Legislator Case Law & Legislation
1013/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding collective labor agreements signed by non-union entities.

Case Number 1013/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision regarding collective labor agreements. The plaintiffs argued the agreements were invalid, but the court found they were signed between a company and a workers' union rather than a recognized trade union. Consequently, the court ruled these documents did not qualify as statutory collective labor agreements and upheld the lower court's interpretation of the parties' intent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 680, 2, 4, 7 of Law 3239/1955; Article 1, 2, 3 of Law 186/1969; Article 7, paragraph 5 of Law 3239/1955: Agreements signed between a company and a workers' union, rather than a recognized trade union, do not constitute collective labor agreements under the law.

Keywords

AI generated
collective labor agreements trade union representation workers' union labor law validity appeal dismissal statutory requirements contract interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 680, 2, 4, 7 of Law 3239/1955
Articles 1, 2, 3 of Law 186/1969
Article 7, paragraph 5 of Law 3239/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1013 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1013/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: ........(αναφέρονται 36 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο-Κων/νο Κωνσταντινίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Αλυσσανδράκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 946/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/7/2001 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 133/05 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 12/5/2005 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 12-9-2002 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαλντά με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 680 παρ. 1 Α.Κ., 2, 4 και 7 παρ. 1δ΄ του νόμου 3239/1955 και 1, 2, 3 του ν.δ. 186/1969, συνάγεται ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται και υπογράφονται μόνον μεταξύ εργοδοτικών οργανώσεων και οργανώσεων εργαζομένων και με ωρισμένους τύπους και διαδικασία (κατάθεση στο Υπουργείο Εργασίας ή το Ειρηνοδικείο κ.λ.π.).

Κατ΄ εξαίρεση (άρθρο 7 παρ. 5 ν. 3239/1955) ήταν επιτρεπτή, υπό το προϊσχύσαν του ν. 1876/1990 νομοθετικό καθεστώς, η σύναψη ειδικών συλλογικών συμβάσεων και μάλιστα εκείνων που αφορούν μόνο το προσωπικό των επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφελείας (Ο.Τ.Ε., Δ.Ε.Η. κ.λ.π.) καθώς και τραπεζικών επιχειρήσεων και τραπεζικών ιδρυμάτων, οι οποίες μπορούσαν να συναφθούν και να υπογραφούν και από εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους της επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή των ιδρυμάτων.

΄Επεται ότι η καταρτιζομένη, υπό το εν λόγω νομοθετικό καθεστώς σύμβαση μεταξύ του εργοδότη και σωματείου των εργαζομένων, με την οποία συμφωνείται η παροχή προς τα μέλη του τελευταίου επιδομάτων ή άλλων μισθολογικών παροχών δεν έχει, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τον οποίο έδωσαν σε αυτή τα μέρη, τον χαρακτήρα συλλογικής συμβάσεως εργασίας και επομένως δεν έχουν εφαρμογή επ΄ αυτής οι περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας ως άνω διατάξεις, αλλά, ως προς τη διάρκεια, λύση, λήξη, κατάργηση ή τροποποίηση αυτής, οι περί συμβάσεων διατάξεις του Αστικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Κώδικα αυτού.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο κατ΄ αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι την 31-5-1981 καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης εργοδότιδος (ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΣ Α.Ε.» και του σωματείου των εργαζομένων σε αυτήν, με την επωνυμία «Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Προσωπικού του Εργοστασίου Πατρών της Ελληνικής Εταιρίας Εμφιαλώσεως Α.Ε.», του οποίου είναι μέλη οι αναιρεσείοντες, συλλογική σύμβαση εργασίας, με το άρθρο 9 της οποίας ορίζεται ότι «το επίδομα πρώτης και δεύτερης τριετίας από 5% εκάστη θα καταβληθεί επιπρόσθετα από την χορηγηθείσα αύξηση, αρχόμενο από 1ης Ιανουαρίου 1981».

Ότι την 25-4-1985 καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων άλλη συλλογική σύμβαση, με το άρθρο 3 της οποίας ορίζεται ότι «καθιερώνεται επίδομα 9ετίας 1250 δραχμών, το οποίο θα χορηγείται σε όσους έχουν συμπληρώσει ή θα συμπληρώσουν 9 χρόνια υπηρεσίας στην εταιρία» και ακολούθως την 18-2-1988 νέα μεταξύ των ιδίων συλλογική σύμβαση εργασίας, με το άρθρο 3 της οποίας ορίζεται ότι «το επίδομα πολυετίας καθορίζεται στα 6 χρόνια και στις 2.000 δραχμές μηνιαία από 1-1-1988.

Δέχθηκε δηλαδή ότι οι εν λόγω συμβάσεις καταρτίσθηκαν μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη και της τελευταίας και όχι επαγγελματικής οργάνωσης.

Συνεπώς οι συμβάσεις αυτές, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δόθηκε από τους συμβληθέντες, δεν έχουν κατά νόμο, κατά τα προεκτεθέντα, τον χαρακτήρα συλλογικών συμβάσεων εργασίας και δεν εφαρμόζονται επ΄ αυτών οι ως άνω περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας διατάξεις. ΄Εκρινε δε περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι η αληθινή βούληση των συμβληθέντων στην τελευταία από τις πιο πάνω ρυθμίσεις, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και με το δεδομένο ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία κατέβαλε στους εργαζομένους αποδοχές κατά πολύ ανώτερες από τα προβλεπόμενα κατώτατα όρια αυτών, ότι το αναφερόμενο επίδομα πολυετίας αντικαθιστά τα προβλεπόμενα από τις προηγούμενες ρυθμίσεις επιδόματα πρώτης και δεύτερης τριετίας, τα οποία και καταργούνται. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με την εφαρμογή τους, τους ως άνω ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες και με την μη εφαρμογή τους, τους περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας τοιούτους του ν. 3239/1955. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος, υπό την επίκληση του αρ. 1 του άρθρου 559 και αληθώς εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης.

Οι δεύτερος και τρίτος της αναίρεσης λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις, ότι το μεν η προσβαλλομένη παραβίασε εκ πλαγίου δι΄ αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, το δε ότι δεν έλαβε υπόψη της προσκομισθέν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έγγραφον, ενώ αντιθέτως έλαβε υπόψη ανύπαρκτο τοιούτο, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές, δεν ιδρύουν, κατ΄ άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως, κατ΄ αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκαν μετ΄ έφεση κατ΄ αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όπως στην ερευνωμένη περίπτωση. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η κρινομένη αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2001 αίτηση των ........ και λοιπών για αναίρεση της 946/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ