Supreme Court dismisses appeal on contract and unjust enrichment claims, citing procedural default and legal basis issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, ordering the appellant to pay legal costs. The appellant argued the lower court erred by ignoring a prior binding decision and failing to examine an alternative claim for unjust enrichment. The court rejected these arguments, noting the appellant's absence at the hearing and the legal impossibility of relying on unjust enrichment when a valid contract or tort claim exists. Consequently, the appeal was found without legal basis and rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 810, 816, 178, 183, 219, 576, 106 of the Code of Civil Procedure; Article 810 of the Civil Code; Article 816 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the omitted issue was not legally admissible, and a claim for unjust enrichment is legally unfounded when the same facts support a valid contractual or tortious obligation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1014 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1014/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Χρυσόστομο Ευαγγέλου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μπίρδα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Ψ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέλλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουλίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2680/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3897/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 9 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-10-2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα 1374/11-11-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1.
Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει τη συζήτηση παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II. Κατά το άρθρο 810 ΑΚ, με τη σύμβαση του χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος, χωρίς αντάλλαγμα και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης. Κατά δε την ΑΚ 816, το χρησιδάνειο, αν δεν ορίσθηκε η διάρκεια της σύμβασης λήγει μόλις ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος, ή περάσει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και να εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο σύζυγος της ενάγουσας-αντεναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, Θ1, γιος της πρώτης των εναγομένων-αντενάγουσας και αδερφός της δεύτερης από αυτές ήδη εκκαλούσες, ο οποίος απεβίωσε στην Αθήνα την 10/11/2004, κάτοικος όσο ζούσε ..., άφησε την από 20/9/2003 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ ...2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήματος διαθηκών), καταχωρήθηκε δε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο ...
και με αριθμό .... Ένα από τα κληρονομιαία στοιχεία που περιέχεται στη ως άνω διαθήκη, είναι ένα ακίνητο (διαμέρισμα) επί της οδού ..., ήτοι μία ανεξάρτητη και αυτοτελής οριζόντιαιδιοκτησία-διαμέρισμα του Ε' πάνω από το ισόγειοορόφου, της Α' εσοχής πολυκατοικίας, που έχει κτισθεί επίοικοπέδου εμβαδού 375 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...
και επί των οδών ... Το διαμέρισμα αυτό που αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη σύμφωνα μετην υπ' αρ. 4739/20.7.1970 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Γιώτα, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο ... με αριθμό ....
έχει επιφάνεια 116 τετραγωνικά μέτρα και αποτελείται από χολ. πέντε (5) κύρια δωμάτια, δωμάτιο υπηρεσίας, WC επισκεπτών, λουτρό, κουζίνα, διάδρομο και γύρωθεν βεράντες. Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί στοιχείο της κληρονομιάς του ανωτέρω συζύγου της ενάγουσας-αντενάγουσας που περιήλθε αποκλειστικά στη ίδια σύμφωνα με την παραπάνω διαθήκη και προς τούτο η τελευταία κάλεσε τις εναγόμενες με την από 18/5/2004 εξώδικη δήλωσή της, που εκδόθηκε νόμιμα σε αυτές την 26-5-2004, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 3458/2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., να της αποδώσουν τη χρήση του.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι με την από 21/9/2004 και με αριθμό κατάθεσης 11054/18-10-2004 αίτησή της προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, η ενάγουσα-αντεναγομένη ζητούσε να αναγνωριστεί προσωρινή νομέας του επίδικου διαμερίσματος και οι εναγόμενες να της αποδώσουν τη χρήση του. Επί της ανωτέρω αιτήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6086/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να αποδώσουν στην ενάγουσα αντεναγομένη την χρήση του επίδικου διαμερίσματος.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενες άσκησαν την από 14/2/2005 έφεσή τους, επί της οποίας, συζητηθείσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 5/4/2005, εκδόθηκε η υπ' αρ. 2939/2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε ότι η ενάγουσα-αντεναγομένη είναι συννομέας κατά τα 7/8 αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου διαμερίσματος και υποχρέωσε τις εναγόμενες να της αποδώσουν τη σύννομη της.
Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι ο αποθανών υιός και αδερφός αντίστοιχα των εναγομένων είχε παραχωρήσει το επίδικο διαμέρισμα, κατά χρήση και χωρίς αντάλλαγμα στη μητέρα του αλλά και στην αδερφή του η οποία εστερείτο εργασίας και άλλων εισοδημάτων προκειμένου να το χρησιμοποιούν οι τελευταίες ως κατοικία τους με προφορική συμφωνία λήξεως της ως άνω συμβάσεως χρησιδανείου την ημερομηνία του θανάτου της πρώτης εξ' αυτών οποτεδήποτε ήθελε επέλθει το μοιραίο αυτό γεγονός.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι το επίδικο διαμέρισμα είχε αγοραστεί από τους γονείς του αποβιώσαντος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου γονικής παροχής μεταβιβάστηκε στον αποβιώσαντα, χωρίς μάλιστα να παρακρατηθεί η επικαρπία από τους γονείς, παρότι δεν διέθεταν άλλη κατοικία, λόγω της αγάπης και εμπιστοσύνης που είχαν μεταξύ τους.
Για το λόγο τούτο άλλωστε καθόλο το χρονικό διάστημα από της γονικής παροχής και ως του θανάτου του δεν είχε υπάρξει οιοδήποτε πρόβλημα στην μεταξύ τους σχέση ή είχε διαμαρτυρηθεί ο θανών για τη χρήση του από τις εναγόμενες. Άλλωστε ακόμα και μετά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα και μέχρι του θανάτου του ο οποίος σημειωτέον έλαβε χώρα τρεις μήνες μετά την τέλεση του γάμου, δεν ζήτησε ο θανών να αποχωρήσουν από το διαμέρισμα οι εκκαλούσες, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος ως συζυγική του στέγη, αλλά αντίθετα ο ίδιος εμίσθωσε άλλη κατοικία.
Τα παραπάνω εναρμονίζονται πλήρως και με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων-αντεναγουσών-εκκαλουσών, Μ1 ο οποίος υπήρξε φίλος του πατέρα του θανόντα από το έτος 1980 και κατέθεσε "ότι υπήρχε προφορική συμφωνία να μείνει η μητέρα του και η αδερφή του στο διαμέρισμα" και δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση η κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας-αντεναγομένης-εφεσίβλητης, Μ2 φίλη της, η οποία δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε και κατέθεσε τίποτα σχετικό με την εν λόγω συμφωνία.
Στη συνέχεια οι εκκαλούσες και λόγω της παραπάνω διαθήκης του αποβιώσαντα προσπάθησαν να ρυθμίσουν το θέμα χρήσεως του επίδικου διαμερίσματος προκειμένου να αποφευχθούν φιλονικίες και έριδες και απέδωσαν τη χρήση του επίδικου διαμερίσματος στην εφεσίβλητη στις 22-6-2006 (βλ. το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο από 22-6-2006 πρωτόκολλο παραλαβής) με αποτέλεσμα την λήξη της συμβάσεως του χρησιδανείου.
Επίσης, αποδείχθηκε, ότι η πρώτη των εκκαλουσών όφειλε κοινόχρηστα, ενώ για την επισκευή του επίδικου ακινήτου για περαιτέρω εκμίσθωση του απαιτείτο το ποσό των 3.000 ευρώ και ο ανάλογος χρόνος. Κατ' ακολουθία τούτων, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την εφεσίβλητη περί των εισπραχθέντων καρπών και ωφελημάτων εκ του επίδικου διαμερίσματος, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2006, η αξίωση της καταβολής των οποίων αποτελεί και το αντικείμενο της ασκηθείσας δια των προτάσεων ανταγωγής.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ανταγωγή κατ' όμοια και με τις αυτές αιτιολογίες κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά την εν λόγω ανταγωγή. Κατόπιν τούτου η πρωτοβάθμια απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή έσφαλε και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και αξιολόγηση των αποδείξεων κατ επιταγή του άρθρο 535 και 1 Κ.Πολ.Δ.
διακρατηθεί κατά τούτου η υπόθεση στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσία. Ειδικότερα πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση εναγομένων-εκκαλουσών περί συμβάσεως χρησιδανείου του επίδικου διαμερίσματος και ως ουσιαστικά βάσιμη με νομική της θεμελίωση στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις και απορριφθεί η αγωγή".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα την οποία (αγωγή) τελικά απέρριψε, κατά παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων, αφού δέχθηκε ότι αυτές (αναιρεσίβλητες-εναγόμενες) κατείχαν καθ' όλο το ένδικο αγωγικό χρονικό διάστημα το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο στο πλαίσιο σύμβασης χρησιδανείου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 810 και 816 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επί της ένστασης των αναιρεσιβλήτων πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του χρησιδανείου και δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσής τους και την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας για τη διεκδίκηση καρπών και ωφελημάτων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ,. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 810 και 816 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται: 1) ο χρόνος κατάρτισης και η διάρκεια της ένδικης σύμβασης χρησιδανείου που καλύπτει όλο το ένδικο αγωγικό χρονικό διάστημα από 11-1-2004 έως 22-6-2006, 2) τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων καταρτίσθηκε αυτή, δηλαδή ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και σύζυγος της Θ1 ως χρήστης και κύριος του ακινήτου και οι αναιρεσίβλητες μητέρα και αδελφή εκείνου ως χρησάμενες χωρίς αντάλλαγμα, 3) η συμφωνημένη διάρκεια του χρησιδανείου μέχρι το θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης μητέρας του χρήστη και 4) η πρόωρη συμβατική λήξη του χρησιδανείου στις 22-6-2006.
Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός στην προσβαλλόμενη του τόπου που καταρτίσθηκε η ίδια σύμβαση χρησιδανείου, ενώ σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη ότι κατά τη διάρκεια του χρησιδανείου ο χρήστης δεν κατοικούσε στο ένδικο ακίνητο. Περαιτέρω όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για το χρησιδάνειο αναφέρονται και στην έφεση των αναιρεσιβλήτων με την οποία επαναφέρθηκε στο Εφετείο η ίδια ένσταση χρησιδανείου μετά την απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το ένα μέρος του από τον αριθ. 8 του αρθρ. 559 κρίνεται αβάσιμος.
Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσο δηλαδή υπήρξε η ένδικη σύμβαση χρησιδανείου ως καταλυτικό γεγονός των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθετη με το ότι δεν καταρτίσθηκε ποτέ η ένδικη σύμβαση χρησιδανείου είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
II. Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 27/1988).
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, της ένστασης είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, για το παραδεκτό της προβολής του, όπως και επί της αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ για το λόγο ότι η ένσταση χρησιδανείου που πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητες ως εναγόμενες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με την έφεσή τους ήταν αόριστη (ποσοτικά και ποιοτικά) μη αναφέρουσα τα περιστατικά εκείνα, που ερευνήθηκαν ήδη στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας σε σχέση με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο.
III. Προκειμένου περί Δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εφ' όσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις με τις προτάσεις του τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος της αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: 1) την από 5-4-2005 εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων που περιλαμβανόταν στις από 5-4-2005 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της έφεσής τους επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2939/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων που προτάθηκε με την από 25-10-2007 έφεσή τους κατά της υπ' αριθ. 2680/2007 απόφασης τους Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το μέρος του που αφορά την επικαλούμενη δικαστική ομολογία κρίνεται απαράδεκτος ως αόριστος γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της ίδιας ομολογίας στο Εφετείο. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, που αφορά την επικαλούμενη εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων στο πλαίσιο της προηγηθείσας δίκης ασφαλιστικών μέτρων, κρίνεται παραδεκτός γιατί αναφέρεται στο αναιρετήριο η επίκληση της ίδιας εξώδικης ομολογίας στο Εφετείο εκ μέρους της αναιρεσείουσας.
Όμως ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση αναμφίβολα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων της κατ' έφεση δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής από τις οποίες συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, η ένδικη ομολογία τους (ΑΠ 545/1993) την οποία εκτίμησε ελεύθερα στο πλαίσιο των διατάξεων των αρθρ. 270 παρ. 2 και 352 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ως περιλαμβανόμενη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης "στις προσπάθειες των αναιρεσιβλήτων στο να ρυθμίσουν εξώδικα το θέμα της χρήσης του επίδικου διαμερίσματος προκειμένου να αποφευχθούν φιλονικίες και έριδες και δαπάνες".
IV. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ήτου δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997Ελ.Δ/νη 1992 σελ. 72), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 332, 693, 695, 696, 698, 733, 734 του ΑΚ συνάγεται ότι η περί ασφαλιστικών μέτρων νομής απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του κατ' έφεση δικάσαντος Πρωτοδικείου παράγουν προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο προβάλλεται προς απόκρουση νέας αίτησης μεταξύ των ίδιων διαδίκων με βάση τον ίδιο πραγματικό και νομικό λόγο και δεν δεσμεύει την κυρία μεταξύ των αυτών διαδίκων δίκη για τη νομή ή την κατοχή και κυριότητα (ΑΠ 1472/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ιδίας διάταξης περ. α' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008).
Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π.2019/2007).
Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των αρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των προσαγόμενων πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ 725/2004).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο και τέταρτο μέρος του από τους αριθμούς 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με την έννοια "του πράγματος" για την ύπαρξη δεσμευτικού δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 2935/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά την οποία αναγνωρίσθηκε η αναιρεσείουσα νομέας του επίδικου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται στη μη έρευνα ισχυρισμού που δεν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, ενώ τα ίδια πραγματικά περιστατικά με την έννοια του τεκμηρίου συνεκτιμήθηκαν παραδεκτά από την προσβαλλομένη. Περαιτέρω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό επίσης 8 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει μετά την απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης της αναιρεσείουσας την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η βάση όμως αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, ήταν νομικά αβάσιμη κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, γιατί στηρίχθηκε στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η κύρια αγωγική βάση της νόμιμης υποχρέωσης, με την πρόσθετη έννοια μόνο της ανυπαρξίας της, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθ. 178 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3897/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 5 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ