1014/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1014/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα επί ακινήτου αποκτάται και με έκτακτη χρησικτησία. Για την κτήση της κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτόν τρόπο απαιτείται νομή στο επίδικο ακίνητο επί εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1014 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1014/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Νίτσιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Ψ2, κατοίκων ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Ποντίκας με τις από 11-11-2008 προτάσεις του δηλώνει ότι απεβίωσε ο 1ος αναιρεσίβλητος στις 31-12-2007 και κληρονομήθηκε από την Ψ3, η οποία συνεχίζει τη δίκη, την οποία εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1989 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/1991, 217/2000, 272/2001, 31/2002 και 10/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 25-7-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της 155/2006 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τον τέταρτο λόγο και να απορριφθεί αυτή κατά τους υπόλοιπους λόγους της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 25-7-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη συζήτηση της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτόν. Όμως ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακίνητου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι να ήταν κύριος του ακινήτου εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή του. Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτόν τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το περιγραφόμενο στην αγωγή ως επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με εκείνο που περιγράφεται στο επικαλούμενο από τον ενάγοντα τίτλο του. Εξάλλου στο δικόγραφο της αγωγής και συνακόλουθα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης για να μη στερείται αυτή νόμιμης βάσης, πρέπει να υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου αυτής (επιδίκου ακινήτου), δηλαδή πρέπει να περιγράφεται το ακίνητο κατά τη θέση, την έκταση, το είδος και τα όριά του, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα επί ακινήτου αποκτάται και με έκτακτη χρησικτησία. Για την κτήση της κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτόν τρόπο απαιτείται νομή στο επίδικο ακίνητο επί εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου άσκηση νομής για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αποτελούν στα ακίνητα οι υλικές φανερές πράξεις πάνω σ' αυτά, με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εκείνου που τις επικαλείται για εξουσίαση τους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1987/2007 Δνη 49, 501).
Εξάλλου, ο όρος "πράγμα" του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1588/2007 NoB 56,407). Τέλος, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση, έστω και ανεπτυγμένη, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της βασιμότητάς τους (ΑΠ 953/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με την αγωγή, είναι μία έκταση 200 τετρ. Μέτρων, που βρίσκεται στη ... και συνορεύει δυτικά με κοινοτικό δρόμο, σε πλευρά 12 μέτρων, ανατολικά με κοινόχρηστο μονοπάτι σε πλευρά 12 μέτρων, νότια με ιδιοκτησία ΑΑ και κοινόχρηστη έκταση σε πλευρά 22 μέτρων και βόρεια με ιδιοκτησία εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων σε πλευρά 22 μέτρων.
Η έκταση αυτή, όπως προσδιορίζεται από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου οικοπέδου εμβαδού 364,20 τετρ. μέτρων που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες αδελφών ΒΒ και ΓΓ, νότια με ιδιοκτησία αδελφών ..., ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και δυτικά επίσης με κοινοτικό δρόμο. Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες κατέστησαν κύριοι του επιδίκου, όπως οι ίδιοι το προσδιορίζουν, είτε με πρωτότυπο, είτε με παράγωγο τρόπο.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το οικόπεδο των 364,20 τετρ. μέτρων, στο οποίο ήταν κτισμένη παλαιά λιθόκτιστή οικία με σταύλο, νεμόταν και κατείχε ο πατέρας των εφεσιβλήτων ΔΔ από το 1890 μέχρι το έτος 1938, οπότε απεβίωσε. Μετά το θάνατο του πατέρα τους, το ακίνητο αυτό περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, που ήταν η σύζυγος και τα επτά τέκνα του, μεταξύ των οποίων και οι δύο εφεσίβλητοι, οι οποίο υπεισήλθαν όλοι στην κληρονομιά του νεμόμενοι και κατέχοντες τούτο, επισκεπτόμενοι τούτο ιδίως τους θερινούς μήνες, πλην της περιόδου του εμφυλίου πολέμου, που είχε ερημωθεί η ... .
Το έτος 1963 έλαβε χώρα μεταξύ των συγκληρονόμων του ΔΔ άτυπη διανομή, οι δε εφεσίβλητοι έλαβαν ως κληρονομιαία περιουσία και χρησιδέσποζαν έκτοτε το προπεριγραφόμενο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ειδικότερα, από το έτος 1963 και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, το 1989, προέβησαν στις ακόλουθες πράξεις νομής και κατοχής:
Τα έτη 1965-66 περιέφραξαν την ανατολική πλευρά του οικοπέδου με ξύλινους πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα. Το 1967 κατασκεύασαν στη βορειοανατολική πλευρά του οικοπέδου εξωτερική τουαλέτα. Τα έτη 1968-69 επισκεύασαν την παλαιά περίφραξη από ξερολιθιά, φύτεψαν στο οικόπεδο μία κερασιά, που υπάρχει μέχρι σήμερα, όπως και διάφορα άλλα φυτά, κατασκεύασαν δίκτυο ύδρευσης και τοποθέτησαν βρύση στη δυτική πλευρά του οικοπέδου, έκτοτε δε κατέβαλαν τα τέλη ύδρευσης φωτισμού και φύλαξης, αργότερα δε επέτρεψαν στον ξενοδόχο ΕΕ τη διέλευση αποχετευτικού σωλήνα για το ξενοδοχείο του.
Έτσι οι εφεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του όλου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού το ενέμοντο και το κατείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως επί είκοσι και πλέον έτη. Όλα τα παραπάνω επιβεβαίωσε με την κατάθεσή του και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, που γεννήθηκε στη ..., ο οποίος τα γνωρίζει από ιδία αντίληψη, καθόσον επισκεπτόταν το ακίνητο των εφεσίβλητων είτε μόνος είτε και με την οικογένειά του και ως κτηνοτρόφος χρησιμοποιούσε τον σταύλο, που βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου τους, ο οποίος από πολλών ετών έχει κατεδαφισθεί.
Τα υπολείμματα του σταύλου αυτού υπολαμβάνουν εσφαλμένα οι εκκαλούντες ως ερείπια της κατοικίας της γιαγιάς τους, ΣΤ. Αντιθέτως, ο μάρτυρας ανταπόδειξης όλως ασαφώς και αορίστως κατέθεσε ότι ο πατέρας των εκκαλούντων, ΖΖ, επισκεπτόταν το επίδικο τα καλοκαίρια, πλην όμως ο τελευταίος από το 1934 μέχρι το 1957 απουσίαζε στην ... .
Ο ίδιος μάρτυρας ουδεμία πράξη νομής και κατοχής των εκκαλούντων, από τους οποίους, ο μεν πρώτος είναι κάτοικος ..., η δε δεύτερη ..., στο επίδικο ακίνητο ανέφερε. Μάλιστα, ο εν λόγω μάρτυρας χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι στο επίδικο "δεν έκανε κανείς μέχρι σήμερα εμφανή διακατοχική πράξη". Περαιτέρω οι εκκαλούντες, επιχειρώντας να θεμελιώσουν την κυριότητά τους στον παράγωγο τρόπο, επικαλούνται ως τίτλους κτήσεως τα με αριθ. ..., ...
πωλητήρια συμβόλαια με τα οποία επικαλούνται ότι ο πατέρας τους έγινε κατά τα 2/3 κύριος του επιδίκου και την με αριθ. ... πράξη αποδοχής απ' αυτούς της κληρονομιάς του. Όμως, ο πραγματογνώμων, μετά από ενδελεχή έλεγχο όλων των στοιχείων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και των παραπάνω συμβολαίων και με την υπόδειξη του πρώτου των εκκαλούντων, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι το ακίνητο που αναφέρεται στους παραπάνω τίτλους δεν ταυτίζεται με το επίδικο, όπως αυτό προσδιορίζεται στην αγωγή.
Το ότι το διεκδικούμενο ακίνητο δεν ταυτίζεται με τους τίτλους των εκκαλούντων ενισχύεται και από τα εξής περιστατικά: Ενώ οι εκκαλούντες ορίζουν ως νότιο σύνορο τούτου την ιδιοκτησία ΑΑ, όταν ο πατέρας τους (άμεσος δικαιοπάροχος τους) είχε πωλήσει με το ... προσκομιζόμενο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ολύμπου, Γεωργίου Δασκάλου, στον ΗΗ, ένα οικόπεδο, 800 τ.μ.
που συνορεύει προς βορρά με το διεκδικούμενο, όπως προσδιορίζεται με την αγωγή, δεν ανέφερε στο παραπάνω συμβόλαιο ως βόρειο σύνορο του πωληθέντος ακινήτου την ιδιοκτησία του, ήτοι το επίδικο. Επίσης η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι, το έτος 1988, οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά των αδελφών ..., συγκυρίων, κατά τα παραπάνω, του οικοπέδου που συνορεύει νότια με το ακίνητό τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν προσωρινά συννομείς μιας έκτασης 12 τ.μ.
που κατέλαβαν παράνομα οι προαναφερόμενοι. Η έκταση αυτή βρίσκεται στο νότιο τμήμα του όλου ακινήτου των εφεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης οι εκκαλούντες, που για πρώτη φορά τότε διεκδίκησαν το επίδικο, άσκησαν κύρια παρέμβαση, ισχυριζόμενοι ότι το τμήμα των 12 τ.μ. νέμονται και κατέχουν οι ίδιοι, ως τμήμα του επιδίκου, καθώς και ότι δικαιοπάροχός τους ήταν ο ΘΘ και όχι ο πατέρας τους, όπως ήδη με την κρινόμενη αγωγή τους επικαλούνται.
Επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως εκδόθηκε η 51/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, απορρίφθηκε δε ως αόριστη η κύρια παρέμβαση. Όπως αποδείχθηκε, οι εκκαλούντες τελούν σε σύγχυση ως προς την ταυτότητα του ακινήτου που διεκδικούν από τους εφεσιβλήτους. Διότι, ενώ στην αγωγή εκθέτουν ότι αυτό έχει έκταση 200 τ.μ., κατά την υπόδειξη του πρώτου απ' αυτούς στον πραγματογνώμονα, σύμφωνα με τις μετρήσεις του τελευταίου, έχει 142,80 τ.μ.
και τέλος, στην αποδοχή κληρονομίας του πατέρας τους δηλώνουν ότι έχει έκταση 260 τ.μ.". Με τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατ' αρχήν, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή εγγράφηκε εμπρόθεσμα στα βιβλία διεκδικήσεων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση. Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε κατ' ουσίαν τη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων.
Με τους δύο πρώτους λόγους της αναίρεσής τους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα: α) ότι δεν εξειδικεύει την ακριβή θέση του επιδίκου ακινήτου στο μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο των 364,20 τ.μ., β) ότι αναφέρει πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων που αφορούν το μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο και όχι το επίδικο και από τις πράξεις νομής τους δεν προσδιορίζει την ακριβή θέση της βρύσης και του δικτύου ύδρευσης που κατασκεύασαν αυτοί (αναιρεσίβλητοι),γ) ότι, ενώ τοποθετεί την έναρξη νομής των αναιρεσιβλήτων το έτος 1963, αναφέρει πρώτη διακατοχική πράξη τους το 1965-1966 και δ) ότι δεν αιτιολογεί επαρκώς αυτό που δέχεται, ότι δηλαδή το ακίνητο που αναφέρεται στους τίτλους που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες δεν ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο.
Κρίνοντας όμως, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, με βάση και όσα παραπάνω αναφέρονται, ότι δέχθηκε αυτό, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα της ακριβούς θέσης του επιδίκου και του μείζονος οικοπέδου, το οποίο (επίδικο) αποτελεί τμήμα του, της άσκησης στο όλο οικόπεδο από τους αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους πράξεων νομής με διάνοια κυρίων συνεχώς για μία εικοσαετία και της μη, αντιθέτως, άσκησης πράξεων νομής σ' αυτό από τους αναιρεσείοντες και τους δικαιοπαρόχους τους και ότι το επίδικο δεν περιέχεται στους τίτλους των αναιρεσειόντων, τα οποία (ζητήματα) ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι οι προαναφερόμενοι δύο λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο τους απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του παραπάνω πορίσματός του και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι τα υπ' αριθ. ...
και ... πωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Γρεβενών Χρ. Ακτσελή και Καρδίτσας Νικολάου Τζαβέλλα αντίστοιχα. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής αποτελεί και το γεγονός ότι στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται ειδική μνεία των παραπάνω εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' σε συνδυασμό προς τα άρθρα 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για την απόδειξη όμως ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, άρα, όχι πραγματικού επιχειρήματος, δηλαδή πραγματικού ισχυρισμού που τείνει σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση κάποιου από τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων (πρβλ.
ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1762/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του προς συναγωγή του απορριπτικού της αγωγής πορίσματός του, παρόλο που δεν έχει γίνει επίκλησή τους κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής έγγραφα:
α) το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο, β) την υπ' αριθ. 51/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, γ) τέσσερα γραμμάτια είσπραξης τελών ύδρευσης και δ) δέκα φωτογραφίες. Κατ' αρχάς, από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι για τη συναγωγή του απορριπτικού πορίσματός της αυτή έλαβε υπόψη και τα υπό στοιχεία γ' και δ' αποδεικτικά μέσα, ενόψει και του ότι δεν γίνεται ειδική μνεία αυτών, σε κάθε δε περίπτωση διότι το Εφετείο την ως άνω κρίση του την στήριξε στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και όχι στα πιο πάνω αναφερόμενα (ΑΠ 944/1972).
Συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναφορικά με τα έγγραφα αυτά είναι αβάσιμος. Εξάλλου με τα υπό στοιχεία α και β έγγραφα από τις από 1.2.2006 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων και τις από 30.1.2006 προτάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή του, ναι μεν προκύπτει, ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση των εν λόγων εγγράφων όπως, όμως, προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, εκτιμώντας τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει και ιδίως την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, "ότι το ακίνητο που αναφέρεται στους παραπάνω τίτλους, δεν ταυτίζεται με το επίδικο, όπως αυτό προσδιορίζεται στην αγωγή".
Ακολούθως το Εφετείο, πλεοναστικώς, δέχτηκε και τα εξής: "το ότι το διεκδικούμενο ακίνητο δεν ταυτίζεται με τους τίτλους των εκκαλούντων ενισχύεται και από τα εξής περιστατικά: Ενώ οι εκκαλούντες ορίζουν ως νότιο σύνορο τούτου την ιδιοκτησία ΑΑ, όταν ο πατέρας τους (άμεσος δικαιοπάροχός τους) είχε πωλήσει με το ...
προσκομιζόμενο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ολύμπου, Γεωργίου Δασκάλου, στον ΗΗ, ένα οικόπεδο, 800 τ.μ. που συνορεύει προς βορρά με το διεκδικούμενο, όπως προσδιορίζεται με την αγωγή, δεν ανέφερε στο παραπάνω συμβόλαιο ως βόρειο σύνορο του πωληθέντος ακινήτου την ιδιοκτησία του, ήτοι το επίδικο. Επίσης η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι, το έτος 1988, οι εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά των αδελφών ..., συγκυρίων, κατά τα παραπάνω, του οικοπέδου που συνορεύει νότια με το ακίνητό τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν προσωρινά συννομείς μιας έκτασης 12 τ.μ.
που κατέλαβαν παράνομα οι προαναφερόμενοι. Η έκταση αυτή βρίσκεται στο νότιο τμήμα του όλου ακινήτου των εφεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης οι εκκαλούντες, που για πρώτη φορά τότε διεκδίκησαν το επίδικο, άσκησαν κύρια παρέμβαση, ισχυριζόμενοι ότι, το τμήμα των 12 τ.μ. νέμονται και κατέχουν οι ίδιοι, ως τμήμα του επιδίκου, καθώς και ότι δικαιοπάροχός τους ήταν ο ΘΘκαι όχι ο πατέρας τους, όπως ήδη με την κρινόμενη αγωγή τους επικαλούνται.
Επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως εκδόθηκε η 51/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, απορρίφθηκε δε ως αόριστη η κύρια παρέμβαση". Όμως, τα πιο πάνω περιστατικά, που φέρονται ότι αποδείχθηκαν με τη λήψη υπόψη του ... συμβολαίου και της 51/1988 απόφασης του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα και επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με τα πιο πάνω δύο έγγραφα, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 155/2006 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ