Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for admitting inadmissible evidence and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision rejecting the appellant's property claim. The appellant argued that the court improperly admitted evidence from a different case and failed to provide sufficient reasoning for its ruling. The court rejected these grounds as inadmissible because the alleged procedural violations did not fall within the narrow scope of permissible cassation grounds under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 559, 550 of the Code of Civil Procedure: Cassation grounds are strictly limited to violations of substantive law or procedural rules regarding evidence and reasoning; claims of procedural errors outside these specific categories or involving evidence from unrelated cases are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1012 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1012/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αναστασία Περιστεράκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη και Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., προσωρινώς διαμένοντος στον ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βαλμαντώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 28/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 197/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. .
ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 7, 8 και 19 αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (άρθρο 559 αριθ. 11α, 12 και 16 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη υπάρξεως δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και το ταυτόσημο με αυτό άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ., αλλά τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτο, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 1339/1985).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8β και 560 αρ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καθώς και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον έχει αντιμετωπίσει και απορρίψει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (560 αρ.6 ΚΠολΔ) αναφέρεται - όπως και ο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ - στην παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, τη κτήση των δικαιωμάτων και τη γέννηση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου.
Άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 98/2013).
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ…./2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κροκεών Αντωνίας Σωτηράκου-Κούνε, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Επιδαύρου Λιμηράς (τόμος …., αριθμός …), η μητέρα του ενάγοντος, Π.
σύζ. Π. Γ., το γένος Γ. Λ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο, ήτοι έναν αρδευόμενο αγρό με πορτοκαλεόδεντρα, εκτάσεως-κατά τον εν λόγω τίτλο- 1.188,24 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας … του Δήμου … και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία εν μέρει Χ.
Μ. και εν μέρει Ι. Κ., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. χήρας Α. Γ. και δυτικά με χωματόδρομο πρόσβασης στο ακίνητο και ιδιοκτησία Δ. Μ., όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία Κ1, Κ2, Κ3, Κ4, Κ5, Κ6, Κ1, στο συνοδεύον το άνω συμβόλαιο από Μαρτίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Δ.. Στη μητέρα και άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος περιήλθε το επίδικο ακίνητο το έτος 1986 με άτυπη αγορά από τον Μ.
Μ. του Ζ., στον οποίο είχε περιέλθει το έτος 1960 με κληρονομική διαδοχή του πατέρα του Ζ. Μ.. Τόσο η άμεση όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, από το έτος 1960 μέχρι το έτος 2013, νέμονταν διαδοχικά, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου υλικές, εμφανείς στους τρίτους, διακατοχικές πράξεις νομής, ιδίως δε δια της καλλιέργειας του ελαιοπεριβόλου, του οργώματος του αγρού, της εκρίζωσης των ήδη παλαιών ελαιοδέντρων και της φύτευσης πορτοκαλεοδέντρων, αλλά και δια της συντήρησης των εντός αυτού υφισταμένων πορτοκαλεοδέντρων.
Από το έτος 2013 ο ενάγων διαδέχθηκε στη νομή του επιδίκου τη δικαιοπάροχο μητέρα του και συνέχισε τις πράξεις νομής των άνω δικαιοπαρόχων του, με διάνοια κυρίου και πρόθεση εξουσιάσεως, δηλαδή καλλιεργούσε τακτικώς το επίδικο και συνέλεγε τους παραγόμενους καρπούς. Όλα τα παραπάνω βεβαιώνουν με σαφήνεια οι μάρτυρες Β.
Σ. και Δ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κροκεών Αντωνίας Αλικάκου, έχοντες γνώση εξ ιδίας αντίληψης, καθόσον ο μεν πρώτος από αυτούς υπέγραψε το από 26-11-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης του επιδίκου ως μάρτυρας για το περιεχόμενο του, ο δε δεύτερος τυγχάνει ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου τουλάχιστον από το έτος 1986.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος κυρίως με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής, από τη μητέρα του, αληθή κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τόσο η ίδια όσο και οι δικαιοπάροχοι της, άμεσοι και απώτεροι, νέμονταν το επίδικο, με διάνοια κυρίων, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής (από το έτος 2013 μέχρι την άσκηση της αγωγής) και του χρόνου νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ.11/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οπαία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ.184/2017 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ο εναγόμενος-εκκαλών αναγνωρίστηκε συγκληρονόμος εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης μητέρας του Κ.
χήρας Α. Γ. κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου και συγκύριος κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου, μεταξύ άλλων κληρονομιαίων ακινήτων, ενός πορτοκαλεοπερίβολου στη θέση …, εντός της κτηματικής περιφέρειας … του Δήμου …, συνορευομένου γύρωθεν με ιδιοκτησία Γ. Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Π.
Χ.. Εξάλλου, δυνάμει της υπ' αριθμ.100/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ο εναγόμενος-εκκαλών ορίστηκε προσωρινά διαχειριστής του προπεριγραφέντος επίκοινου ακινήτου. Τον Μάιο του 2016 ο τελευταίος αμφισβήτησε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου στο επίδικο, εισερχόμενος εντός αυτού και συλλέγοντας τον καρπό των πορτοκαλεοδέντρων με την πιο πάνω ιδιότητα του διαχειριστή, έκτοτε δε το κατέχει ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος αυτού κατά το προαναφερθέν ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός του εναγομένου- εκκαλούντος ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του μείζονος κληρονομιαίου ακινήτου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου το επίδικο ακίνητο αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο ακίνητο σε σχέση με το κληρονομιαίο.
Τούτο προκύπτει ανενδοίαστα από το από 26-11- 1986 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο το ακίνητο που μεταβιβάζεται, ήτοι το επίδικο, συνορεύει νότια με αγρό ιδιοκτησίας Κ. Γ.. Εμφανίζεται βέβαια στο εν λόγω συμφωνητικό το επίδικο να έχει έκταση 840 τμ, ενώ στον τίτλο ιδιοκτησίας (συμβόλαιο γονικής παροχής) του ενάγοντος-εφεσιβλήτου το ίδιο ακίνητο εμφανίζεται να έχει έκταση 1.188,24 τ.μ.
Όμως, το έτος 1986, οπότε έλαβε χώρα η άτυπη μεταβίβαση στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος-εφεσίβλητου, δεν έγινε η εμβαδομέτρηση του επιδίκου από τοπογράφο μηχανικό και συνακόλουθα εύλογα εμφιλοχώρησαν σφάλματα καταμέτρησης. Έτσι, η διαφορά αυτή των 348,24 τ. μ. οφείλεται σε νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση του πολιτικού μηχανικού Γ.
Δ.. Περαιτέρω, η ένσταση πλαστότητας του ανωτέρω συμφωνητικού, τόσο ως προς το κείμενο, όσο και ως προς την υπογραφή του πωλητή Μ. Μ. του Ζ., απαραδέκτως προβάλλεται από τον εναγόμενο- εκκαλούντα, ελλείψει ειδικής πληρεξουσιότητας του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση, ο στην απαράδεκτη ένσταση πλαστότητας εμπεριεχόμενος ισχυρισμός της άρνησης γνησιότητας του ανωτέρω συμφωνητικού είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα, το εν λόγω συμφωνητικό είναι θεωρημένο για το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλόμενων μερών από τον Πρόεδρο της Κοινότητας …. Επιπλέον, συνυπέγραψαν αυτό ως μάρτυρες για το περιεχόμενο του οι Β. Σ. και Μ. Ρ., γεγονός που επιβεβαιώνει ο πρώτος από αυτούς στην παραπάνω υπ' αριθμ. …/…-12-2016 ένορκη βεβαίωσή του.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι προσκομίζεται από τον ενάγοντα- εφεσίβλητο το πρωτότυπο του συμφωνητικού και όχι μόνο φωτοαντίγραφο αυτού, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει ο εναγόμενος-εκκαλών. Ενόψει όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι το περιεχόμενο του συμφωνητικού είναι αληθές και ότι η υπογραφή του πωλητή Μ.
Μ. που υφίσταται σ' αυτό το συμφωνητικό κάτω από τις λέξεις "ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ" έχει τεθεί από τον ίδιο και αποτελεί τη γνήσια υπογραφή του. Μάλιστα, ουδόλως κλονίζεται η ως άνω δικανική πεποίθηση από το γεγονός ότι ο πατέρας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ως ηθικός αυτουργός στην πλαστογραφία της διαθήκης της Κ.
χήρας Α. Γ., γιαγιάς του εφεσιβλήτου και μητέρας του εκκαλούντος, με την επιβαρυντική περίσταση της υπ' αυτού χρήσεως του πλαστού εγγράφου αυτού, ακριβώς διότι η ποινική αυτή καταδίκη με κανένα τρόπο δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Ούτε άλλωστε η μη προσέλευση του Ι. Μ., υιού του πωλητή Μ.
Μ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Κροκεών Αφροδίτης Γεωργακοπούλου, προκειμένου να καταθέσει σχετικά με την ένδικη αγωγή, μολονότι προσκλήθηκε προς τούτο από τον εφεσίβλητο, επαρκεί για να ανατρέψει την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει με την έφεσή του ο εκκαλών. Εξάλλου, η σύμφωνα με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό οριοθέτηση των δύο ακινήτων συμπίπτει και με το υπ' αριθμ…./…-10-1986 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κροκεών Αφροδίτης Γεωργακοπούλου- Κολλάτου, το οποίο συντάχθηκε από τον κείμενο στο βορινό όριο ιδιοκτήτη, ο οποίος περιγράφοντας το ακίνητο του, αναφέρει ότι αυτό συνορεύει προς νότο με αγρό ιδιοκτησίας Ά.
χήρας Ζ. Μ., απώτατου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και όχι με αγρό ιδιοκτησίας Κ. Γ.".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που προκύπτει από την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 11/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης με την οποία ο αναιρεσείων αναγνωρίστηκε ως συγκύριος, κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου, μείζονος έκτασης 2,5 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, β) από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ενώ περιλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή, όσον αφορά τις διατάξεις περί δεδικασμένου (άρθρ. 321 επ.
ΚΠολΔ και γ) από τον αριθμό 5 του ίδιου, ως άνω άρθρου, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε τον προταθέντα με την έφεσή του ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου που απορρέει από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όσον αφορά το πρώτο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, ενώ όσον αφορά το δεύτερο, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αρ. 6 (559 αρ. 19) ΚΠολΔ, χωρεί μόνον όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα αφορά σε αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος που προκύπτει από την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι αναφερόμενες στο δεδικασμένο (ΚΠολΔ 321 επ., ΑΠ 1524/2007)).
Όσον δε αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον προταθέντα ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου, ο σχετικός λόγος, κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ των πραγμάτων κατ' ουσία από το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου και ειδικότερα δέχθηκε ότι "...περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. 11/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ. 184/2017 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ο εναγόμενος-εκκαλών αναγνωρίστηκε συγκληρονόμος εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης μητέρας του Κ.
χήρας Α. Γ. κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου και συγκύριος κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου, μεταξύ άλλων κληρονομιαίων ακινήτων, ενός πορτοκαλεοπερίβολου στη θέση …, εντός της κτηματικής περιφέρειας … του Δήμου …, συνορευομένου γύρωθεν με ιδιοκτησία Γ. Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Π.
Χ.. Εξάλλου δυνάμει της υπ' αριθμ. 100/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ο εναγόμενος-εκκαλών ορίστηκε προσωρινά διαχειριστής του προπεριγραφέντος επίκοινου ακινήτου. Τον Μάιο του 2016 ο τελευταίος αμφισβήτησε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου στο επίδικο, εισερχόμενος εντός αυτού και συλλέγοντας τον καρπό των πορτοκαλεοδέντρων με την πιο πάνω ιδιότητα του διαχειριστή, έκτοτε δε το κατέχει ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος αυτού κατά το προαναφερθέν ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός του εναγομένου-εκκαλούντος ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του μείζονος κληρονομιαίου ακινήτου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου το επίδικο ακίνητο αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο ακίνητο σε σχέση με το κληρονομιαίο.
Τούτο προκύπτει ανενδοίαστα από το από 26-11-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο το ακίνητο που μεταβιβάζεται, ήτοι το επίδικο, συνορεύει νότια με αγρό ιδιοκτησίας Κ. Γ.. Εμφανίζεται βέβαια στο εν λόγω συμφωνητικό το επίδικο να έχει έκταση 840 τμ, ενώ στον τίτλο ιδιοκτησίας (συμβόλαιο γονικής παροχής) του ενάγοντος-εφεσίβλητου το ίδιο ακίνητο εμφανίζεται να έχει έκταση 1.188,24 τ.μ.
Όμως, το έτος 1986, οπότε έλαβε χώρα η άτυπη μεταβίβαση στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος-εφεσίβλητου, δεν έγινε η εμβαδομέτρηση του επιδίκου από τοπογράφο μηχανικό και συνακόλουθα εύλογα εμφιλοχώρησαν σφάλματα καταμέτρησης. Έτσι, η διαφορά αυτή των 348,24 τ.μ οφείλεται σε νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση του πολιτικού μηχανικού Γ.
Δ.". Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στο δικαστήριο οι πλημμέλειες από τους αριθμ.11 και 12 του άρθρου 559 και αριθμ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 422 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα τις υπ' αριθμ. …/…-12-2016 και …/…-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις των Β.
Σ. και Δ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κροκεών Αντωνίας Αλικάκου που είχαν ληφθεί όχι για την κρινόμενη, αλλά για άλλη υπόθεση και συγκεκριμένα την από 9-4-2015 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 11/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ενώ η κλήση που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα για την εξέταση των μαρτύρων, αφορούσε την τελευταία και όχι την κρινόμενη υπόθεση και ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και τέλος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και περιλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία στο ως άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή της παράβαση του άρθρου 422 ΚΠολΔ.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, όσον αφορά τις παραβάσεις του άρθρου 559 αρ. 11 και 12 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται σε εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, ενώ, όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 560 αρ. 5, δεν αποτελούν πράγματα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών.
Τέλος, αναφορικά με την επικαλούμενη, με το τρίτο σκέλος του σχετικού λόγου αναίρεσης, πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και περιλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το παραπάνω ζήτημα, ο ως άνω λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, διότι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 550 αρ. 6 ΚΠολΔ, χωρεί μόνον όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα αφορά σε αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος που προκύπτει από την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι αναφερόμενες στα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ),και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2019 αίτηση του Κ. Γ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ