Legislator Case Law & Legislation
1014/2006 AI generated

1014/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1014/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2275/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 745/2002 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/9/2003 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1014/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το σύστημα αυτό, καθό το ποσοστό της ΑΤΑ προσδιοριζόταν στην αρχή κάθε τετραμήνου με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) του προηγούμενου τετραμήνου με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, έπαυσε να ισχύει στην πράξη με έμμεσο τρόπο με τη μη δημοσίευση δείκτη τιμών καταναλωτή, αντικαταστάθηκε όμως από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας με τον καθορισμό πρόσθετης αύξησης των αποδοχών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1014 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1014/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1...., 2...., 3...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατσαφάδο. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μουκαζή, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2275/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 745/2002 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/9/2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 14/10/2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την απόφαση αριθμ. 1/1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, που είχε ισχύ εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, καθιερώθηκε η ρήτρα της αυτόματης αναπροσαρμογής των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων (ΑΤΑ). Με την πράξη νομοθετικου περιεχομένου (ΠΝΠ) της 19-5-1982, που επικυρώθηκε από το άρθρο 23 του ν. 1320/1983, παρασχέθηκε η δυνατότητα για συνομολόγηση αντιστοίχων ρητρών με λοιπές κατηγορίες συλλογικών συμβάσεων (ήδη άρθρο 6 ν. 1346/1983 με την επιφύλαξη του άρθρου 27 του ν. 1320/1983).

Το σύστημα αυτό, καθό το ποσοστό της ΑΤΑ προσδιοριζόταν στην αρχή κάθε τετραμήνου με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) του προηγούμενου τετραμήνου με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, έπαυσε να ισχύει στην πράξη με έμμεσο τρόπο με τη μη δημοσίευση δείκτη τιμών καταναλωτή, αντικαταστάθηκε όμως από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας με τον καθορισμό πρόσθετης αύξησης των αποδοχών.

Με το ν. 2198/1994 ορίζεται στο άρθρο 1 «Οι μηνιαίες αποδοχές ….. των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ….…. αυξάνονται σε 5% από 1-1-1994», ενώ στην παρ. 2 του άνω άρθρου «στην περίπτωση που ο δείκτης τιμών καταναλωτή (Δ.Τ.Κ.) αυξηθεί μέσα στο έτος άνω του 10%, θα χορηγηθεί διορθωτικό ποσό αύξησης».

Σύμφωνα όμως με το ν. 2470/1977 «περί αναμόρφωσης μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης», ο οποίος κατ΄ άρθρο 24 αυτού σε συνδυασμό με την αριθμ. 2026439/3480/0022/30-5-1997 κοινή Υπουργική Απόφαση εφαρμόζεται και στους υπαλλήλους που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ισχύει από 1-1-1997 (άρθρο 33 άνω νόμου), δεν χορηγείται πλέον ΑΤΑ, ούτε ποσοστιαίες αυξήσεις αντ΄ αυτής (εκτός των διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών του άρθρου 10 του άνω νόμου), αφού αυτά ενσωματώθηκαν στους βασικούς μισθούς των Μ.Κ.

σε εφαρμογή της εισοδηματικής πολιτικής, ως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του άνω νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, οι αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου, που κατάρτισαν με τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη Διεύθυνση Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος του ΥΕΝ ως τεχνικός σύμβουλος, ως τεχνικός υπάλληλος στην Επιθέωρηση Εμπορικών Πλοίων και ως υπάλληλος στην Υπηρεσία Ναυτικών Μητρώων του ΥΕΝ αντίστοιχα.

Ότι μετά την συνταξιοδότηση τους εξακολούθησαν να παρέχουν τις άνω υπηρεσίες τους. Ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο από 1-7-1994 λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ισχυουσών και μη ισχυουσών διατάξεων περί υπολογισμού και καταβολής της ΑΤΑ περιέκοψε τις μηνιαίες αποδοχές τους κατά το ποσό που αφορούσε την καταβολή της ΑΤΑ και ότι καίτοι δικαιώθηκαν για το μέχρι 1-3-1996 χρονικό διάστημα με τις αριθμ. 15/1997 και 1750/1998 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, εντούτοις το αναιρεσίβλητο αρνείται να τους καταβάλει τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή μειωμένες αποδοχές, ζήτησαν δε, μετά νόμιμο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το αναιρεσίβλητο υποχρεούται για το από 1-1-1998 μέχρι 21-12-2000 χρονικό διάστημα να τους καταβάλει τα λεπτομερώς αναγραφόμενα ποσά.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το άνω περιεχόμενο ήταν μη νόμιμη και την απέρριψε με την αιτιολογία ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν προβλεπόταν από το νόμο χορήγηση ΑΤΑ ή ποσοστιαίας αύξησης. Με την κρίση αυτήν το Εφετείο δεν εφήρμοσε εσφαλμένα τις άνω διατάξεις και συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 29 του ν. 2470/1997, κατά την οποία «σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά την έναρξη της ισχύος του, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψη της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών», δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, διότι με την ένδικη αγωγή δεν ζητούνται διαφορές αποδοχών μεταξύ των μέχρι την έναρξη του άνω νόμου (1-1-1997) καταβαλλομένων ανωτέρων και των από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού προκυπτουσών μικροτέρων αποδοχών, αλλά οι μηνιαίες αποδοχές κατά το ποσό που το αναιρεσίβλητο περιέκοψε την ΑΤΑ.

Ένα μέλος όμως του δικαστηρίου ο αντιπρόεδρος Χρήστος Μπαλντάς έχει την εξής γνώμη. Με την ως άνω αγωγή τους, κατά το εις το αναιρετήριο περιεχόμενό της και όπως από αυτή πράγματι προκύπτει, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά ως προς το είδος της συνδεούσης αυτούς μετά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου εργασιακής συμβάσεως και την παρασχεθείσα με βάση αυτή από τον καθένα εργασία ζήτησαν την σε αυτούς επιδίκαση (κατ΄ αναγνώριση της σχετική αξιώσεώς τους) της διαφοράς μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών τους, διαλαμβάνοντας σε αυτήν, ως εκ περισσού, ως εικασίαν ως προς τον λόγον περί κοπής των αποδοχών τους, την μη ορθή, κατά την άποψή τους, από το αντίδικό τους ερμηνεία των διατάξεων περί της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.).

Δεν ζήτησαν δηλαδή την επιδίκαση της τελευταίας (Α.Τ.Α.) κατά το ένδικον χρονικό διάστημα.

Συνεπώς το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παρεβίασε με την εφαρμογή τους τις παραπάνω διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται τούτο με τον άνω λόγον αναιρέσεως, ο οποίος έπρεπε να γίνει δεκτός. Ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εφήρμοσε τους εφαρμοστέους εν προκειμένω κανόνες δικαίου και δη στις αρχές και διατάξεις που ορίζουν ότι οι αποδοχές των εργαζομένων δεν δύνανται να μειωθούν άνευ νόμου ρητώς προβλέποντος τούτο ή άνευ συμφωνίας εργαζομένων και εργοδότου είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους (Ολ. ΑΠ 32/1996).

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ., στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, περιοριζόμενη όμως στο όριο που θέτει το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει μετά την αριθμ. 134.423/1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-9-2003 αίτηση των ..., ... και ... για αναίρεση της 745/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ