Legislator Case Law & Legislation
1013/2017 AI generated

1013/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1013/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1013/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκε, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως καταθέσεως.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements waiver of concession planning permission variance non-binding offer exclusion of bidder right of pre-emption
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1013 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1013/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Σ. Β., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ιωάννη Αβραμίδη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1367/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 452/2014 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2015 αίτησή της και τους από 9-11-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 30-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκε, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως καταθέσεως.

Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την αυτή προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με αυτές των άρθρων 111 §§ 1 και 2,568 §§ 2,3 και 4 και 570 §§ 2 και 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως για το παραδεκτό όμως αυτών απαιτείται και επίδοση του δικογράφου τους πριν από την ίδια προθεσμία.

Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως πριν από την πιο πάνω προθεσμία ή της επιδόσεως αυτού πριν από την ίδια προθεσμία, σε περίπτωση εμπρόθεσμης καταθέσεως, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, για έλλειψη προδικασίας και για το λόγο αυτό την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως.

Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με το από 9 - 11 - 2015 δικόγραφο της πρέπει ν απορριφθούν ως απαράδεκτοι εφόσον δεν αποδεικνύει η αναιρεσείουσα αλλά και ούτε επικαλείται επίδοση του δικογράφου αυτού στην αναιρεσίβλητη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης.

Στην ένδικη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: «Δυνάμει του από 1ης Φεβρουάριου 2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανέλαβε την εκμετάλλευση όλων των κυλικείων (bars) των υπό ελληνική σημαία Ε/Γ- Ο/Γ πλοίων "..."..., πλοιοκτησίας της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), ήτοι την εισαγωγή και διάθεση τροφίμων, πάσης φύσεως ποτών, ευφραντικών και τυποποιημένων προϊόντων, ικανών προς κατανάλωση από τους επιβαίνοντες στα ως άνω πλοία και την τοποθέτηση στους υπάρχοντες χώρους ψυχαγωγίας των πλοίων ψυχαγωγικών παιγνίων, που επιτρέπονται από το νόμο και εφόσον η ενάγουσα λάβει κάθε αναγκαία, για τη λειτουργία και εκμετάλλευση κάθε τέτοιου παιγνίου, άδεια από τις αρμόδιες αρχές, έναντι του χρηματικού ποσού των πενήντα οκτώ λεπτών του ευρώ (0,58 ευρώ) ανά μεταφερόμενο από κάθε πλοίο επιβάτη καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, η οποία συμφωνήθηκε να είναι διετής, αρχομένη την 1η-02-2010 και λήγουσα την 31η-01-2012.

Σύμφωνα με τον 23°, κρίσιμο, κατά τα αναφερόμενα κατωτέρω, για την ουσιαστική έρευνα της προκειμένης διαφοράς, όρο της ένδικης σύμβασης, ο οποίος είχε περιληφθεί και στα από 1ης Μαρτίου 2006 και 1ης Φεβρουάριου 2008 προγενέστερα συμφωνητικά, που είχαν υπογράψει οι διάδικοι. Επιπλέον συμφωνείται, ότι μετά τη λήξη της παρούσας συμβάσεως και εφόσον δεν συντρέχει λόγος καταγγελίας αυτής από την Εταιρεία (η οποία είναι η εναγομένη της προκειμένης δίκης), αφορών τη ... (ενάγουσα), η ...

θα τηρεί δικαίωμα προτίμησης έναντι οποιουδήποτε τρίτου σχετικώς με την ανάθεση της εκμετάλλευσης των κυλικείων (bars) των συμβατικού τύπου πλοίων της Εταιρείας, που δραστηριοποιούνται στις ακτοπλοϊκές γραμμές του ...". Ισχυρίζεται η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή ότι, κατά παράβαση του ως άνω συμβατικού όρου, που παρείχε στην ίδια δικαίωμα προτίμησης έναντι τρίτου ως προς την ανάθεση της ως άνω εκμετάλλευσης, η εναγομένη δεν την ενημέρωσε για την προσφορά της τρίτης, μη διαδίκου, εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", πριν προχωρήσει στη σύναψη συμφωνίας.

Πλην όμως, κατά την πραγματική έννοια του ως άνω όρου της επίδικης σύμβασης, σύμφωνα με την αληθινή βούληση των συμβληθέντων- διαδίκων μερών, όπως αυτή ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), το δικαίωμα προτίμησης της ενάγουσας υφίστατο μόνο σε περίπτωση μη συνδρομής λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης, που να αφορά την ενάγουσα, ο οποίος να είχε προκύψει κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, αλλά η εναγόμενη, για λόγους που ανάγονται στα συμφέροντα της ιδίας, δεν το είχε ασκήσει, ενόσω η σύμβαση ήταν σε ισχύ.

Διαφορετική ερμηνεία του ως άνω όρου, δηλαδή ότι, για να διατηρεί η ενάγουσα το δικαίωμα προτίμησης, πρέπει η λήξη της συμβάσεως να έχει επέλθει λόγω παρόδου του συμβατικού χρόνου διάρκειάς της και όχι λόγω καταγγελίας αυτής, δεν δύναται να συναχθεί από τον ως άνω όρο της ενδίκου συμβάσεως. Και λόγο καταγγελίας της ενδίκου συμβάσεως, που αφορά την ενάγουσα και ανέκυψε κατά το διάστημα ισχύος της συμβάσεως, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, συνέτρεξε υπέρ της εναγομένης.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον 11° όρο της συμβάσεως, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην εναγομένη, έναντι της αμοιβής της, το ποσό των 687.395,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19%, ήτοι το ποσό των 818.000,00 ευρώ, για κάθε έτος ισχύος αυτής, με την παράδοση δώδεκα (12) μεταχρονολογη μένων επιταγών, εκδόσεώς της εις διαταγήν της εναγομένης, με φερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως το τέλος εκάστου μηνός.

Ρητώς συμφωνήθηκε δε ότι η εναγομένη θα εμφάνιζε προς είσπραξη εκάστη των επιταγών εντός της νομίμου προθεσμίας εμφανίσεως από την αναγραφόμενη σε αυτήν ημερομηνία εκδόσεως. Περαιτέρω οι εκ τρίτου συμβαλλόμενοι, Ε. Ζ., Δ. Σ. και Ν. Β., ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν στην εναγομένη δίγραμμες τραπεζικές επιταγές εις διαταγήν της, προς εξασφάλιση πληρωμής των εκ της ενάγουσας οφειλομένων επιταγών.

Οι ως άνω επιταγές για το πρώτο μεν έτος της συμβάσεως παραδόθηκαν ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμβάσεως, ενώ για το δεύτερος έτος συμφωνήθηκε να παραδοθούν την 1η-02-2011. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση της Α. Π., Διευθύντριας του λογιστηρίου της εναγομένης, οι μεν εταίροι της ενάγουσας και εκ τρίτου συμβληθέντες στην επίδικη σύμβαση δεν παρέδωσαν στην εναγομένη καμία εκ των συμφωνηθεισών εγγυητικών επιταγών, η δε ενάγουσα δεν παρέδωσε καμία από τις συμφωνηθείσες μεταχρονολογημένες επιταγές για το συμβατικό έτος 1η- 02- 2011 έως 31-01-2012, αλλά ούτε και κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά εντός 8 ημερών από το τέλος κάθε μήνα, όπως όφειλε, με βάση τα συμφωνηθέντα.

Αντιθέτως, κατέβαλε τα οφειλόμενα ανά μήνα ποσά της συμφωνηθείσας αμοιβής είτε μερικώς εντός του οκταημέρου, είτε εκπρόθεσμα, όποτε η ίδια διευκολυνόταν. Πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα την αμοιβή του μηνός Φεβρουάριου 2011, ποσού 23.236,89 ευρώ, την εξόφλησε την 1η-4-2011, την αμοιβή του μηνός Μαρτίου 2011, ποσού 36.751,51 ευρώ, στις 20-4-2011, την αμοιβή του μηνός Απριλίου 2011, ποσού 57.009,93 ευρώ, στις 16-5-2011, την αμοιβή του μηνός Μάιου 2011, ποσού 56.996,38 ευρώ, στις 16-6-2011, την αμοιβή του μηνός Ιουνίου 2011, ποσού 75.613,98 ευρώ, στις 15-7-2011, την αμοιβή του μηνός Ιουλίου 2011, ποσού 109.024,64 ευρώ, εν μέρει στις 10-8-2011, οπότε και κατέβαλε 70.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 39.024,64 ευρώ στις 16-8-2011, την αμοιβή του μηνός Αυγούστου 2011, ποσού 105.871,41 ευρώ, εν μέρει στις 8-9-2011 οπότε και κατέβαλε 80.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 25.871,41 ευρώ στις 13-9-2011, την αμοιβή του μηνός Σεπτεμβρίου 2011, ποσού 82.705,89 ευρώ, εν μέρει στις 7-10-2011, οπότε και κατέβαλε 40.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 42.705,89 ευρώ στις 18-10-2011, την αμοιβή του μηνός Οκτωβρίου 2011, ποσού 37.890,10 ευρώ, εν μέρει στις 8-11-2011, οπότε και κατέβαλε 20.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 17.890,10 ευρώ στις 14-11-2011, την αμοιβή του μηνός Νοεμβρίου 2011, ποσού 34.111,93 ευρώ, εν μέρει στις 12-12-2011, οπότε και κατέβαλε 20.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 14.111,93 ευρώ στις 19-12-2011, την αμοιβή του μηνός Δεκεμβρίου 2011, ποσού 31.385,32 ευρώ, εν μέρει στις 11-01-2012, οπότε και κατέβαλε 20.000,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 11.385,32 ευρώ στις 19-01-2012 και την αμοιβή του μηνός Ιανουαρίου 2012, ποσού 21.353,23 ευρώ, εν μέρει στις 8-3-2012 οπότε και κατέβαλε 4.000,00 ευρώ και για το υπόλοιπο ποσό των 17.323,23 ευρώ παρέδωσε στην εναγομένη δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 7.323,53 ευρώ με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως 31-5-2012 και ποσού 10.000,00 ευρώ με αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεως 30- 6-2012.

Η δυσχέρεια της ενάγουσας ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων προκύπτει και από τις με ημερομηνίες 18-3-2011 και 18-11-2011 εξώδικες επιστολές, που απέστειλε στην εναγομένη, στις οποίες επικαλείται ότι, λόγω και της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ζητεί από την τελευταία την επαναδιαπραγμάτευση και τροποποίηση των όρων παραχώρησης της εκμετάλλευσης των κυλικείων των πλοίων της, που δραστηριοποιούνται στον Αργοσαρωνικό, με ευνοϊκότερους για την ίδια οικονομικούς όρους, προσφέροντας στη μεν πρώτη επιστολή, ως αντάλλαγμα, το ποσό των 0,50 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., αντί του συμφωνηθέντος των 0,58 ευρώ και εναλλακτικά ποσοστό 57% επί του συνόλου των εισπράξεων, πλην Φ.Π.Α., στη δε δεύτερη ποσοστό 60% επί του συνόλου των εισπράξεων, πλην Φ.Π.Α..

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι τον Ιανουάριο του 2011 ο Διευθυντής οικονομικών της εναγόμενης κ. Β. ζήτησε να μην χορηγηθούν οι ως άνω εγγυητικές επιταγές, αλλά μόνο μία επιταγή ποσού 80.000,00 ευρώ, δεν προκύπτει από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι συμφωνήθηκε άτυπα τροποποίηση του ως άνω όρου του εγγράφως καταρτισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού.

Από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η εναγομένη, λόγω υπερημερίας της ενάγουσας ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ηδύνατο, σύμφωνα και με τον 14° όρο της συμβάσεως, να την καταγγείλει. Επέλεξε, προκειμένου να αποφύγει τη δαπανηρή και χρονοβόρο για την ίδια δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεών της και ενόψει του ότι τα προβλήματα ανέκυψαν κατά το δεύτερο και τελευταίο έτος της συμβάσεως, να μην την καταγγείλει, αλλά, μετά τη λήξη της, να συνάψει νέα σύμβαση με την ως άνω τρίτη, μη διάδικο, εταιρεία, η οποία της προσέφερε, σε σύγκριση και με την ως άνω με ημερομηνία 18-11-2011 προσφορά της ενάγουσας, ευνοϊκότερους οικονομικούς όρους, όπως προκύπτει από την από 11-11-2011 προγενέστερη προσφορά αυτής.

Συνεπώς, εφόσον συνέτρεχε λόγος καταγγελίας της ενδίκου συμβάσεως, που αφορούσε την ενάγουσα και είχε ανακύψει ενόσω η σύμβαση ήταν σε ισχύ, η εναγομένη δεν υποχρεούτο να τηρήσει το δικαίωμα προτίμησης της ενάγουσας". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού κατ’ αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, απέρριψε ακολούθως αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την ερμηνεία του επίμαχου 23ου όρου της σύμβασης, τον οποίο εσφαλμένα ερμήνευσε, με τις αιτιάσεις ότι: ι) σύμφωνα με την υιοθετούμενη από την αναιρεσείουσα γραμματική ερμηνεία του ανωτέρω όρου, για να μην έχει αυτή το κατά τη σύμβαση δικαίωμα προτίμησης, θα έπρεπε να υπάρχουν ταυτόχρονα η λήξη της σύμβασης και ο λόγος καταγγελίας της (και όχι να είχε ανακύψει ο λόγος της καταγγελίας ενόσω η σύμβαση ήταν σε ισχύ, όπως δέχθηκε το Εφετείο), 2) το δικαστήριο της ουσίας παρείδε, κατά το σχηματισμό της σχετικής κρίσης του ότι ο συγκεκριμένος όρος προτιμήσεως, είχε τεθεί προς το δικό της συμφέρον, 3) το Εφετείο παρείδε ότι ο 23ος όρος έχει τεθεί μετά τον 20ο όρο που ομιλεί για γενόμενα μετά τη λήξη του επίμαχου συμφωνητικού ή την οποιαδήποτε λύση του και συνεπώς, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ο συγκεκριμένος όρος (23ος) περιείχε το σκοπό των δικαιοπρακτούντων να αναγράφουν γεγονότα που θα συνέβαιναν μόνο μετά τη χρονική λήξη της επίμαχης συμφωνίας, 4) δέχτηκε ότι ο ΦΠΑ μπορεί να καταβάλλεται πριν την ολοκλήρωση της παροχής, 5) οποιαδήποτε καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη δεν ευσταθεί, διότι εκείνη (αναιρεσείουσα) τήρησε όλους τους όρους της σύμβασης και επομένως μια τέτοια καταγγελία θα ήταν απόλυτα καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες. Ειδικότερα, οι τρεις πρώτες, ως αβάσιμες, διότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η πραγματική έννοια του όρου 23 της συμβάσεως κατά την πραγματική βούληση των συμβληθέντων μερών ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ήταν, ότι για να μη γεννάται το δικαίωμα προτίμησης της αναιρεσείουσας αρκούσε να συνέτρεξαν λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια ισχύος της, οι οποίοι και συνέτρεξαν κατά τις παραδοχές της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Οι λοιπές δύο αιτιάσεις είναι απορριπτέες, διότι συναπτόμενες όχι με την ερμηνεία του επίμαχου συμβατικού όρου, αλλά με τη στοιχειοθέτηση ή μη λόγου καταγγελίας της σύμβασης, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ).

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ’ αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που περιέχεται στα υπό των διαδίκων επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν μετά νομίμου επικλήσεως και όσα προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο εξ αυτών, για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς".

Από την ειδική αυτή βεβαίωση, ως προς την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας και γενική, ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και το αναφερόμενο αντίγραφο της ...

επιταγής της ... BANK, ποσού 80.000 ευρώ, σε διαταγή της αναιρεσίβλητης, που φέρονται ως αγνοηθέντα με το αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ (και όχι 8) είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης που αφορούν α) στην ανάληψη συμβατικής υποσχέσεως της αναιρεσείουσας (όρος ιι της συμβάσεως) να καταβάλει έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής το ποσό των 818.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών για το τέλος κάθε μήνα, παραδοτέες κατά τη ρητή συμφωνία τους για το δεύτερο έτος της συμβάσεως την 1-2-2011 και β) την υπερημερία της αναιρεσείουσας στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση της ως άνω συμβατικής υποχρεώσεώς της και εκείνης (παραδοχής) κατά την οποία, όπως επί λέξει αναφέρεται στο αναιρετήριο "το εφετείο δέχεται ότι το μίσθωμα των μηνών από τον Ιανουάριο του 2011 έως και τον Ιανουάριο του 2012 για τα κυλικεία των επίδικων πλοίων που υποχρεούμαστε να καταβάλουμε στην αντίδικο ήταν το μίσθωμα που προέκυπτε από τους μεταφερόμενους επιβάτες κάθε επίδικου πλοίου και όχι σύμφωνα με τους όρους του από 1-2-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ εμού και της αντιδίκου μου". Ο λόγος είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος δεδομένου ότι τέτοια παραδοχή όπως η επικαλούμενη τελευταία, δεν περιλαμβάνεται στις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν, οι κρινόμενες από 28-01-2015 αίτηση και οι από 09-11-2015 πρόσθετοι λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2015 αίτηση και τους από 9 Νοεμβρίου 2015 πρόσθετους λόγους της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 452/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 14 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ