Legislator Case Law & Legislation
1013/2011 AI generated

1013/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1013/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9061/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5367/1996 μη οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 204/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 8458/2000 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 3/11/2003 αίτησή τους και τους από 4/3/2004 και 17/2/2005 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 921/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 8458/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 8692/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/5/2009 αίτησή τους και τους από 10/2/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1013/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre extreme speeding offence traffic violation damage to electrical installations driving while unfit to drive
AI generated
578/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
216/2014
" Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.
743/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων Μ. Α. απεβίωσε την 26-7-2009, όπως προκύπτει από την ληξιαρχική πράξη του ληξιάρχου Παλαιοκαστριτών Κέρκυρας και συνεχίζουν την συζήτηση της υπόθεσης οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α) Δ. χήρα Μ. Α., β) Ι. Α. του Μ., γ) Σ.-Ι. Α. του Μ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσαν προτάσεις. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε επίσης ότι παραιτείται από το δικόγραφο ως προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων.
1978/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
787/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2004 αγωγή των τριών πρώτων των ως άνω αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 27/12/2004 αγωγή του τέταρτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 22/11/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1195/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2007 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1013 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1013/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ν. του Ι., 2) Θ. συζύγου Γ. Ν. το γένος Μ., 3) Μ. χήρας Ι. Ν., 4) Α. Ν. του Γ., 5) Ά. Α.-Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Καταφυγιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Θ. Π., 2) Δ. Π., 3) Α. Π., 4) Ν. Π. του Θ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του θανόντος αρχικού διαδίκου Θ. Π., 5) Α. Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Ν. Π. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 7) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9061/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5367/1996 μη οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 204/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 8458/2000 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσείοντες με την από 3/11/2003 αίτησή τους και τους από 4/3/2004 και 17/2/2005 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 921/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 8458/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 8692/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/5/2009 αίτησή τους και τους από 10/2/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 8/2/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Μάλλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδ. 1 του άρθρου 1 του 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Στις 14-9-1989 και περί ώρα 19.05 ο Ι. Ν., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του εκινείτο επί της εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας με κατεύθυνση προς Αθήνα.

Ταυτόχρονα το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας των Θ. Π. και Α. ή Α. Χ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και νυν "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (έβδομη αναιρεσίβλητη), οδηγούμενο από τον Ν.

Π. (έκτο αναιρεσίβλητο), εκινείτο επί της αυτής ως άνω οδού, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Λαμία. Όταν τα ανωτέρω οχήματα έφθασαν στο 41ο χιλιόμετρο της ως άνω οδού συγκρούσθηκαν με αποτέλεσμα ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου να τραυματισθεί θανάσιμα. Η εθνική οδός Αθηνών - Λαμίας στο σημείο του ατυχήματος είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.

Τα δύο ρεύματα χωρίζονται με διπλή χωριστή λευκή γραμμή, ενώ στο άκρον κάθε ρεύματος υπάρχει μονή συνεχής γραμμή και πέραν αυτής συνεχίζεται το οδόστρωμα. Το συνολικό πλάτος ανέρχεται στα 14.40 μέτρα και πέραν του οδοστρώματος και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας υπάρχει αυλάκι. Είναι ευθεία σε απόσταση τουλάχιστον πεντακοσίων (500) μέτρων με πολύ μικρή κρίση και την ώρα του ατυχήματος η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική.

Η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο ρεύμα πορείας του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκινήτου και σε απόσταση 0,50 εκατοστά από τη διπλή διαχωριστική γραμμή. Από το φορτηγό αυτοκίνητο βρέθηκαν ίχνη πεδήσεως μήκους 74 μέτρων από τους αριστερούς τροχούς και 36 μέτρα από τους δεξιούς, τα οποία ξεκινούν από τη δεξιά λευκή γραμμή του οδοστρώματος.

Από το ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο δεν βρέθηκαν ίχνη πεδήσεως και η τελική του θέση ήταν μέσα στο ρεύμα πορείας του. Οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων είναι η αριστερή πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου και το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του φορτηγού. Το όριο ταχύτητας οριζόταν με πινακίδες σε εκατό (100) χιλιόμετρα την ώρα, πλην όμως για το φορτηγό, ως εκ του είδους του, ανερχόταν σε εβδομήντα (70) χιλιόμετρα την ώρα.

Κατά τη στιγμή της σύγκρουσης η ταχύτητα του φορτηγού ανήρχετο σε 82,61 χιλιόμετρα την ώρα, του δε ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν διαπιστώθηκε η ταχύτητα. Αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού θανατηφόρου τραυματισμού του είναι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι. Ν., ο οποίος οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητο χωρίς σύνεση και προσοχή, πέρασε την εκ δύο συνεχών γραμμών διαγράμμιση της ανωτέρω οδού Αθηνών - Λαμίας και από το ρεύμα προς Αθήνα, όπου εκινείτο, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα προς Λαμία περί τα 1,5 έως 2 μέτρα.

Με αυτό τον τρόπο παρεμβλήθηκε στην κανονική πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου το οποίο εκινείτο στο άκρο δεξιό επί της μονής λευκής γραμμής του ρεύματος προς Λαμία και ο οδηγός του όταν αντιλήφθηκε την είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, από απόσταση πενήντα (50) μέτρων, ενήργησε ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και πέδησε, πλην όμως και ο θανών, αφού με την πέδηση του φορτηγού συνειδητοποίησε την κίνηση του στο αντίθετο ρεύμα, κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή προς τα δεξιά της πορείας του και έτσι τα δύο οχήματα, σε απόσταση 0,50 εκατοστών από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, αλλά μέσα στο ρεύμα πορείας του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου, συγκρούστηκαν.

Το φορτηγό αυτοκίνητο επέπεσε με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά επί της αριστερής πλευράς του ΙΧΕ αυτοκινήτου και από τη σύγκρουση αυτή επήλθε ο ως άνω θανατηφόρος τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι. Ν.. Επικίνδυνη κυκλοφορία του ανωτέρω φορτηγού αυτοκινήτου, πλην της μέτριας κατάστασης των ελαστικών επίστρων, η οποία σε καμία περίπτωση δεν συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος, δεν αποδείχθηκε.

Επίσης, η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 12.6 χιλιόμετρα την ώρα το ΔΧΦ αυτοκινήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, εν όχει της εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά 1.5 έως 2.00 μέτρα, εντός του ρεύματος πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου, του πλάτους του οδοστρώματος 7.20 μέτρα σε κάθε ρεύμα και της κίνησης του φορτηγού επί της λευκής μονής γραμμής του ρεύματός του.

Επίσης, βάσει των ανωτέρω καθώς και του γεγονότος ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου αντιλήφθηκε την είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του από απόσταση πενήντα (50) μέτρων και την ύπαρξη αυλακιού στο δεξιό του οδοστρώματος, ο προς τα αριστερά ελιγμός του φορτηγού αυτοκινήτου προς αποφυγή της σύγκρουσης ήταν ορθός και δεν υπήρχε στο όχημα αυτό (φορτηγό) δυνατότητα να κινηθεί ευθεία ή δεξιά.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι. Ν. και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από την ανωτέρω συμπεριφορά στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια το θάνατό του.

Το Εφετείο επίσης διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες α) για το ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ανωτέρω σύγκρουσης είναι ο οδηγός του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ο οποίος με τις ως άνω παραδοχές και ιδίως ότι αυτός από αμέλεια δημιούργησε τον κίνδυνο επί του οδοστρώματος της ως άνω οδού με την παράνομη παραβίαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής και την αιφνιδιαστική είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα πορείας, σε απόσταση 1.5 έως 2.00 μέτρα.

Με τις ενέργειές του αυτές παρεμβλήθηκε στην κανονική πορεία του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Ν. Π. και ήδη έκτος αναιρεσίβλητος στο άκρο δεξιό της λευκής γραμμής του ρεύματος πορείας προς Λαμία, β) ότι τον οδηγό του ανωτέρω ΔΧΦ αυτοκινήτου δεν τον βαρύνει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος, με την παραδοχή ότι εκινείτο κανονικά στην πορεία του και παρά τον αιφνιδιασμό που δέχθηκε με την είσοδο στο ρεύμα πορείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου επιχείρησε τροχοπέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, η οποία τελικά δεν απεφεύχθει, λόγω του αιφνιδιασμού και του ελαχίστου χρόνου αντίδρασης και ότι, τελικά, η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του ΔΧΦ αυτοκινήτου προς Λαμία και σε απόσταση 0.50 εκατοστά του μέτρου από τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και γ) ότι ο προς τα αριστερά αποφευκτικός ελιγμός που επιχείρησε ο ως άνω οδηγός του ανωτέρω ΔΧΦ αυτοκινήτου για την αποφυγή της σύγκρουσης ήταν ορθός και δεν υπήρχε δυνατότητα να κινηθεί ευθεία η δεξιά, λόγω της ύπαρξης αυλακιού στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος.

Επομένως, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και κατά συνέπεια οι σχετικοί πρώτος, τέταρτος, πέμπτος λόγος αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι υπαίτιος της επίμαχης σύγκρουσης των εμπλεκομένων ως άνω οχημάτων ήταν ο οδηγός του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και θανατωθείς Ι.

Ν., χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία αποδεικνύονται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο οδηγός του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκινήτου και ήδη έκτος αναιρεσίβλητος Ν. Π.. Ειδικότερα προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της α) το από 14-9-1989 σχεδιάγραμμα της τροχαίας, β) την από 14-9-1989 προανακριτική απολογία του έκτου αναιρεσιβλήτου και οδηγού του ΔΧΦ αυτοκινήτου, γ) την από 20-9-1989 έκθεση ερμηνείας του ταχογράφου του ως άνω ΔΧΦ αυτοκινήτου, δ) την από 3-10-1989 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, ε) τις από 15-10-1998 και 14-1-2000 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του Π.

Μ., στ) την υπ' αριθμ. 15129/1992 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ζ) την υπ' αριθ. 7992/1993 ποινική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η) τα υπ' αριθ. 168/1997 πρακτικά του Εφετείου Αθηνών. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, με ρητή μάλιστα αναφορά στα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και στις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, και τα ανωτέρω έγγραφα και αποφάσεις και επομένως ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., δηλαδή υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση του εγγράφου με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενη σ' αυτό και μόνο ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέτοια, όμως, έγγραφα δεν είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, ούτε οι προβλεπόμενες στο άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις (ιδιωτικές) προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη και συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της υπό ημερομηνία 3-10-1989 προανακριτικής τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2009 αίτηση και τον από 10-2-2010 πρόσθετο λόγο των Γ. Ν. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8692/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για την έβδομη αναιρεσίβλητη και σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ