Supreme Court dismisses appeal against real estate judgment regarding property ownership and expert report evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Municipality of Peristeri's appeal against the Athens Court of Appeal's 2005 decision. The appellant argued procedural errors regarding evidence evaluation and the failure to consider specific claims about property titles. The court rejected these grounds, ruling that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence and that the denial of property title claims constituted a substantive denial rather than a procedural omission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1)(c), 217, 106, 118, 520(1), 522, 1094, 340, 387, 559(12), 559(8) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the court of first instance exercises its statutory right to freely evaluate evidence or when a denial of a claim constitutes a substantive argument rather than a procedural omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1013 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1013/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Περιστερίου Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.) νόμιμα εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., 3. ... και 4. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/1994 αγωγή του αρχικού διαδίκου..., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9237/1995 μη οριστική, 7456/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9071/2002 μη οριστική, 4662/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/6/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1 στοιχ. γ' και 217 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα, όπως είναι η αγωγή και η έφεση, πρέπει να περιέχουν συγκεκριμένο αίτημα, αφού, χωρίς αυτό, το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να ενεργήσει (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ). Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό, επίσης και με εκείνες των άρθρων 118,520 παρ.1 και 522 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ως αίτημα νοείται αυτό που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής είναι: α) Η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου, με ακριβή περιγραφή του τελευταίου, β) η νομή ή κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) το αίτημα απόδοσης του διεκδικούμενου ακινήτου στον ενάγοντα στο οποίο εμπεριέχεται και το αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητάς του στο εν λόγω ακίνητο, αφού το τελευταίο - αναγνωριστικό - αίτημα δεν είναι αυτοτελές, αλλά αποτελεί προϋπόθεση του πρώτου καταψηφιστικού αιτήματος.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περίπτ β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, αναγνωρίστηκε ο αρχικός ενάγων κύριος του επίδικου ακινήτου και υποχρεώθηκε ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος Δήμος να αποδώσει σ' αυτόν το εν λόγω ακίνητο, μολονότι στο μεν ιστορικό της αγωγής αυτής αναφέρεται, ότι ο αρχικός ενάγων είχε αποβληθεί από τον αντίδικό του, ο οποίος είχε καταλάβει παράνομα και αυθαίρετα το πιο πάνω ακίνητο, το δε αγωγικό αίτημα συνίστατο μόνο στην υποχρέωση του εναγομένου να αποδώσει στον αρχικό ενάγοντα το ακίνητο αυτό, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α'και β'Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της - αγωγής -, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής, εξάλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικαστήριο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, το επίδικο ακίνητο, δηλαδή, μια οικοπεδική έκταση, εμβαδού 644 τετρ. μέτρων, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου Περιστερίου, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου αυτού και επί της οδού ..., και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μέτρων 15,30 με ιδιοκτησία αγνώστου, δυτικά επί πλευράς μέτρων 15 με ιδιοκτησία αγνώστου, βόρεια επί προσώπου μέτρων 41,30 με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., και νότια επί προσώπου 45,80 με την οδό ..., αποτελεί δε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 1500 τετρ.
μέτρων, του οποίου ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα με το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Γ. Καλογεροπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά του από το ... και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση σ' αυτό πράξεων νομής με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και με καλή πίστη από το έτος 1960 και εφεξής εξακολουθητικά μέχρι το έτος 1986, οπότε ο εναγόμενος Δήμος Περιστερίου κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα το εν λόγω ακίνητο, το οποίο κατέχει μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Τα επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο, κατά είδος, θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις ορίων, κατονομάζονται δε στο ίδιο δικόγραφο και οι ιδιοκτήτες του όμορου προς βορράν ακινήτου, εξατομικεύεται πλήρως, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Το Εφετείο, επομένως, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε πλήρως ορισμένη την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής λόγω μη περιγραφής σ' αυτή του μεγαλύτερου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης , με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια (και όχι η σ' αυτόν αναφερόμενη από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, που αφορά τη νομική αοριστία της αγωγής), από την ίδια πιο πάνω αιτία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο δεύτερος, επομένως, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, στηριζόμενο στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα (..., τοπογράφου μηχανικού) ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντα, ακολούθως δε, να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, επικυρώνοντας, έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το αμέσως πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001) αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.
Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. γιατί το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντα, άμεσου δικαιοπαρόχου των και ήδη αναιρεσιβλήτων, καθολικών διαδόχων του, στηρίζοντας την κρίση του αυτή ουσιαστικά στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα (τοπογράφου - μηχανικού ...), χωρίς απόδειξη, δεδομένου ότι "ουδεμία απάντηση δόθηκε από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του μετά από απόδειξη, λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πιο πάνω πραγματογνώμονα, αντίστοιχα.
Ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναίρεσης ιδρύεται, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) ορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το εν λόγω δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ) δικαίωμα, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο εκτίμησε την επίμαχη έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως έγγραφο και όχι ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και, έτσι, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 387 Κ.Πολ.Δ, με την οποία το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως ιδιαίτερο, κατά το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ, αποδεικτικό μέσο και εκτίμησε ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, όπως όφειλε κατά νόμο, προσδίδοντας σ' αυτή την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, (ΟλΑΠ 469/1984).
Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που προτάθηκε ενώπιον του περί του ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντα, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του κατά τη διάρκεια της δίκης, οι εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσίβλητοι, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η άρνηση της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2006 αίτηση του Δήμου Περιστερίου Αττικής, για αναίρεση της 4662/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία, μειωμένα, ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ