπαρασκευάζονται με την κρινόμενη αναγνωριστική αγωγή της, καθ’ όσον, όπως προελέχθη, οι πιο πάνω ενάγοντες, ζήτησαν την αναγνώριση μόνον της δικής τους συγκυριότητας στο ακίνητο και όχι την αναγνώριση και της συγκυριότητας της ενάγουσας την οποία άλλωστε δεν ενομιμοποιούντο να ζητήσουν.
Η ίδια η ενάγουσα, εξάλλου, με την ιδιότητά της ως κληρονόμου του πατέρα της Ν. Σ. , είχε ασκήσει κατά του πρώτου εναγομένου και της Π. Σ., την από 3-1-1983 αγωγή της, με την οποία ζητούσε την ακύρωση των ανωτέρω συμβολαιογραφικών πράξεων για τους ίδιους λόγους και η οποία απορρίφθηκε αμετάκλητα με την υπ’ αριθμ. 980/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όμως, ούτε η άσκηση της πιο πάνω αγωγής διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας που προπαρασκευάζονται με την ήδη κρινόμενη, αφού η ενάγουσα είχε ασκήσει την αγωγή εκείνη ως κληρονόμος του πατέρα της και για το ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου που επήχθη σ’ αυτή μετά το θάνατο του, το οποίο είναι διάφορο από το ποσοστό που αφορά η παρούσα αγωγή, το οποίο φέρεται ότι επήχθη στην ενάγουσα εκ κληρονομιάς της μητέρας της.....Από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η Π.
Σ., αμέσως μετά την προς αυτή μεταβίβαση του ακινήτου, έλαβε τούτο στη νομή της, το καλλιεργούσε, είτε η ίδια, είτε δια του βοηθού νομής συζύγου της πρώτου εναγομένου, συνέλεγε τον ελαιόκαρπο, το οριοθέτησε και το επόπτευε, ενώ κατά το έτος 1980, δυνάμει του υπ’ αρ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ν. Κ. - Ρ., μεταβίβασε τμήμα τούτου, εκτάσεως 4.050 τ.μ.
στους Γ. και Σ. Α., οι οποίοι περιέφραξαν την πωληθείσα σ’ αυτούς έκταση με συρματόπλεγμα και ακολούθως ανήγειραν εντός ταύτης δύο οικοδομές. Καθ’ όλο τον διαδραμόντα χρόνο από της κατά τα άνω μεταβιβάσεως του ακινήτου, μέχρι την έγερση της υπό κρίση αγωγής, η αγοράστρια Π. Σ. και ακολούθως, μετά τον επισυμβάντα κατά το έτος 2004 θάνατο της, οι κληρονόμοι της, εξακολουθούσαν να κατέχουν και να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν, ούτε από την μητέρα της ενάγουσας μέχρι το θάνατο της, ούτε από την ίδια την ενάγουσα, σε σχέση με το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της (1/6) σ’ αυτό που της επήχθη εκ κληρονομιάς της πρώτης, οι οποίες αδράνησαν, παραλείποντας να ασκήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα στο ακίνητο - σε σχέση πάντα με το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.
Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ότι η μητέρα της μέχρι το θάνατο της συνέλεγε τον ελαιόκαρπο και διαμοίραζε το ελαιόλαδο σε όλα τα παιδιά της, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος εναγόμενος ήταν εκείνος που, για λογαριασμό της συζύγου του, φρόντιζε και εκμεταλλευόταν το ακίνητο , χωρίς τούτο να αναιρείται από το ότι ενδεχομένως παρείχε στη μητέρα του ίδιου και της ενάγουσας, εξ ελευθεριότητας, το ελαιόλαδο που της χρειαζόταν.
Με βάση τα προεκτεθέντα, οι αξιώσεις της ενάγουσας σε σχέση με το επαχθέν σ’ αυτή εκ κληρονομιάς της μητέρας της ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, οι οποίες προπαρασκευάζονται με την κρινόμενη αναγνωριστική αγωγή της, έχουν υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή. Ως εκ τούτου, και παρά το γεγονός ότι η εικονικότητα δικαιοπραξίας, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, δεν υπόκειται σε χρονική οριοθέτηση και συνεπώς το δικαίωμα προσβολής της δεν παραγράφεται κατά την ΑΚ 247.....
εφόσον οι προπαρασκευαζόμενες αξιώσεις της ενάγουσας, ήτοι η διεκδίκηση του 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, στο οποίο κατατείνει τόσο η αναγνώριση της ακυρότητας του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, όσο και η αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος στην κληρονομιά της μητέρας της, έχουν παραγραφεί, η τελευταία στερείται εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της αγωγής.".
Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος την αγωγή της, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση, αφενός μεν της ακυρότητας του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Α.
Π. ,με το οποίο ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων πώλησε στην ήδη αποβιώσασα σύζυγο του το σ’ αυτή περιγραφόμενο ακίνητο, αφετέρου δε το κληρονομικό δικαίωμα, αρχικά της επίσης αποβιώσασας μητέρας της και στη συνέχεια της ίδιας, ως κληρονόμου της τελευταίας επί ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ,ορθώς δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 261ΑΚ και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διακοπής της αρχόμενης από την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην Π. Σ., στις 6-10-1977, παραγραφής των προπαρασκευαζομένων με την άσκηση της ένδικης αγωγής αξιώσεών της, τόσο με την άσκηση της από 3-1-1983 αγωγής της ίδιας ,όσο και με την άσκηση της από 30-12- 1993 αγωγής των αδελφών της, Ε.
Γ. και Κ. Σ., εφόσον η μεν πρώτη αφορούσε σε διαφορετική αξίωση, ήτοι στο ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου από την κληρονομιά του πατέρα της, ενώ η δεύτερη αφορούσε σε αξίωση τρίτων και μη διαδόχων αυτής. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, που με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ και συγκεκριμένα εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1116,1879,1884 και 1052ΑΚ,που ρυθμίζουν τα της νομής και χρησικτησίας μεταξύ πλειόνων κληρονόμων είναι αβάσιμα και στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το επίδικο ακίνητο δεν είχε καταστεί περιεχόμενο της κληρονομίας των γονέων της αναιρεσείουσας, αφού είχε μεταβιβαστεί με το αναφερόμενο σ’ αυτή πωλητήριο συμβόλαιο από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, αδελφό της αναιρεσείουσας, προς την σύζυγο του (Π.
Σ.) ,το έτος 1977, πριν από τον θάνατο τόσο του πατέρα ,όσο και της μητέρας της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής των άνω διατάξεων. Εξάλλου, η επικαλούμενη στα πλαίσια του ίδιου λόγου αναιρετική πλημμέλεια ως προς το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τα πρόσωπα που ασκούσαν την νομή του επίδικου, ακίνητου ,είναι απαράδεκτη, εφόσον η αναιρεσείουσα με κατ’ επίφαση επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας σχετική κρίση του Εφετείου (αρθρ. 561 παρ.1ΚΠολΔ). Αβάσιμη, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι και η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 247ΑΚ, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι παραγράφηκε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της ακυρότητας του ...1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Α. Π., αλλά η αξίωσή της περί διεκδίκησης του ακινήτου που παρασκευάζεται με αυτή.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559αριθμ.8ΚΠολΔ για λήψη η μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει. πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να τον λάβει υπόψη."Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων(ΟλΑΠ3/1997).
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.10ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα",δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς με την προαναφερθείσα έννοια του αριθμού 8,χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη γι’ αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559αριθμ.8 και 10ΚΠολΔ,η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο διότι, αντίστοιχα: α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι το επίδικο ακίνητο νέμονταν όλοι οι συγκληρονόμοι και διατηρούσαν σ’ αυτό αιγοπρόβατα και όχι η Π.
Σ. και β) δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι την νομή επί του επίδικου ασκούσε αποκλειστικά και μόνο η τελευταία. Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση των πλημμελειών αυτών, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών.
Σε κάθε περίπτωση, ο μεν υπό στοιχείο α’ λόγος είναι απαράδεκτος και διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση στον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί της νομής της δικαιοπαρόχου τους και στη συνέχεια δικής τους αποκλειστικής νομής επί του επίδικου (προκειμένου να στηρίξουν την προβληθείσα ένστασή τους περί αποσβεστικής παραγραφής), ο δε υπό στοιχείο β είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και ως εκ τούτου δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον περί αποσβεστικής παραγραφής ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες κ.λ.π.). Μόνο αν από τη γενική και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑπ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες από δορυφόρο στις οποίες απεικονιζόταν το επίδικο ακίνητο όπως και τις φωτογραφίες όμορου ακινήτου ιδιοκτησίας Χ. Σ., τις οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεστεί και από τις οποίες προέκυπτε, (κατ’ αυτήν), ότι συννομείς του επίδικου ήσαν όλοι οι συγκληρονόμοι.
Ο λόγος είναι αβάσιμος διότι, από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες παραδοχές της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις παραπάνω φωτογραφίες.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή, του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) των αναιρεσίβλητων, (στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι Χ. Σ. του Ν. και Ε. Ρ. του Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό Διάταξη για δικαστικά έξοδα των τελευταίων δεν θα περιληφθεί, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη γι’ αυτούς δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την δήλωση των :1)Χ. Σ. του Ν. και 2) Ε. Ρ. του Δ., για συνέχιση της δίκης.
Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2012 αίτηση της Α. χήρας Δ. Χ. για αναίρεση της 97/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (πλην των αναφερόμενων στο σκεπτικό),τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ