1013/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1013/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1013 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1013/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Παπαϊακώβου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε." και διακριτικό τίτλο "...", που έδρευε στη ... και η οποία σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση κι εκπροσωπείται νομίμως από τους εκκαθαριστές αυτής: Ε. Β. του Χ., κατοίκου... και Α. Τ. του Δ., κατοίκου... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουνδουρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/ΤΜ/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 664/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ, 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, 7/2006, 4/2005).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (ΑΠ24/2015).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε., που εδρεύει στη ... συνεστήθη με το από 5-2-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Βέροιας με αριθμό 56/2007, από τους Ε.
Β. και Α. Τ., οι οποίοι τυγχάνουν ομόρρυθμα μέλη της και με σκοπό τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία καφέ-μπάρ. Με τους ως άνω ομόρρυθμους εταίρους της ενάγουσας ο εναγόμενος διατηρούσε πολύ καιρό πριν τη σύσταση της εταιρείας τους φιλικές σχέσεις, αλλά και επαγγελματική συνεργασία, αφού ήδη είχε μεταβιβάσει σ' αυτούς περί τα τέλη του έτους 2006 την επιχείρηση καφέ-μπαρ, που διατηρούσε αυτός (εναγόμενος)...
το οποίο μετά τη σύσταση της ενάγουσας εταιρείας λειτούργησε επ' ονόματι της τελευταίας. Ο ίδιος μαζί με το Γ. Τ. είχαν συστήσει με το από 6-2-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", με σκοπό την εκμετάλλευση επιχείρησης πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, αναψυκτικών, καφέ, αφεψημάτων, χυμών και συναφών ειδών...
Στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2008 ο εναγόμενος και ο συνέταιρος του Γ. Τ. κατόπιν διαπραγματεύσεων συμφώνησαν να πωλήσουν ποσοστό 85% της εταιρείας τους στους Ε. Β., Α. Τ., Μ. Μ. και Β. Γ., αντί τιμήματος 110.000 ευρώ. Η συμφωνία αυτή δεν εξελίχθηκε ομαλά και ο εναγόμενος άσκησε, μεταξύ άλλων, εναντίον των ανωτέρω προσώπων και του συνεταίρου του Γ.
Τ. την από 4-1-2010... αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ζητώντας την καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, ενώ στις 29-9-2008 κατέθεσε και μήνυση... εναντίον του συνεταίρου του Γ. Τ. και του αδελφού του Ε. Τ., σε βάρος των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν αυτοί δυνάμει του υπ'αριθμ. 147/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας και άμεσης συνέργειας σε αυτουργία, αντίστοιχα.
Προηγουμένως, περί τις αρχές Ιουνίου 2007 ο εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε την εποχή εκείνη οικονομική ρευστότητα, ώστε να αποκτήσει την άδεια του ασφαλιστή, έχοντας σκοπό να ασχοληθεί και με επιχειρήσεις ασφάλειας, ήλθε σε επαφή με τους ως άνω Ε. Β. και Α. Τ. προκειμένου να τον δανειοδοτήσουν με το ποσό των 15.000 ευρώ κατ' αρχήν ως φυσικά πρόσωπα, λόγω της πολυετούς γνωριμίας και συνεργασίας τους.
Επειδή, όμως, οι τελευταίοι δεν διέθεταν το εν λόγω χρηματικό ποσό και προκειμένου να εξυπηρετήσουν τον εναγόμενο, ο οποίος δεν μπορούσε να λάβει δάνειο από τράπεζα, ούτε και οι ίδιοι ως φυσικά πρόσωπα, συμφώνησαν μαζί του να λάβει δάνειο από τράπεζα η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ήταν ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές και αυτή (ενάγουσα) τελικά να προβεί στη δανειοδότησή του.
Έτσι, στις 12-6-2007, οι ως άνω Ε. Β. και Α. Τ., ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές της ενάγουσας εταιρείας, μετέβησαν μαζί με τον εναγόμενο και τους πρωτοδίκως εξετασθέντες μάρτυρες των διαδίκων Ε. Τ. (αδελφό του συνεταίρου του εναγόμενου Γ. Τ.) και Ν. Γ. (υπάλληλο του εναγόμενου στην επιχείρηση καφέ-μπαρ που διατηρούσε ο τελευταίος) στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στη Νάουσα, όπου και συνήφθη μεταξύ της εν λόγω τράπεζας και της εταιρείας, που εκπροσωπούσαν οι προαναφερόμενοι, η υπ' αριθμ. 27488/12-6-2007 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό ύψους 25.000 ευρώ.
Αυθημερόν (12-6-2007) εκταμιεύθηκε από την ανωτέρω πίστωση που χορηγήθηκε στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο παραδόθηκε αμέσως μέσα στο υποκατάστημα της ως άνω Τράπεζας στον εναγόμενο, δηλαδή μεταβιβάστηκε σ' αυτόν κατά κυριότητα, σε εκτέλεση της σύμβασης δανείου που συνομολογήθηκε τελικά μεταξύ του τελευταίου και της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας, την οποία εκπροσωπούσαν οι προαναφερόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές της Ε.
Β. και Α. Τ.. Το ανωτέρω ποσό του δανείου ο εναγόμενος υποσχέθηκε να το αποδώσει εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη του. Ωστόσο, αυτός επικαλούμενος προσωρινή οικονομική αδυναμία δεν απέδωσε το παραπάνω ποσό στην ενάγουσα, ζητώντας από τους ως άνω ομόρρυθμους εταίρους και διαχειριστές της την εκ νέου δανειοδότησή του.
Έτσι, στις αρχές Φεβρουαρίου του 2008 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και δεύτερη σύμβαση άτοκου δανείου, σε εκτέλεση του οποίου η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία μεταβίβασε στον εναγόμενο, κατά κυριότητα, το ποσό των 5.000 ευρώ. Ως χρόνος απόδοσης αμφότερων των παραπάνω δανείων, συνολικού ποσού 20.000 ευρώ, ορίστηκε τελικά κατά τη μεταξύ τους συμφωνία το τέλος του μηνός Απριλίου του έτους 2008.
Ο εναγόμενος δεν επέστρεψε το πιο πάνω ποσό κατά την ημερομηνία, που είχε συμφωνηθεί, ούτε αργότερα, και εξακολουθεί να το οφείλει. Περί όλων των ανωτέρω η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, Ε. Τ., ήταν σαφέστατη και με προσωπική γνώση. Ήταν παρών όταν δόθηκε το πρώτο ποσό των 15.000 ευρώ εντός του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, αφού προηγουμένως η ενάγουσα εταιρεία συνήψε με την τράπεζα αυτή σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και έλαβε το εν λόγω ποσό ως προϊόν δανείου και το παρέδωσε η ίδια, δια των διαχειριστών και ομορρύθμων εταίρων της, αυθημερόν με την..
ανάληψή του στον εναγόμενο... Τη λήψη του πρώτου δανείου των 15.000 ευρώ από τον εναγόμενο μέσα στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας επιβεβαιώνει πλήρως και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, Ν. Γ., ο οποίος μάλιστα ήταν και ο εγγυητής της σύμβασης πιστώσεως που συνήψε η ενάγουσα με την Εμπορική τράπεζα. Ο μάρτυρας αυτός χαρακτηριστικά κατέθεσε: "Στο δάνειο που πήραν από την Εμπορική Τράπεζα ήμουν εγγυητής.
Ήμουν μπροστά..." Ο εναγόμενος αρνείται την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων δανείου με την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, υποστηρίζοντας αβάσιμα ότι οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν με τους Ε. Β. και Α. Τ., που ενεργούσαν ως φυσικά πρόσωπα και όχι ως ομόρρυθμοι εταίροι, νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της ενάγουσας εταιρείας.
Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, τα προαναφερόμενα πρόσωπα στερούνταν των αναγκαίων κεφαλαίων να προβούν σε δανεισμό του εναγομένου, γι' αυτό και οι επίδικες συμβάσεις δανείων συνομολογήθηκαν τελικά με την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας τα πρόσωπα αυτά ήταν ομόρρυθμα μέλη, νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές και η οποία εταιρεία έλαβε δάνειο προκειμένου εν συνεχεία να δανειοδοτήσει τον εναγόμενο.
Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που δανείσθηκε ο εναγόμενος ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας εταιρείας και μόνον αυτή η τελευταία μπορούσε να τα δανείσει, ήτοι να τα μεταβιβάσει κατά κυριότητα, στον εναγόμενο. Ο τελευταίος, εξάλλου, δεν επικαλείται ούτε και προέκυψε από την όλη αποδεικτική διαδικασία ότι μεσολάβησε κάποια διαδικασία μέσω της οποίας οι ως άνω ομόρρυθμοι εταίροι Ε.
Β. και Α. Τ. δανείστηκαν ή με άλλον τρόπο έλαβαν τα χρήματα από την ενάγουσα εταιρεία τους προκειμένου να τα δανείσουν μετέπειτα στον εναγόμενο ως φυσικά πρόσωπα. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμβάσεις δανείου συνομολογήθηκαν μεταξύ του εναγομένου και του- νομικού προσώπου της ενάγουσας εταιρείας, εκπροσωπούμενου από τους ομόρρυθμους εταίρους και διαχειριστές της Ε.
Β. και Α. Τ., δεν αναιρείται, αντίθετα ενισχύεται, από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος... στα οποία οι προαναφερόμενοι Β. και Τ. αναφέρονται ρητά στα δάνεια που χορήγησαν στον εναγόμενο για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, εννοώντας προφανώς ότι αυτοί ενεργούσαν (ως) νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της ενάγουσας εταιρείας, αφού τα χρήματα ανήκαν κατά κυριότητα στην τελευταία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τα άνω δανεισθέντα ποσά των 15.000 ευρώ και 5.000 ευρώ και συνολικά 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τη συμφωνηθείσα δήλη ημερομηνία απόδοσης αυτού (30-4-2008), οπότε και κατέστη υπερήμερος. Και ναι μεν ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό, είχε προτείνει τις ενστάσεις εξόφλησης και συμψηφισμού της απαίτησης της ενάγουσας.
Ανεξάρτητα όμως από τη βασιμότητα των ανωτέρω ενστάσεων, τα ζητήματα αυτά δεν θα ερευνηθούν στο δεύτερο βαθμό διότι οι εν λόγω ενστάσεις δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα... Το αίτημα του εφεσιβλήτου της αναβολής της συζήτησης της ένδικης αγωγής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της με αριθμ.εκθ. κατ. 71/ΤΠ/3/2010 αγωγής του εναγομένου, μεταξύ άλλων, και κατά των Ε.
Β. και Α. Τ. κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο, καθόσον η διάγνωση της προκειμένης διαφοράς δεν εξαρτάται από ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο της δίκης...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε την από 04.01.2013 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την από 11.9.2018 αγωγή της τελευταίας, στην οποία υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.4.2008 μέχρι την εξόφληση.
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι με εσφαλμένη ερμηνεία δέχεται ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατήρτισε δανειακή σύμβαση με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και χορήγησε σε αυτόν δάνειο αποδοτέο εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη του.
Ωστόσο τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά τα ανωτέρω το Εφετείο πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 806, 807, 808, 361, 345 και 346 ΑΚ τις οποίες έτσι ορθά εφάρμοσε. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρ.559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τις πραγματικές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παρατίθενται πιο πάνω και ειδικότερα με τις παραδοχές του αποδεικτικού της πορίσματος ότι οι επίδικες δανειακές συμβάσεις συνήφθησαν μεταξύ του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και του νομικού προσώπου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εκπροσωπούμενου από τους ομόρρυθμους εταίρους και διαχειριστές της Ε.Β.
και Α. Τ., διέλαβε σαφείς, εμπεριστατωμένες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή από τη νόμιμη βάση της. Επομένως ο δεύτερος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αβάσιμος.
Εξάλλου η αιτίαση που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι δεν αξιολόγησε ορθά τα αποδεικτικά μέσα και οδηγήθηκε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα με την αποδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτη, διότι με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου πλήττει σαφώς την ανεξέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.
Κατά τα λοιπά, η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως ο δεύτερος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ακολούθως, εφόσον η αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ επαφίεται στη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, η περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 190/2016, ΑΠ 1232/2012, ΑΠ 1834/2007).
Επομένως ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να, απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04.10.2016 αίτηση του Χ. Μ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ 664/2015. απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.