Legislator Case Law & Legislation
1013/2010 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to specify grounds and lack of evidence regarding witness statements.

Case Number 1013/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance of Katerini's decision. The appellant argued that the Court of Appeal had improperly considered witness statements from a previous lawsuit and failed to provide sufficient reasoning for rejecting an expert report. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not clearly cite the specific minutes containing the witness statements before the Court of Appeal and failed to specify the exact grounds for rejecting the expert report in the appeal petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 566, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to clearly cite the specific minutes containing the contested evidence or fails to specify the exact grounds for rejecting the opposing party's arguments in the appeal petition.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal specific grounds requirement witness statements expert report rejection Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 368 of the Code of Civil Procedure
Article 387 of the Code of Civil Procedure
Article 388 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece 3/1997
Supreme Court of Greece 1933/2006
Supreme Court of Greece 20/2005
Supreme Court of Greece 649/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1013 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1013/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Aπόστολο Γώττα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1399/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14.12.2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14.12.2007 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜO

Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, έντασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387, 388 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψη ή συμπλήρωση της γενομένης, από τους αυτούς ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Η δε εσφαλμένη κρίση των πραγματογνωμόνων ή η μη λήψη υπ' όψη από αυτούς κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, δεν καθιστά άκυρη την έκθεσή τους, αφού στο δικαστήριο εναπόκειται να αποδώσει σε αυτή την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, με την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν διέταξε επανάληψη της διενεργηθείσας πραγματογνω-μοσύνης, που είχε διαταχθεί με την υπ' αριθμ. 236/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσείοντος που συνεκτιμήθηκε, εκ του λόγου ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα εις το αναιρετήριο αναφερόμενα έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε το πραγματικό ύψος των δαπανών που είχαν καταβληθεί από τον αναιρεσείοντα, αλλά προχώρησε στην συνεκτίμηση της ίδιας έκθεσης πραγματογνωμοσύνης ως τεκμήριο.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 390 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση που συντάχθηκε από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, προκύπτει ότι η παράλειψη του Εφετείου να αναλύσει και να αξιολογήσει στις αιτιολογίες του διεξοδικά την κρίση των προσώπων αυτών σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν δημιουργεί το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επίσης, από την ίδια διάταξη του άρθρου 390 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράλειψη του Δικαστηρίου να προσδώσει στην κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδότηση πλήρη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν δημιουργεί το λόγο αναίρεσης του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, συνεκτιμώντας τη διεξαχθείσα πραγματο-γνωμοσύνη κατ' επιταγή της υπ' αριθ. 236/1988 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από την κρίση της γνωμοδότησης του πολιτικού Μηχανικού ..., που συντάχθηκε ύστερα από αίτησή του και συνεκτιμήθηκε, χωρίς να αιτιολογήσει ειδικά και διεξοδικά τη διαφορετική κρίση στην οποία κατέληξε από εκείνη του συντάκτη της γνωμοδότησης, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στις διατάξεις των αριθμών 11 ή 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη των οποίων από το δικαστήριο δημιουργεί τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο νοούνται εκείνα τα μέσα, των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων.

Δεν συνιστά δε κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ. που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 9/2000).

Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 (και όχι 12) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στις καταθέσεις των μαρτύρων ...

και ..., που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες εξ αφορμής άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων. Υποστηρίζει δε ο αναιρεσείων ότι αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη τις πιο πάνω καταθέσεις και τους απέδιδε την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε. 'Όμως, από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε σαφώς και ορισμένως, όπως όφειλε στο Εφετείο τα πρακτικά που περιλάμβαναν τις πιο πάνω καταθέσεις, και συνεπώς αφού δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτών, ο πιο πάνω αντίστοιχος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων οι παραδοχές στο αιτιολογικό της προσβαλλoμένης, που πλήττονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές, και σε περίπτωση ανεπαρκών, ποιες οι ελλείπουσες αναγκαίες αιτιολογίες, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων που μνημονεύονται επίσης στο αναιρετήριο η έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 649/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες "στο σημείο που απέρριψε την πιο πάνω έκθεση του ...με το σκεπτικό ότι βασίστηκε σε άκυρα παραστατικά χωρίς να αναφέρει ποια είναι από τα περιστατικά και για ποιο λόγο θεωρούνται άκυρα".

Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, που πλήττονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές, και ποιες είναι οι ελλείπουσες αναγκαίες αιτιολογίες. Εν όψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, λόγω της αοριστίας του κρίνεται απαράδεκτος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2001 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1399/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ