Legislator Case Law & Legislation
1013/2014 AI generated

1013/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1013/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1013/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Keywords

AI generated
transition indemnity duration of incapacity unemployment benefits of directors change of job retroactive short-time compensation exclusion from public-sector employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1013 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1013/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Θ. του Κ. και 2) Α. συζ. Χ. Θ., το γένος Δ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ιωαννίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Π., 2) Ι. Τ. του Π., κατοίκων ..., και 3) Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγίας Άννας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/2/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 28/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1,2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 25-2-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 65/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας δικάσαντος κατ' έφεση. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-12-2013) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι αναιρεσίβλητοι, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Από τις προσκομιζόμενες δε με επίκληση υπ' αριθμ. 748/5-9-2013, 1025/4-9-2013 και 1024/4-9-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Χαλκίδας ... η πρώτη και του δικαστικού επιμελητή Πειραιά ... οι λοιπές, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-12-2013), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, στους τρεις αναιρεσίβλητους.

Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ, αν ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, ο κύριος αυτού δικαιούται να απαιτήσει από το γείτονες δίοδο έναντι ανάλογης αποζημίωσης. Η κατεύθυνση της οδού και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι ων ακίνητο στερούμενο της αναγκαίας διόδου προς οδό νοείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνίας με τη δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό, αναγκαία για την, σύμφωνα με τον προορισμό του, εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, αλλά αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ακίνητα αστικά ή αγροτικά, οικοδομημένα εν μέρει ή ασκεπείς χώρους, εντός ή εκτός σχεδίου.

Η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος που πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού όπως και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά σύμφωνα με τις κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, τον προορισμό και τη θέση ή περιοχή τούτου με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών.

Η αξίωση αυτή για παροχή διόδου αποτελεί περιορισμό της κυριότητας εκ του νόμου, ο οποίος δηλαδή περιορίζει την έκταση των εξουσιών του κυρίου του τμήματος του ακινήτου του που οριοθετείται ως δίοδος του άλλου ακινήτου και ικανοποιείται, εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, με την καταβολή ανάλογης πάντοτε χρηματικής, εφάπαξ δε καταβαλλομένης, πριν από τη χρήση της διόδου, αποζημιώσεως.

Εξάλλου, ως ανάλογη αποζημίωση νοείται η κατά τις γενικές διατάξεις αρμόζουσα πλήρης αποκατάσταση της ζημίας (άρθρο 298 ΑΚ)δηλαδή αυτής που επέρχεται από τη μείωση της αξίας του βεβαρημένου ακινήτου εξαιτίας της παροχής της διόδου, τη μείωση της προσόδου του, εφόσον είναι προσοδοφόρο αλλά και από κάθε άλλη αιτία με αναφορά προς καθορισμό αυτής της ζημίας στο χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως δια της οποίας παρέχεται η δίοδος.

Η καταβολή της αποζημιώσεως αποτελεί αίρεση(προϋπόθεση) για την ενέργεια της διόδου και ορίζεται μόνος εφάπαξ καταβλητέα. Αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από την τελεσιδικία της αποφάσεως κρινόμενο κατά την καλή πίστη, ο κύριος του ακινήτου που ορίστηκε ως δουλεύον μπορεί να ζητήσει με αγωγή την κατάργηση της διόδου που συστάθηκε.

Με την απόφαση συνιστάται πραγματική δουλεία διόδου με τη μορφή της επιδικάσεως υπέρ του ενάγοντος ως κυρίου του περικλείστου ακινήτου και υπόκειται σε μεταγραφή εάν ο ενάγων μετέγραψε μεν την τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία συνιστάται η δουλεία αλλά δεν κατέβαλε ακόμη την αποζημίωση, δεν μπορεί να αξιώσει από τον εναχθέντα γείτονα την άσκησή της.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1016 ΑΚ, εκείνος που παρακωλύεται ή διαταράσσεται στη χρήση της διόδου προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την προστασία των πραγματικών δουλειών οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Παρακώληση της χρήσεως της διόδου υπάρχει όταν ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου εμποδίζεται πλήρως να χρησιμοποιήσει τη δίοδο.

Διατάραξη δε, όταν εμποδίζεται μερικώς. Σε περίπτωση παρεμποδίσεως ή διαταράξεως της χρήσης της διόδου, ο δικαιούχος μπορεί να προστατευθεί τόσον ως δουλειούχος με την εμπράγματη αγωγή του άρθρου 1132 ΑΚ, όσον και ως οιονεί νομέας της δουλείας με τις αγωγές για την προστασία της νομής. Έτσι, ο δικαιούχος σε περίπτωση καθολικής προσβολής της δουλείας ή μερικής προσβολής, μπορεί να ζητήσει με την αγωγή "περί ομολογήσεως δουλείας" άρθρο 1132 ΑΚ, την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε, συμβαίνει αν εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, ενώ δεν έπρεπε ή δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και εάν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχής της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 8-2-2008 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας Ευβοίας ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος και η δεύτερη εξ αυτών είναι συγκύριοι ενός ακινήτου (αγροκτήματος) εκτάσεως 262,50 τ.μ., ενώ ο τρίτος εξ αυτών είναι κύριος ενός ακινήτου (αγροκτήματος) έκτασης 265 τ.μ.

συνορευομένου με το ακίνητο των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων. Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 11/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννης υποχρεώθηκαν οι τότε εναγόμενες Ξ. σύζυγος Η. Ι. και Μ. σύζυγος Ν. Λ. και ήδη δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων-εναγομένων, να παραχωρήσουν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, δίοδο μήκους 55 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων όπως αυτή περιγράφεται στο διατακτικό της άνω απόφαση για την εξυπηρέτηση των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων τα οποία τυγχάνουν περίκλειστα, έναντι καταβολής ανάλογης αποζημίωσης εφάπαξ ποσού 660.000 δραχμών στις τότε εναγόμενες.

Ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε μεταγραφή της ανωτέρω απόφασης και σε καταβολή μέρους του ως άνω ποσού της αποζημίωσης από 370.000 δραχμές. Ότι οι αναιρεσείοντες απέκτησαν το δουλεύον ακίνητο το έτος 2004 με την ανωτέρω υποχρέωση παροχής δουλείας διόδου πηγάζουσα από την ως άνω δικαστική απόφαση και ότι απέφραξαν την ως άνω δίοδο παρεμποδίζοντας τη χρήση της από τους αναιρεσιβλήτους.

Ότι οι τελευταίοι προέβησαν στην άσκηση της από 28-12-2004 αγωγής ομολογήσεως δουλείας η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 29/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας αλλά κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τους αναιρεσείοντες απερρίφθη τελεσίδικα η αγωγή τους με την υπ' αριθμ. 7/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας διότι προέκυψε ότι μέχρι τότε δεν είχε καταβληθεί καθ' ολοκληρία το ποσό της αποζημίωσης και ως εκ τούτου δεν είχε ακόμη συσταθεί η δουλεία διόδου που είχε καθορισθεί με την υπ' αριθμ. 11/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας Ευβοίας.

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους αυτή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας, επικαλούμενοι ότι καταβλήθηκε πλέον όλο το ποσό της ορισθείσης με την υπ' αριθ. 11/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας αποζημιώσεως με δημόσια κατάθεση υπέρ των αναιρεσειόντων-εναγομένων, αιτήθηκαν με την ιδιότητα τω δικαιούχων της επίδικης δουλείας διόδου, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα δουλείας τους επί της επίδικης οδού και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες να απομακρύνουν την περίφραξη που εμποδίζει τη χρήση της διόδου.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 12/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ιδιότητά τους ως κυρίων των προαναφερομένων ακινήτων, δικαιούχοι της εμπράγματης δουλείας επί της επιδίκου διόδου υπέρ των ακινήτων τους και σε βάρος του ακινήτου των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, ενώ παράλληλα υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να αφαιρέσουν την περίφραξη που είχαν τοποθετήσει και να ανέχονται τη διέλευση των αναιρεσιβλήτων από την ως άνω δίοδο.

Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 1-6-2009 έφεσή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας η οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 65/2012 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, εγένοντο δεκτά, μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προέκυψε ότι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει την από 28-2-2004 και με αριθμ. εκθ. κατ. 5/2005 αγωγή τους κατά των εναγομένων.

Με βάση την αγωγή εξεδόθη η υπ' αριθ. 29/2005 απόφαση με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες, δικαιούχοι της εμπράγματης δουλείας επί της επιδίκου οδού υπέρ των ακινήτων τους και σε βάρος του ακινήτου των εναγομένων όπως τούτη περιγράφεται στο διατακτικό της απόφασης και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν την περίφραξη που εμποδίζει την διέλευση των εναγόντων.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το οποίο με την υπ' αριθμ. 7/2008 απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή διότι οι ενάγοντες δεν είχαν καταβάλει ολόκληρη την ορισθείσα με την υπ' αριθ.11/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 ΑΚ.

Η απόφαση αυτή, για την προκειμένη δίκη ... δεν αποτελεί δεδικασμένο διότι με τη νέα αγωγή οι ενάγοντες επικαλούνται και το επί πλέον πραγματικό στοιχείο της καταβολής όλης της αποζημίωσης ήτοι την πλήρωση της αίρεσης για τη σύσταση της πραγματικής δουλείας ... το οποίο διαφοροποιεί την ιστορική αιτία της παρούσης υπόθεσης σε σχέση με αυτή που έχει κριθεί ήδη τελεσιδίκως ...

Με το δεύτερο λόγο έφεσης, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει πληρωθεί η νομική αίρεση του άρθρου 1012 ΑΚ ήτοι έχει καταβληθεί η ανάλογη αποζημίωση η οποία είχε ορισθεί με την υπ' αριθμ. 11/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας, διότι πρώτον η αποζημίωση έπρεπε να είχε καταβληθεί εφάπαξ και όχι τμηματικά όπως εν προκειμένω, όπου καταβλήθηκε πρώτα το ποσό των τριακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (370.000) δραχμών στην αρχική δικαιοπάροχο των εναγομένων και πλέον μετά την πάροδο περίπου οκτώ (8) ετών καταβλήθηκε το υπόλοιπο ποσό, δεύτερον καταβλήθηκε με δημόσια κατάθεση στο ΤΠΔ υπέρ των νυν εναγομένων και ιδιοκτητών του δουλεύοντος ακινήτου και όχι υπέρ των αρχικών ιδιοκτητριών του δουλεύοντος που είχε ορίσει η απόφαση και τρίτον, δεν κατέβαλαν τόκους ...

Από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προέκυψαν τα ακόλουθα: η υπ' αριθμ. 11/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης από τους ενάγοντες αγωγής παροχής διόδου, έκανε δεκτή την αγωγή και α) υποχρέωσε τις τότε εναγόμενες (Ξ. Ι.-Μ. και Μ. Λ.- Μ.) να παραχωρήσουν στους τότε και νυν ενάγοντες την αναγκαία δίοδο όπως αυτή περιγράφεται στο διατακτικό της και β) καθόρισε την ανάλογη αποζημίωση των εναγομένων στο ποσό των 660.000 δραχμών.

Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω οι ενάγοντες κατέβαλαν στις 23 Οκτωβρίου 2001 στην Ξ. Μ. μία εκ των δύο αρχικών ιδιοκτητριών το ποσό των 370.000 δραχμών (βλ. την από 23-10-2001 απόδειξη), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 290.000 δραχμών (660.000-370.000) ήτοι 852 ευρώ, το κατέβαλαν στις 1-2-2008 υπέρ των νυν εναγομένων και ιδιοκτητών του δουλεύοντος ακινήτου στου ΤΠΔ καταθέτοντας το σχετικό γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης στο συμβολαιογράφο Χαλκίδας Ιωάννη Βουρδάνο ο οποίος συνέταξε την υπ' αριθμ. .../1-2-2008 πράξη κατάθεσης γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αποζημίωση έχει ολοσχερώς καταβληθεί, το δε γεγονός της μη εφάπαξ καταβολής της δεν εμποδίζει τη σύσταση της δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου των εναγόντων για τους κάτωθι αναφερόμενους λόγους: Πρώτον, δεν προβλέπεται προθεσμία καταβολής της αποζημίωσης. Δεύτερον, στην προκειμένη περίπτωση η καταβολή της αποζημίωσης η οποία συνιστά χρηματική και διαιρετή παροχή, ορίσθηκε να καταβληθεί στις αρχικές δικαιούχων της αποζημίωσης ήτοι δύο συνιδιοκτήτριες του δουλεύοντος ακινήτου.

Η δε εφάπαξ καταβολή κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι αφορά καθεμία εκ των δύο συνιδιοκτητριών χωριστά, οπότε δεν τίθεται θέμα περιοδικής της καταβολής. Αλλά και ένα ακόμη επρόκειτο για περιοδική καταβολή, τούτο δεν εμποδίζει τη σύσταση της δουλείας αλλά τη χρησιμοποίηση αυτής πριν την ολοσχερή εξόφλησή της ενόψει μάλιστα του ότι το μείζον που είναι η καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης σε μη προκαθορισμένη προθεσμία (ακόμη και σε πολύ απομακρυσμένη) ενόψει του ότι δεν προβλέπεται από το νόμο προθεσμία καταβολής της, δεν απαγορεύεται από το νόμο και δεν εμποδίζει τη σύσταση της δουλείας.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η καταβολή του υπολοίπου ποσού έλαβε χώρα με δημόσια κατάθεση μετά από την πάροδο οκτώ ετών υπέρ των νυν ιδιοκτητών και όχι υπέρ της αρχικής ιδιοκτήτριας, δεν παρεμποδίζει τη σύσταση της δουλείας, διότι η αξίωση της αποζημίωσης, η οποία είναι ανάλογη με τη ζημία που υφίσταται ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου, συνδέεται αναπόσπαστα με το δουλεύον ακίνητο ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι στην υπ' αριθμ. .../7-9-2004 συμβολαιογραφική πράξη πώλησης του δουλεύοντος στους νυν εναγομένους και ιδιοκτήτες αναφέρεται ρητά στην όπισθεν σελίδα του 4ου φύλλου ότι "η υποχρέωση παροχής της διόδου αυτής αφορά τη μεταβιβαζομένη με το παρόν λωρίδα αγροτεμαχίου με αντίστοιχη αξίωση για είσπραξη της αντίστοιχης αποζημίωσης", από το οποίο προκύπτει ότι συμμεταβιβάσθηκε στους νυν ιδιοκτήτες η αξίωση είσπραξης αποζημίωσης.

Άλλωστε και από τη διάταξη του άρθρου 1017 ΑΚ το οποίο ορίζει ότι αν ανοίχθηκε άλλη δίοδος ή από άλλο λόγο έπαψε η ανάγκη εκείνης που είχε συσταθεί ο κύριος του ακινήτου πάνω στο οποίο βρίσκεται έχει δικαίωμα να απαιτήσει την κατάργησή της αποδίδοντας την αποζημίωση που είχε καταβληθεί, συνάγεται ότι την υποχρέωση επιστροφής της αποζημίωσης έχει ο εκάστοτε κύριος του δουλεύοντος ακινήτου και όχι ο αρχικός ιδιοκτήτης ο οποίος είχε ορισθεί με τη δικαστική απόφαση και επομένως και δικαιούχος της αποζημίωσης θα πρέπει να είναι ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του δουλεύοντος.

Τέλος, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η αποζημίωση καταβλήθηκε μετά την πάροδο οκτώ (8) ετών χωρίς να καταβληθούν τόκοι, είναι μη νόμιμος ενόψει του ότι δεν ορίζεται καταληκτική προθεσμία καταβολής της αποζημίωσης του άρθρου 1012 ΑΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ότι έχει πληρωθεί η νομική αίρεση της καταβολής της αποζημίωσης του άρθρου 1012 ΑΚ και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το δεύτερο λόγο της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούντο ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει πληρωθεί η νομική αίρεση του άρθρου 1012 ΑΚ ήτοι έχει καταβληθεί η ανάλογη αποζημίωση η οποία είχε ορισθεί με την υπ' αριθμ. 11/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας.

Με την ως άνω κρίση του, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ αφού 1ον) δέχθηκε την τμηματική καταβολή της ορισθείσης με την ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας εφάπαξ αποζημίωσης ως αρκετή για την πλήρωση της νομικής αίρεσης για τη σύσταση της δουλείας διόδου, ενώ, σύμφωνα με τα αναπτυχθέντα στην νομική σκέψη, η πλήρωση της αίρεσης απαιτούσε την εφάπαξ καταβολή της αποζημίωσης για τη σύσταση της δουλείας αυτής, 2ον) δέχθηκε ότι η τμηματική καταβολή δεν ματαίωσε την πλήρωση της εφάπαξ καταβολής της αποζημίωσης 3ον) δέχθηκε ότι ο χρόνος καταβολής της αποζημίωσης για τη σύσταση της διόδου αυτής, προσδιορίζεται ελεύθερα από τους υπόχρεους στην αποζημίωση, ενώ η καταβολή της σχετικής αποζημίωσης γίνεται εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση της αποφάσεως που την ορίζει και 4ον) δέχθηκε ως δικαιούχους της αποζημίωσης τόσον τους δικαιοπαρόχους όσον και τους ειδικούς διαδόχους τους και ήδη αναιρεσείοντες παρόλο που οι δικαιούχοι της αποζημίωσης προσδιορίζονται κατά το χρόνο της δίκης για τη σύσταση της διόδου και όχι μεταγενέστερα και είναι οι τότε κύριοι του δουλεύοντος ακινήτου.

Επομένως, είναι βάσιμον ο σχετικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ.

Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζοντος ως Εφετείου, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Πρέπει δε, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και βάσιμο αίτημα των τελευταίων όπως ορίζεται στο διατακτικό και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012, η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 65/2012 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας δικάζοντος ως Εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και

Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους αναιρεσείοντες.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1η Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ