Legislator Case Law & Legislation
1014/2014 AI generated

1014/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1014/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1014/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 10/1/1998 διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1014 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1014/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ. του Ι., 2)Μ. Μ. του Ι. και 3)Α. Μ. του Σ., κατοίκων .... Οι 1ος και 2ος παραστάθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ε. Τ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεώνη Σγουράκη - Παπασπυροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/1997 αγωγή της αρχικής διαδίκου Α. Μ. και του ήδη 3ου αναιρεσείοντος και την από 10/1/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4151/1999 μη οριστική, 4895/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2274/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/3/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 28/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 118, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, είναι, εκτός των άλλων: α) η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, η οποία, εφόσον αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο και δη με σύμβαση (1033 ΑΚ), θα πρέπει να εκτίθεται στην αγωγή ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου μεταβιβάστηκε σε αυτόν για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, δίχως να απαιτείται μνεία του τόμου μεταγραφής (ΑΠ 1648/2009), καθώς και ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος μεταβιβασθέντος ακινήτου, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά στο όνομα του τελευταίου.

Επίσης, ο τρόπος κτήσης κυριότητας από το δικαιοπάροχο δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του τελευταίου, οπότε ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει με τις προτάσεις του τον τρόπο κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, με αναγωγή έως την πρωτότυπη κτήση β) η κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από τον εναγόμενο, ο οποίος το νέμεται και το κατέχει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, γ) ο ακριβής προσδιορισμός του ακινήτου, κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, θα πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου. Εξάλλου, η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 10/1/1998 διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α.

Τ. προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητάς της στα επίδικα εδαφικά τμήματα, τα ακόλουθα: Ότι με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή οικοπέδου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 1274,25 τμ., κειμένου εντός του οικισμού ..., συνορευομένου γύρωθεν με δρόμο (από τη νότια πλευρά) με ακίνητο ιδιοκτησίας Π.

Δ. (από τη νοτιοδυτική πλευρά), με ακίνητο ιδιοκτησίας Ιερού Ναού ... (δυτικά) και με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. και Χ. Κ.. Ότι το ακίνητο αυτό απέκτησε από τους δικαιοπαρόχους της Ι. Φ. (προικολήπτη) και τη σύζυγο του Α. (αδελφή της), υπέρ της οποίας είχε συστήσει προίκα ο πατέρας τους Α. Μ., με το ... προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Σωσσίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών.

Ότι στον προικοδότη και απώτερο δικαιοπάροχο της Α. Μ. το αγροτικό αυτό οικόπεδο είχε περιέλθει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζήση Νάστου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών. Ότι οι εναγόμενοι τυγχάνουν κύριοι ομόρου ακινήτου, το οποίο από τις τρεις πλευρές συνορεύει με το άνω ακίνητο αυτής και, συγκεκριμένα, συνορεύει από τη ΒΑ, τη ΒΔ και τη ΝΔ πλευρά, τον Ιούλιο δε του έτους 1997 οι τελευταίοι, αυθαίρετα και παράνομα, κατέλαβαν τα περιγραφόμενα στην αγωγή εδαφικά τμήματα του ως άνω ακινήτου της, τα οποία ενσωμάτωσαν στο ακίνητο τους με την κατασκευή περίφραξης.

Ότι ειδικότερα οι εναγόμενοι κατέλαβαν τμήμα εμβαδού 16,80 τμ., ήτοι διαστάσεων 16,80 x 0,94, εκ της ΝΔ πλευράς του ακινήτου της, τμήμα εμβαδού 7,15 τμ., ήτοι διαστάσεων 14,35 χ 0,60, εκ της ΝΑ πλευράς του και τμήμα εμβαδού 76,28 τμ. εκ της ΒΑ πλευράς αυτού, τα τμήματα δε αυτά κατείχαν μέχρι την άσκηση της αγωγής και αρνούνται να της τα αποδώσουν.

Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης με παράγωγο τρόπο των επίδικων εδαφικών τμημάτων, των οποίων γίνεται ακριβής περιγραφή κατά θέση, όρια, έκταση και είδος, μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους.

Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της πιο πάνω αγωγής η αναφορά στα πρόσωπα των αντισυμβαλλόμενων πωλητών στα προαναφερθέντα αγοραπωλητήρια συμβόλαια ούτε του τόμου και του αριθμού μεταγραφής του ... συμβολαίου. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την αγωγή αυτή, έλαβε υπόψη τον αποτελούντα λόγο έφεσης ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αοριστίας και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στις από τους αρ.8β' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι δε απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση, είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω κατά το άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με: α) την από 2/10/1997 διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου της αρχικής πρώτης ενάγουσας Α. Μ. (τη δίκη της οποίας συνεχίζουν μετά το θάνατο της οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων) και του τρίτου αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης και β) την από 10/1/1998 διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα ανελέγκτως ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ'αριθ. ...

συμβόλαιο διανομής ακίνητης περιουσίας, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ζήσης Νάστος και μεταγράφηκε νόμιμα, ο Α. Μ. πατέρας της εναγομένης της υπό στοιχ. 1 αγωγής και ενάγουσας της υπό στοιχ. 2 και ήδη εφεσίβλητης, έγινε κύριος ενός οικοπέδου μετά των επ' αυτού παλαιών κτισμάτων, κειμένου στην κτηματική περιφέρεια της ...

της ομωνύμου κοινότητος και ήδη εντός του ΔΔ ... του ... και ήδη .... Ειδικότερα με το ως άνω συμβόλαιο διανομής ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης Α. Μ. και οι Α. Χ. του Σ., Ε. Χ. του Σ., Α. Χ. του Δ., Γ. Χ. του Δ., Γ. Κ. του Θ., Χ. Κ. του Θ. και Ι. Κ. του Γ. συγκύριοι των περιγραφομένων στο συμβόλαιο αυτό υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6 ακινήτων, που περιήλθαν σ' αυτούς εξ αγοράς παρά των Ρ.

χήρας Α. Κ. και των Α.ς, Α. και Ι. Α. Κ. δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του ίδιου συμ/φου και εξ αγοράς παρά των Ε. συζ. Β. Μ. και Έ. συζ. Λ. Δ. θυγατέρων Δ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στα συμ/λαια αυτά, προέβησαν στην διανομή των άνω οικοπέδων.

Με τη διανομή αυτή έλαχε στον δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης Α. Μ. το υπό στοιχείο 1 οικόπεδο, εμβαδού 5.306 τ.μ., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, το οποίο κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο συνόρευε "...γύρωθεν με ιδιοκτησία Γ. Κ., Χ. Κ., δρόμον, λάκον και εκκλησίαν". Το ακίνητο αυτό έλαβε έκτοτε στην φυσική του εξουσία αποκλειστικά για λογαριασμό του ο απώτερος δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης, τούτο δε αποτελείτο από δύο τμήματα, ως άλλωστε απεικονίζεται στο προσκομιζόμενο από 19-11-1939 τοπογραφικό διάγραμμα του γεωμέτρη Κ.

Γ.. Ειδικότερα το παραπάνω ακίνητο διαχωριζόταν σε δύο τμήματα, λόγω της διέλευσης δια μέσου αυτού αγροτικής οδού, με συνέπεια να επέρχεται έτσι η φυσική διαίρεση του σε δύο εδαφικά τμήματα. Συγκεκριμένα το ως άνω οικόπεδο διαχωριζόταν σε δύο τμήματα, το ένα εκ των οποίων καταλάμβανε την βορειοανατολική πλευρά του όλου ακινήτου και είχε εμβαδόν 2.045 τ.μ.

και το έτερο τμήμα καταλάμβανε την Νοτιοανατολική πλευρά του όλου ακινήτου και είχε εμβαδόν 2.999 τ.μ., όπως τούτο εμφαίνεται επίσης στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα απεικονίζεται στο τμήμα το κείμενο στην βορειοανατολική πλευρά του άνω ακινήτου οικίσκος, ο οποίος είχε ανεγερθεί από τον δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Α.

Δ., στη νότια πλευρά δε του ίδιου εδαφικού τμήματος απεικονίζεται έτερος οικίσκος, ο οποίος είχε ανεγερθεί από τον Γ. Α.. Κατά των τελευταίων, πριν οι παραπάνω συγκύριοι προβούν στην διανομή των ως άνω κοινών ακινήτων, είχαν εγείρει κατά μεν του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Α. Δ. την. υπ' αριθ. κατ. 1139/22-3-1939 αγωγή διεκδικητική της κυριότητος .ακινήτου ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκη, με την οποία ιστορούσαν ότι με την μεταγραφή των προαναφερομένων συμβολαίων κατέστησαν συγκύριοι "...

μίας οικοδομής εκ κολλιγικών οικημάτων μετά του επ' αυτή και πέριξ αυτής οικοπέδου εκτάσεως δύο χιλιάδων παλαιών πήχεων, κειμένη εντός του αγροκτήματος ... και συνορευομένη δεξιά με δρόμον, αριστερά με εκκλησίαν και όπισθεν με αγρούς πρώην Κ. Μ.." και ότι ο εναγόμενος κατέλαβε αυθαίρετα εκ του άνω ακινήτου "...έκτασιν ενός περίπου βασιλικού στρέμματος η οποία συνορεύει δυτικώς με εκκλησίαν ..., ανατολικώς με βρύσην και ιδιοκτησίαν μας και νοτίως με αυθαιρέτως αναγερθέντος παρά του Γ.

Α. σταύλου, επί της εκτάσεως δε ταύτης έχει ανεγείρει οικίαν και σταύλον", ζητούσαν δε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της κυριότητος τους επί του άνω ακινήτου και να υποχρεωθεί αυτός να τους το αποδώσει. Επίσης οι άνω ενάγοντες άσκησαν με το ίδιο αίτημα κατά του προαναφερόμενου Γ. Α. ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την υπ' αριθ.

κατ. 1140/22-3-1939 διεκδικητική της κυριότητος αγωγή, με την οποία ιστορούσαν ότι ο τελευταίος κατέλαβε εκ του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου εδαφικό τμήμα 500 τ.μ. περίπου που συνορεύει "...ανατολικώς με ιδιοκτησία μας, βορείως με αυθαιρέτως ανεγερθείσα οικία Α. Δ., νοτίως με κοινοτικό δρόμο και δυτικώς με εκκλησίαν της ..., επί της εκτάσεως ταύτης έχει αναγείρει αχυρώνα.".

Μετά την άσκηση της άνω αγωγής ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων εξακολούθησε να παραμένει στο άνω μείζονος εκτάσεως ακίνητο, περιορισθείς όμως στο τμήμα που καταλάμβανε ο ανεγερθείς υπ' αυτού οικίσκος και ο σταύλος, όπως τούτο άλλωστε απεικονίζεται και στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Κ.

Γ., το οποίο συνετάγη μετά την άσκηση, της αγωγής και απεικόνιζε προδήλως την υφισταμένη κατά το χρόνο της συντάξεως κατάσταση. Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα που συντάχθηκε στις 19-11-1939, ήτοι την προηγουμένη της συντάξεως του παραπάνω συμβολαίου διανομής, απεικονίζονται κατεχόμενα από τρίτους εδαφοτεμάχια εκ κειμένου στη βορειανατολική πλευρά του μείζονος εκτάσεως ακινήτου.

Έτσι στη βόρεια πλευρά αυτού απεικονίζεται το κατεχόμενο από το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων εδαφικό τμήμα και στη νότια πλευρά τα κατεχόμενα τμήματα από τον Π. Δ. και τον ναό της .... Ειδικότερα το κατεχόμενο από το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων εδαφικό τμήμα εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα ως έχον πρόσοψη στον αγροτικό δρόμο, ο επ' αυτού υφιστάμενος οικίσκος φέρεται με διαστάσεις 10X5 και ο αύλειος χώρος ίδιου περίπου εμβαδού, ενώ οι διαστάσεις των υπολοίπων κατεχομένων τμημάτων δεν απεικονίζονται.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μόλις ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Μ. έλαβε αποκλειστικά στην κυριότητα και την νομή του το υπ' αριθ. 1 ακίνητο που του έλαχε, εγκαταστάθηκε σ' αυτό και επί του προπεριγραφομένου τμήματος εμβαδού 2.045 τ.μ., κειμένου στο βορειοανατολικό τμήμα του μείζονος εκτάσεως ακινήτου, ανήγειρε οικία, την οποία χρησιμοποιούσε ως κατοικία του ίδιου και της οικογενείας του, όπως επίσης ανήγειρε δύο αποθήκες και σταύλο, το νοτιοανατολικό δε τμήμα του μείζονος ακινήτου χρησιμοποιούσε για την καλλιέργεια κηπευτικών, συγχρόνως δε φύτεψε σ' αυτό και ελαιόδενδρα και αμυγδαλιές.

Περαιτέρω το έτος 1974 ο Α. Μ., εν όψει της τελέσεως; του γάμου της θυγατέρας του Α.ς, μεταβίβασε το άνω ακίνητο ως διατιμημένη προίκα στον μέλλοντα σύζυγο της Ι. Φ. συνετάγη δε προς τούτο το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Σωσίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι ο προικοδότης έγινε κύριος του ανωτέρω υπό στοιχ.

•1 οικοπέδου, εμβαδού 5.030 τ.μ., το οποίο όμως λόγω της διελεύσεως της υφιστάμενης αγροτικής οδού διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα "... εξ ων το εν καταλαμβάνει την Βορειοανατολική πλευρά του όλου ακινήτου μετά των• επ• αυτού παλαιών κτισμάτων (οικίσκου, αχυρώνος, σταύλου) έχει εμβαδόν μέτρα τετραγωνικά χίλια επτακόσια (Ι.700)περίπου ή όσης εκτάσεως και αν είναι (μετά την κατάληψη ωρισμένων τμημάτων εν τω αυτώ διαγράμματι, υπό των Α.

Ν. ήδη κληρονόμου αυτού θυγατρός του Α. Ν., Π. Δ. και Εκκλησίας ... και εφ' ων τμημάτων υπάρχουν κτίσματα) και ορίζεται γύρωθεν, κατά το αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, με δρόμον, με ιδιοκτησίας Π. Δ., Ιερού Ναού ..., με έτερον δρόμον και με το υπ' αριθ. δύο (2) ακίνητο (οικόπεδον) του αναφερομένου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας Γ.

και Χ. Κ.. Στο συμβόλαιο αυτό περιγράφεται στην συνέχεια το έτερο τμήμα του μείζονος εκτάσεως ακινήτου ως ακολούθως "... το έτερον τμήμα καταλαμβάνον την Νοτιανατολικήν πλευράν του όλου ακινήτου και καλλιεργούμενον ως αγρός έχει εμβαδόν μέτρα τετραγωνικά δύο χιλιάδες εννεακόσια ενενήκοντα ένα (2.991) περίπου ή όσης κι αν είναι και ορίζεται γύρωθεν, με δρόμον, με ακίνητο Π.

Δ., με ρεύμα και με το υπ' αριθ. δύο (2) ακίνητον του αναφερομένου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας Γ. και Χ. Κ." Κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου είναι πρόδηλο ότι δεν έγινε εμβαδομέτρηση του μεταβιβαζομένου ως άνω ακινήτου, αλλά αυτό προσδιορίσθηκε με το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της 19ης -11-1939 και το μεν τμήμα στην Νοτιοανατολική πλευρά του μείζονος εκτάσεως ακίνητου προσδιορίζεται, όπως περίπου και στο άνω συμβόλαιο διανομής, αλλά με την ίδια έκταση, ενώ το τμήμα το κείμενο στην Βορειοανατολική πλευρά του μείζονος εκτάσεως ακινήτου περιγράφεται με διαφοροποιημένα κατά ένα μέρος όρια και μικρότερο εμβαδόν, αφού τμήματα του κατέχονται από τρίτους, σύμφωνα και με την περί τούτου γενόμενη αναφορά στο ως άνω συμβόλαιο.

Περαιτέρω με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ιωάννα Σωσίδου και μεταγράφηκε νόμιμα, η Α. Φ., πού είχε καταστεί μετά την ισχύ του ν. 1329/1983 (18.2.1983) αποκλειστική πλέον κυρία του άνω προικώου ακινήτου, μεταβίβασε στην εναγομένη της υπό στοιχ. 1 αγωγής και ενάγουσα της υπό στοιχ. 2 και ήδη εφεσίβλητη αδελφή της Α.

Μ. συζ. Ε.Τ. το βορειοανατολικό τμήμα του ως άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου, το οποίο περιγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, ως ακολούθως: "..Ο αγρός κατά τον αναφερόμενο τίτλο κτήσεως (γίνεται αναφορά στο άνω υπ' αριθ. ... προικοσύμφωνο συμβόλαιο) έχει έκταση μέτρα τετραγωνικά χίλια επτακόσια (1.700) περίπου, κατά δε επιτόπια καταμέτρηση χίλια διακόσια εβδομήντα τέσσερα και 0,25 (1.274,25) περίπου, όπως προκύπτει από το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.

Κ., ορίζεται με δύο ανώνυμες οδούς και γειτονικές ιδιοκτησίες και φαίνεται στο αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Τ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Τ". Στο προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω μηχανικού• πράγματι το μεταβιβασθέν ακίνητο εμφανίζεται μεταξύ των προαναφερομένων στοιχείων με εμβαδόν 1274,25 τ.μ., στην αγωγή δε περιγράφεται ως συνορεύον γύρωθεν με δρόμο (από τη Νότια αλευρά), με ακίνητο ιδιοκτησίας Π.

Δ. (από Νοτιοδυτικά), με ακίνητο ιδιοκτησίας Ιερού Ναού ... (Δυτικά) και ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. και Χ. Κ.. Μετά την κατά τα άνω μεταβίβαση της κυριότητος του παραπάνω εδαφικού τμήματος η εφεσίβλητη εγκαταστάθηκε στο εν λόγω ακίνητο, αργότερα δε προέβη στην ανακαίνιση της υφιστάμενης επί του ακινήτου τούτου οικίας και την κατασκευή προσθήκης κατ' επέκταση, εκδόθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθ. ...

οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσ/νίκης για τη νομιμοποίηση προϋφισταμένου του έτους 1955 κτίσματος, αντικατάσταση της υφισταμένης στέγης και των κουφωμάτων, καθώς και την κατασκευή προσθήκης κατ' επέκταση διωρόφου κτίσματος. Για τον λόγο αυτό συντάχθηκε από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Η.

Ε. το από Απρίλιο του 1996 τοπογραφικό διάγραμμα ,στο οποίο το εμβαδόν του ως άνω ακινήτου ανέρχεται, προδήλως μετά από καταμέτρηση, σε 1195, 63 τ.μ. το ακίνητο δε αυτό της εφεσίβλητης εμφανίζεται μεταξύ των στοιχείων Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Τ-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Φ-Χ-Ψ-Ο-Α• και από την Νότια πλευρά συνορεύει με ασφαλτοστρωμένη οδό και εδαφικό τμήμα εμβαδού 190, 53 τ.μ.

μετά της επ ' αυτού οικίας, το οποίο από την προς Νότο πλευρά συνορεύει με την άνω οδό και από τις υπόλοιπες π-λ-ευρές με το προαναφερόμενο ακίνητο της ενάγουσας, εμφαίνεται δε αυτό στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα μεταξύ των στοιχείων ΝΞΟΠΝ . Με το ίδιο εμβαδόν και υπό τα ως άνω στοιχεία, εμφανίζεται το παραπάνω ακίνητο της εφεσίβλητης και στο από Αύγουστο του 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω μηχανικού.

Οι ενάγοντες της υπό στοιχ, 1 αγωγής αρνούνται ότι η εναγομένη και οι δικαιοπάροχοι της είχαν στην φυσική τους εξουσία ολόκληρο το προπεριγραφόμενο ακίνητο, ισχυρίζονται δε ότι οι ίδιοι κατέστησαν συγκύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου εμβαδού 517,67 τ.μ., που συνορεύει Βόρεια σε πλευρά 23 γ.

μ. και ΒΑ σε τεθλασμένη πλευρά 4,50 και 17,92 γ.μ. με το ακίνητο της εναγομένης, Νότια σε πλευρά 32,5 γ.μ. με ασφαλτοστρωμένη κοινοτική οδό, ΝΔ σε πλευρά 8,35 γ.μ. με ασφαλτοστρωμένη κοινοτική οδό και ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Δ. και Δυτικά με ακίνητο εκκλησίας. .... Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η νομή του άνω ακινήτου περιήλθε σ' αυτούς με καθολική διαδοχή μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους Α.

Δ., ο οποίος είχε στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ένα ακίνητο εμβαδού 1000 τ. μ., διαμορφωθέν, στην συνέχεια, λόγω της μορφολογίας του εδάφους και της επέκτασης του αύλειου χώρου της εκκλησίας στο προπεριγραφόμενο ακίνητο εμβαδού 517,67 τ.μ., που συνόρευε δυτικά με εκκλησία του χωρίου, βορειοανατολικά με βρύση και, στη συνέχεια, με ιδιοκτησία Α.

και Δ. Κ. και νότια με κοινοτικό δρόμο. Ότι την νομή του ως άνω ακινητού μεταβίβασαν στο άνω δικαιοπάροχο τους, λόγω δωρεάς, ο Α.ς και ο Δ. Κ. το ακίνητο δε αυτό στο σύνολο του ενέπιπτε στα όρια του περιελθόντος το έτος 1939 με το άνω διανεμητήριο συμβόλαιο στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπάροχου της εφεσίβλητης Α.

Μ., ο οποίος και ουδέποτε τελικώς απέκτησε την νομή του ως άνω εδαφικού τμήματος εμβαδού 1000 τ.μ., αλλά την νομή αυτού εξακολούθησε να έχει ο δικαιοπάροχος τους, γεγονός όμως που ουδόλως απεδείχθη.• Στο από Σεπτέμβριο του 1997 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες της υπό στοιχείο 1 αγωγής, το προπεριγραφόμενο ακίνητο εμβαδού 517,67 τ.μ.

εμφανίζεται μεταξύ των στοιχείων Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Κ-Α (συνορεύει από την νότια πλευρά με την άνω ασφαλτοστρωμένη οδό και από τη βόρεια και την ΒΑ πλευρά με το ακίνητο της εναγομένης, απεικονίζεται δε να καταλαμβάνει την Νότια πλευρά του ακινήτου της εναγομένης, και συγκεκριμένα, στο ίδιο σημείο που απεικονίζεται και στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η.

Ε. υπό τα στοιχεία ΝΞΟΠΝ, στο τοπογραφικό όμως• αυτό διάγραμμα εμφανίζεται με μικρότερες πλευρικές διαστάσεις σε σχέση με τις διαστάσεις των πλευρών. του στο επικαλούμενο από τους εκκαλούντες τοπογραφικό διάγραμμα. Το εδαφικό αυτό τμήμα απεικονίζεται .επίσης και στο προαναφερόμενο. από Αύγουστο τ.α.": 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η.

Ε. υπό τα στοιχεία Ο-Ξ-Ν-Π-O, με εμβαδόν 190, 53 τ. μ. και όρια Νότια σε πλευρά μήκους 18,02 γ.μ με την οδό Κατσαντώνη, ΒΑ σε πλευρά μήκους 17,48 γ.μ. με το άνω οικόπεδο της εναγομένης, ΒΔ σε πλευρά 12,85 γ.μ, με το οικόπεδο επίσης της εναγομένης και ΝΔ σε πλευρά μήκους 9,30 γ.μ. με το ακίνητο επίσης της εναγομένης. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία όμως ουδόλως αποδείχθηκε περαιτέρω, ως άλλωστε προαναφέρεται., ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπό στοιχ. 1 αγωγής;

Α. Δ. είχε στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου από το. έτος 1917 μέχρι και του επισυμβάντος το έτος 1959 θανάτου του αρχικά το ως άνω, ακίνητο εμβαδού 1.000 τ. μ. και, στην συνέχεια, το επίδικο ακίνητο εμβαδού 517,67 τ.μ.. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο αυτού οι θυγατέρες του Α. Μ. και Α. Μ. και μετά το θάνατο της τελευταίας ο δεύτερος ενάγων είχαν στην φυσική τους εξουσία το εν λόγω ακίνητο εμβαδού 517,67 τ.μ., αλλά τόσο οι τελευταίοι όσο και ο δικαιοπάροχος τους Α.

Δ. είχαν στην φυσική τους εξουσία το άνω εδαφικό τμήμα εμβαδού 190,53 τ.μ., όπως και η εναγομένη ομολογεί. Άλλωστε, όπως προαναφέρεται, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπό στοιχ. 1 αγωγής προ του 1939 είχε εγκατασταθεί πράγματι και είχε ανεγείρει οικίσκο σε τμήμα εμβαδού 100 τ.μ. περίπου στο άνω υπό στοιχείο 1 ακίνητο, που έλαχε στον δικαιοπάροχο της εναγομένης.

Το μείζονος εκτάσεως υπό στοιχ. 1 ακίνητο ανήκε πράγματι αρχικά στην κυριότητα του Α. και του Δ. Κ., πλην όμως από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι μεταβίβασαν λόγω δωρεάς, στον Α. Δ. ακίνητο εμβαδού 1.000 τ. μ., εμπίπτον στα όρια του άνω υπό στοιχείο 1 ακινήτου, ούτε επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι τα όρια του ακινήτου, που οι ενάγοντες επικαλούνται ότι έγιναν κύριοι, διαμορφώθηκαν όπως απεικονίζονται στα τοπογραφικά διαγράμματα που επισυνάπτουν αυτοί στις προτάσεις τους.

Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία και προαναφέρεται, ο άνω Α. Δ. κατέλαβε εκ του υπό στοιχ. 1 .μείζονος εκτάσεως ακινήτου τμήμα αυτού εμβαδού 100 τ.μ. περίπου και ανήγειρε επ' αυτού διώροφη οικία, στην οποία διέμεινε με την οικογένεια του. Το γεγονός ότι ο τελευταίος κατέλαβε και κατείχε εκ του ως άνω ακινήτου αρχικά τμήμα εμβαδού 100 τ.μ.

περίπου ενισχύεται και από την απεικόνιση του κατεχομένου από αυτόν εδαφικού τμήματος, που εμφαίνεται στο άνω από 19-11-1939 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο πρόδηλα απεικονίζει την κατά την σύνταξή του υφισταμένη κατάσταση, ενόψει της προαναφερόμενης διανομής, στην συνέχεια δε με την πάροδο του χρόνου λόγω της επέκτασης των ορίων του αύλειου χώρου η έκταση του τμήματος ανήλθε τελικώς σε 190,53 τ.μ, στα όρια δηλαδή που το ακίνητο αυτό προπεριγράφεται.

Στην νομή δε του ακινήτου αυτού μετά τον επισυμβάντα το έτος 1959 θάνατο του Α. Δ. υπεισήλθαν με καθολική διαδοχή οι άνω θυγατέρες του, δηλαδή η πρώτη ενάγουσα και η μητέρα του δευτέρου εναγομένου Α. και μετά το θάνατο αυτής υπεισήλθε επίσης με καθολική διαδοχή στη νομή του ιδίου κατ' έκταση ακινήτου ο τελευταίος.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα διεκδικούμενα από την ενάγουσα της υπό στοιχ. 2 αγωγής εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται στους τίτλους που αυτή επικαλείται, αφού αποτελούν τμήματα του εδάφοτεμαχίου του κειμένου στην ΒΑ πλευρά του μείζονος εκτάσεως ακινήτου εμβαδού 5.306 τ.μ., ως τούτο άλλωστε απεικονίζεται στο άνω από 19-11-1939 τοπογραφικό διάγραμμα.

Την κυριότητα του ακινήτου τούτου οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν με την μεταγραφή των άνω συμβολαίων από τον κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως κύριο τούτου, με συνέπεια να αποκτήσουν αυτοί την κυριότητα του με παράγωγο τρόπο, όπως επίσης την κυριότητα του απέκτησε• και η ενάγουσα με την μεταγραφή της άνω συμβολαιογραφικής πράξης, αφού η μεταβιβάσασα το ως άνω ακίνητο στην ενάγουσα ήταν κυρία αυτού κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως.

Εξάλλου ως αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία οι εναγόμενοι της υπό στοιχ. 2 αγωγής από το έτος 1997 αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβαν και κατείχαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής τα περιγραφόμενα στην εν λόγω ένδικη αγωγή εδαφικά τμήματα, αφού τον Ιούλιο του άνω έτους προέβησαν στην κατασκευή περίφραξης, την οποία όμως δεν κατασκεύασαν επί των ορίων του άνω ακινήτου τους, αλλά επεξέτειναν τα όρια του ακινήτου τους εντός του άνω ακινήτου της ενάγουσας κατέλαβαν τα παρακάτω εδαφικά τμήματα αυτού, τα οποία κατείχαν κατά την άσκηση της αγωγής και ενσωμάτωσαν στο παραπάνω ακίνητο τους, ήτοι: 1) τμήμα εμβαδού 16,80 τ.μ.

κείμενο στη ΝΔ πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας, διαστάσεων 18,65X0,94, εμφαινόμενο στο τοπογραφικό διάγραμμα του Αυγούστου 1997 του προαναφερόμενου τοπογράφου Η. Ε. μεταξύ των στοιχείων Ν-Ξ-Ξ'-Ν'-Ν, 2) τμήμα της ΝΑ πλευράς του ακινήτου της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εμβαδού 7,15, τ.μ., διαστάσεων 14 35 Χ 0,60, εμφαινόμενο στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα μεταξύ των στοιχείων Ξ-Ξ'-Ο-Ο'-Ξ, 3) τμήμα κείμενο στην ΒΑ πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας εμβαδού 76,28 τ.μ., όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα μεταξύ των στοιχείων Π-Ρ-Σ-Π-Ο' -Π.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα αναφέρω περιγραφόμενα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονταν στο μείζονος εκτάσεως ακίνητο που έλαχε στον Α. Μ. και είχε πλέον αυτός στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου από το έτος 1939 μέχρι το έτος 1974, που μεταβίβασε την κυριότητα αυτού στον σύζυγο της θυγατέρας του Α.ς, Ι.

Φ. ως προίκα. Μετά την γενομένη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού ο τελευταίος είχε έκτοτε το άνω ακίνητο στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου μέχρι τις 18.2.1983, στη συνέχεια δε, είχε αυτό στην φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου η σύζυγός του Α. Φ. μέχρι το έτος 1988 που μεταβίβασε την κυριότητα του προπεριγραφομένου εδαφικού τμήματός του στην ενάγουσα, η.

οποία έκτοτε και μέχρι την κατά τα άνω κατάληψη των προπεριγραφομένων εδαφικών τμημάτων είχε αυτά στη• φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου ασκώντας επ' αυτών τις προσιδιάζουσες στη φύση τους υλικές εμφανείς πράξεις νομής. Ειδικότερα στο μείζονος εκτάσεως ακίνητο, τμήματα του οποίου αποτελούν τα προπεριγραφόμενα επίδικα εδάφοτεμάχια, εγκαταστάθηκε ο Α.

Μ. από το έτος 1939 και στο ακίνητο αυτό ανήγειρε οικία στην οποία κατοικούσε, σταύλο και αποθήκη. Το έτος 1970 περίπου αυτός στα όρια του ακινήτου αυτού κατασκεύασε περίφραξη από χαμηλού ύψους πέτρινο τοίχο, πασσάλους και συρματόπλεγμα, στην περίφραξη δε αυτή περιέλαβε και τα ως άνω εδαφικά τμήματα. Ο Α. Μ.

χρησιμοποιούσε την επί του ακινήτου τούτου υφισταμένη οικία μέχρι του επισυμβάντος το έτος 1978 θανάτου του ως κύρια κατοικία του ίδιου και της οικογενείας του, εξακολούθησε δε να ασκεί επί του ακινήτου αυτού και μετά την μεταβίβαση της κυριότητος του στον άνω προικολήπτη Ι. Φ. τις προσιδιάζουσες στη φύση του μείζονος εκτάσεως ακινήτου εμφανείς υλικές πράξεις νομής για λογαριασμό του τελευταίου.

Επίσης ο Ι. Φ. παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση της υφιστάμενης στο νοτιοδυτικό τμήμα του μείζονος εκτάσεως ακινήτου αποθήκης στον αδελφό της συζύγου του Ε. Μ., ο οποίος χρησιμοποιούσε αυτή για την αποθήκευση ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Μετά την γενομένη κατά τα άνω μεταβίβαση της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου προς την εφεσίβλητη εμφανείς υλικές πράξεις νομής ασκούσε επ' αυτού η τελευταία, η οποία επισκεπτόταν και επέβλεπε το εν λόγω ακίνητο και ανήγειρε στην συνέχεια επ' αυτού την προαναφερόμενη οικία κατ 'επέκταση της υφισταμένης επί του ακινήτου τούτου οικίας".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες της 1ης αγωγής) έγιναν κύριοι ακινήτου εμβαδού 190,53 τμ. με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και όχι του περιγραφομένου στην αγωγή τους ακινήτου εμβαδού 517,67 τμ., επίσης δε ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα της 2ης αγωγής) απέκτησε την κυριότητα των προαναφερθέντων εδαφικών τμημάτων τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την 1η αγωγή και στο σύνολό της την 2η αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που ειχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εραρμοστέους κανόνες δικαίου των άρθρων 369, 974, 1033, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης κυριότητας των αναιρεσειόντων σε ακίνητο εμβαδού 190,53 τμ.

και όχι 517,67 τμ. με έκτακτη χρησικτησία και της απόκτησης κυριότητας της αναιρεσίβλητης στα εδαφικά τμήματα που προαναφέρθηκαν με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου ως προς την απόκτηση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης με περισσότερους επάλληλους τρόπους (παράγωγο και πρωτότυπο) δεν ενέχει αντιφατικότητα αλλά κατατείνει στην ενίσχυση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αμφισβητούμενο από τους αναιρεσείοντες δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης, το οποίο αποκτήθηκε μια φορά, ανεξάρτητα από τη δημιουργία των κατ' ιδίαν τρόπων κτήσης αυτού, σε διαφορετικά χρονικά σημεία και με διαφορετικές προϋποθέσεις.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια ότι, ενώ δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη μη απόδειξη της φυσικής εξουσίασης εκ μέρους των θυγατέρων του Α. Δ., Α. Μ. και Α.ς Μ., και μετά το θάνατο της τελευταίας εκ μέρους του δεύτερου ενάγοντα, σε ακίνητο εμβαδού 517,67 τμ, αλλά μόνο σε ακίνητο εμβαδού 190,53 τμ, στη .συνέχεια δέχεται, αντιφατικά, σε άλλο σημείο , ότι αυτοί είχαν τη νομή των επίδικων εδαφικών τμημάτων, τα οποία κατείχαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της αναιρεσίβλητης και αρνούνταν να της τα αποδώσουν. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) κατέστησαν κύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου εμβαδού 190,53 τμ με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με την υπερεικοσαετή άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επ' αυτού και δεν απέκτησαν την κυριότητα του περιγραφομένου στην αγωγή αυτή ακινήτου εμβαδού 517,67 τμ." και, στη συνέχεια, ότι "η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) της 2ης αγωγής απέκτησε την κυριότητα των ως άνω εδαφικών τμημάτων , τα οποία κατείχαν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), χωρίς δικαίωμα, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αρνούμενοι να τα αποδώσουν σ' αυτήν".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.

Ο λόγος αυτός της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.Πγ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δεν απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους για την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου και τη νομή του από αυτούς με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: α) τη 1139/22-3-1939 αγωγή του Α. Μ. (δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης) ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του Α. Δ. (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων), από την οποία προκύπτει ότι ο τελευταίος νεμόταν από το έτος 1917 ένα ακίνητο έκτασης ενός βασιλικού στρέμματος με οικία και στάβλο, που ταυτίζεται με το ακίνητο που νέμονται οι ίδιοι (αναιρεσείοντες), β) το ...

συμβόλαιο διανομής ακίνητης περιουσίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζήση Νάστου με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, από το οποίο προκύπτει ότι ο στάβλος βρισκόταν, στο δυτικό του όριο, πλησίον της εκκλησίας της ... και δεν συνόρευε με το λοιπό ακίνητο της αναιρεσίβλητης, γ) το ... προικοσύμφωνο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχ.

Σωσσίδη, με το οποίο ο Α. Μ.ς μεταβίβασε λόγω προίκας στο γαμπρό του Ι. Φ. ακίνητο έκτασης 1700 τμ., όση απέμεινε από την αρχική έκταση των 2045 τμ. μετά την κατάληψη τμημάτων της από τον Α. Δ., δ) το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου, με το οποίο η αναιρεσίβλητη απέκτησε από τον προικολήπτη Ι.

Φ. το προαναφερόμενο ακίνητο, του οποίου όμως η έκταση μειώθηκε σε 1274,25 τμ., που αποδεικνύει ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) είχαν τη νομή και κατοχή στην εδαφική έκταση 750 τμ. περίπου, που προέκυψε από την απομείωση του αρχικού ακινήτου του απώτερου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Α. Μ., ε) τα ... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζήση Νάστου, από τα οποία προκύπτει ότι η οικογένεια Κ.

είχε μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά το 1917 στον Α. Δ. έκταση εμβαδού ενός βασιλικού στρέμματος, επί του οποίου αυτός ανήγειρε την υπάρχουσα και σήμερα οικία και κατασκεύασε ένα στάβλο στη δυτική πλευρά, στα όρια με την εκκλησία της ..., στ) το αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης Ε-9 του έτους 1995, από την οποία προκύπτει ότι η μητέρα των αναιρεσειόντων δήλωνε την ιδιοκτησία οικίας μετά οικοπέδου 750 τμ., ζ) φωτογραφίες του ακινήτου τους, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτό αποτελεί ενιαίο αντικείμενο της νομής τους, η) το ...

τεύχος του περιοδικού "Σπίτι και ποιότητα ζωής", στο οποίο απεικονίζεται η οικία τους, ως πρότυπο ανακαίνισης παλαιάς οικίας, θ) το φάκελο με τα έγγραφα που αποδεικνύουν την αντιδικία τους με το ΙΚΑ κατά την ανακαίνιση της πιο πάνω οικίας και του αύλειου χώρου της στις αρχές της δεκαετίας 1980 και την άσκηση πράξεων νομής από αυτούς, ι) την ...

οικοδομική άδεια με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του Η. Ε., με βάση τα οποία η αναιρεσίβλητη θέλησε να κτίσει το οικόπεδο της, που εμφανίζεται να έχει εμβαδόν 1195,63 τμ. και άλλο σχήμα από αυτό που εμφανίζεται στον τίτλο κτήσης της (... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), ια) το διάγραμμα κάλυψης και διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου (σε συνέχεια της 794/97 αδείας), που εκδόθηκε με ενέργειες της αναιρεσίβλητης και με το οποίο αυτή επιχείρησε για πρώτη φορά να οικειοποιηθεί τμήμα του ακινήτου τους (αναιρεσειόντων), ιβ) την κάρτα του δικαιοπαρόχου τους Α.

Δ. (Προέδρου της τότε Κοινότητας ...), από την οποία προκύπτει ότι ουδέποτε διαπίστωσε αμφισβήτηση της νομής του στο επίδικο ακίνητο κατά το διάστημα 1917-1959. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία β', ε', α', γ', δ', ι' αποδεικτικά μέσα (τα οποία μάλιστα και σχολιάζονται), καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες που περιέχει (η προσβαλλόμενη απόφαση) για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα υπόλοιπα έγγραφα που προαναφέρθηκα^ υπό στοιχεία στ' έως θ' και ια' έως ιβ', χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το άρθρο 559 παρ.1β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε λανθασμένα ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή για να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθή έννοια των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφορικά με τη θέση του στάβλου στο επίδικο ακίνητο, την ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι νομέας γειτονικού ακινήτου ήταν ο Γ. Α., την άσκηση νομής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων μόνο στην οικία και στην πέριξ αυτής αυλή, την περιγραφή και τη θέση των κτισμάτων στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε στον Ι. Φ., δυνάμει του ... προικοσυμβολαίου, την περιγραφή και τη θέση των ερειπωμένων κτισμάτων στο ακίνητο που αγόρασε η αναιρεσίβλητη με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και περιέχουν επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων.

Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου του από 19/11/1939 τοπογραφικού διαγράμματος του γεωμέτρη Κ. Γ., διότι: α) το Εφετείο δέχθηκε, στηριζόμενο κυρίως στο πιο πάνω διάγραμμα, ότι η νομή των ιδίων (αναιρεσειόντων) και του δικαιοπαρόχου τους Α.

Δ. περιοριζόταν σε εδαφικό τμήμα 190,53 τμ., και όχι 517,67 τμ., όπως υποστήριξαν με την ένδικη αγωγή τους, β) το αληθές περιεχόμενο του πιο πάνω τοπογραφικού διαγράμματος είναι ότι ο υφιστάμενος οικίσκος του Α. Δ. φέρεται να έχει διαστάσεις 10x5, όχι όμως και ο αύλειος χώρος αυτού, και ότι στο λοιπό κατεχόμενο από τον τελευταίο εδαφικό τμήμα βρισκόταν ο στάβλος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με την περιγραφή και την έκταση του επιδίκου ακινήτου, καθώς και την άσκηση πράξεων νομής σ' αυτό από τους αναιρεσείοντες και το δικαιοπάροχο τους Α. Δ. δεν οφείλονται σε διαγνωστικά λάθη κατά την ανάγνωση του πιο πάνω διαγράμματος, αλλά αποτελούν εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς η προσβαλλόμενη απόφαση να βασιστεί αποκλειστικά σε αυτό, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα για την κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων με έκτακτη χρησικτησία σε εδαφικό τμήμα εμβαδού 190,53 τμ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παράβολου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26/3/2013 αίτηση των Α. Μ. κλπ. για αναίρεση της 2274/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ