Legislator Case Law & Legislation
1012/2019 AI generated

1012/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1012/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1012/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): πρωτ. 231/29-4-2010 αίτηση, με την οποία ζητούσε να εγκριθεί η παραίτηση της λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης, ορίζοντας ως ημερομηνία λύσης της εργασιακής σχέσης της την 4-10-2010. Η παραπάνω ενέργειά της αποτελούσε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της και συγκεκριμένα εκείνου της οικειοθελούς αποχώρησης (παραίτησης), το οποίο προβλεπόταν ρητά - στα άρθρα 52 § 1 και 53 του "Οργανισμού και Υπηρεσιακού Κανονισμού του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας".

Keywords

AI generated
occupational migration expatriation and foreign residence allowances disciplinary transfer wages and movements of workers posted workers detachment decisions concerning reassignment or transfer
AI generated
130/2016
Κατά το άρθρο 576 παρ.
1087/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 9/5/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως του Παν. Παντίσκα για αναίρεση της 45/2004 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
391/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/8/2002 και 24/8/2002 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10797/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1702/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.
21/2018
Στο άρθρο 15 παρ.1 του ν.
816/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5667/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/4/2011 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1012 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." ως καθολικού διαδόχου, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κατσαρού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ελευθερίας Σούρα του Νικολάου, κατοίκου Πατρών, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 624/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 106/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2017 αίτησή του και τους από 15-2-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές "ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ''δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάδυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. Με τις διατάξεις των άρθρων 65-67 του Ν. 4002/2011, τα οποία εισήχθησαν με τροπολογία - προσθήκη στο σχετικό σχέδιο νόμου, αποτέλεσαν, σύμφωνα με την επί της εν λόγω τροπολογίας αιτιολογική έκθεση, συνέχεια του Ν. 3895/2010 (Α' 206), με τον οποίο καταργήθηκαν και συγχωνεύθηκαν δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και ανώνυμες εταιρείες του δημόσιου τομέα, με σκοπό την "αναδιάρθρωση του Δημόσιου Τομέα με στόχο τον περιορισμό του εύρους του, ώστε να διοικείται αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα και να μην επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό με έξοδα λειτουργίας υπηρεσιών και φορέων που δεν εξυπηρετούν πλέον, με την υφιστάμενη οργανωτική τους μορφή, το δημόσιο συμφέρον, ενόψει και της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται".

Στο πλαίσιο αυτό, με τις επίμαχες διατάξεις προβλέφθηκε η κατάργηση, συγχώνευση και αναδιάρθρωση ορισμένων φορέων δημόσιου τομέα, η μεταφορά αρμοδιοτήτων ορισμένων από τους καταργούμενους φορείς σε άλλους φορείς και υπηρεσίες του Δημοσίου και ρυθμίσθηκαν θέματα του υπηρετούντος προσωπικού στους καταργούμενους ή συγχωνευόμενους φορείς καθώς και της τύχης της κάθε είδους κινητής και ακίνητης περιουσίας τους.

Κατ' επίκληση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 127177/Η/4-11-2011 κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία μεταφέρονται οι αρμοδιότητες, ο εξοπλισμός και το προσωπικό Φοιτητικών και Σπουδαστικών Εστιών αρμοδιότητας του ... στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Ειδικότερα, με το άρθρο 17 της εν λόγω αποφάσεως προβλέφθηκε η μεταφορά των αρμοδιοτήτων του Ε.Ι.Ν.

που αφορούν στην οργάνωση και λειτουργία της Φοιτητικής Εστίας …. (…..), καθώς και της κυριότητας του εξοπλισμού της στο Πανεπιστήμιο …. με το άρθρο 18 δε της ίδιας αποφάσεως, συστήθηκαν στο Πανεπιστήμιο ….. 42 προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου συγκεκριμένων κατηγοριών, κλάδων και ειδικοτήτων, στις οποίες μεταφέρεται το προσωπικό της ως άνω Φοιτητικής Εστίας, χωρίς να θίγεται η υπηρεσιακή και μισθολογική του κατάσταση και, παράλληλα, καταργήθηκαν ισάριθμες και αντίστοιχες θέσεις του E.Ι.N. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, ταυτόχρονα με τη δημοσίευση της παραπάνω Κ.Υ.Α., δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η εκδοθείσα κατ' επίκληση επίσης των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 65-67 του Ν. 4002/2011 και, κυρίως, του άρθρου 66 αυτού, κοινή απόφαση 127175/Η/4.11.2011 των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με τον τίτλο "Συγχώνευση δια απορροφήσεως των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου "..., "..." (....) και "..." (….), εποπτείας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων" (ΦΕΚ 2508/4.11.2011, τ,Β')- Με το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής το "..." μετονομάζεται σε "..." (....) και εξακολουθεί να εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης ι Θρησκευμάτων (παρ. 1), τα δε Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "..." και "..." συγχωνεύονται με απορρόφηση στο .... και καταργούνται ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα (παρ. 2). Το .... έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό "τη διαχείριση των θεμάτων που σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με τη μαθητική και φοιτητική μέριμνα (άρθρο 2, παρ. 1, περίπτ. γ'), μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων του περιλαμβάνονται και "ο προγραμματισμός, παρακολούθηση και αποτύπωση της...

υφιστάμενης νομικής και πραγματικής κατάστασης των κτιριακών υποδομών που αφορούν στη μαθητική και φοιτητική στέγαση...", καθώς και η δημιουργία των κατάλληλων προδιαγραφών για τη φοιτητική και μαθητική στέγαση..." (άρθρο 2, παρ. 2, περιπτ. ε' και στ'). Για την εκπλήρωση των σκοπών του, το ...., μεταξύ άλλων, "διοικεί και λειτουργεί εστίες για την παροχή στέγασης, σίτισης και κάθε συναφούς υπηρεσίας και φροντίδας σε φοιτητές και σπουδαστές μέχρι την ανάληψη της σχετικής αρμοδιότητας από τα Α.Ε.Ι., ασκεί εποπτικό έλεγχο σε κάθε υλοποιούμενη δραστηριότητα από οποιονδήποτε φορέα που αφορά στη φοιτητική και σπουδαστική μέριμνα" και "αναλαμβάνει τον έλεγχο και την εποπτεία για την τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών, στο πλαίσιο της Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Κράτους που αφορά στην κτιριακή υποδομή των φοιτητικών και σπουδαστικών εστιών...

Η αρμοδιότητα αυτή αφορά στη φοιτητική και μαθητική στέγαση της ημεδαπής καθώς και στα σχολικά κτίρια των ελληνικών κοινοτήτων στο εξωτερικό, με σκοπό τη διασφάλιση της ολικής ποιότητας και της οικονομίας των σχετικών έργων" (άρθρο 2, παρ. 4, περιπτ. θ'και ια'). Εν τω μεταξύ, όμως, για την αποτελεσματικότερη άσκηση, μεταξύ άλλων, των αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με την οικονομική διαχείριση και την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των Φοιτητικών και Σπουδαστικών Εστιών καθώς και τη βελτίωση των υπηρεσιών φοιτητικής μέριμνας και την διασφάλιση της αδιάλειπτης υλοποίησης του εν λόγω θεσμού υπό την ευθύνη και τον έλεγχο του οικείου Α.Ε.Ι., ο προαναφερόμενος Ν. 4009/2011 (ΦΕΚ 195/6.9.2011, τ.

Α'), ο οποίος εντάσσεται σε μια γενικότερη μεταρρύθμιση της δομής, οργάνωσης και λειτουργίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, προέβλεψε, στο άρθρο 58, τη σύσταση σε κάθε Α.Ε.Ι., με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου του οικείου Ιδρύματος, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και με μία μόνο μετοχή που ανήκει στο οικείο Α.Ε.Ι.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, αναφέρεται δε και στη σχετική αιτιολογική έκθεση, το εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ. λειτουργεί υπό την ευθύνη και τον έλεγχο του οικείου Α.Ε.Ι., έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, τη συνεχή βελτίωση των παρεχόμενων από το Ίδρυμα υπηρεσιών φοιτητικής μέριμνας, με το δε ιδρυτικό π.δ/γμα καθορίζονται, περαιτέρω, οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στο σκοπό του νομικού αυτού προσώπου και, ιδίως, τα ζητήματα που αφορούν τις φοιτητικές λέσχες και τη φοιτητική μέριμνα.

Από τα παραπάνω εκτιθέμενα συνάγεται ότι με τη θέσπιση και θέση σε ισχύ των ειδικών ρυθμίσεων του άρθρου 58 του Ν. 4009/2011, με το οποίο προβλέπεται η ανάθεση των αρμοδιοτήτων σχετικά με τις Φοιτητικές και Σπουδαστικές Λέσχες και τη φοιτητική μέριμνα εν γένει σε Ν.Π.Ι.Δ. με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, ιδρυόμενο σε κάθε Α.Ε.Ι.

με π.δ/γμα και υπαγόμενο στον έλεγχο και την εποπτεία του οικείου Ιδρύματος, ο νομοθέτης επέφερε ουσιώδη μεταβολή στο προϋφιστάμενο σύστημα διαχείρισης των υπηρεσιών φοιτητικής μέριμνας και κάλυψης των λειτουργικών αναγκών των Φοιτητικών και Σπουδαστικών Εστιών και, ως εκ τούτου, δεν ανέχεται την εφαρμογή κανονιστικών ρυθμίσεων, όπως της ΚΥΑ 127177/Η/4-11-2011, οι οποίες θεσπίσθηκαν κατ' εφαρμογή άλλων νομοθετικών διατάξεων και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 65-67 του ως άνω Ν. 4002/2011 και έχουν ως αντικείμενο τη μεταφορά αρμοδιοτήτων, εξοπλισμού και προσωπικού Φοιτητικών και Σπουδαστικών Εστιών αρμοδιότητας του ...

απευθείας στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.). Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορεί και το γεγονός της μη υλοποίησης των επίμαχων ρυθμίσεων της 127177/Η/4-11-2011 κοινής υπουργικής απόφασης, αφού η ταυτοχρόνως με αυτήν εκδοθείσα ως άνω 127175/Η/4.11.2011 κοινή υπουργική απόφαση όρισε, στο άρθρο 2, παρ. 4, περιπτ.

θ', ότι το .... (πρώην E.I.N.) "διοικεί και λειτουργεί εστίες για παροχή στέγασης, σίτισης και κάθε συναφούς υπηρεσίας και φροντίδας σε φοιτητές και σπουδαστές μέχρι την ανάληψη της σχετικής αρμοδιότητας από τα Α.Ε.Ι.,ασκεί εποπτικό έλεγχο σε κάθε υλοποιούμενη δραστηριότητα από οποιονδήποτε φορέα που αφορά στη φοιτητική και σπουδαστική μέριμνα".

Με τα δεδομένα αυτά υφίσταται αδυναμία μεταφοράς των αρμοδιοτήτων, του εξοπλισμού και του προσωπικού των οικείων Φοιτητικών και Σπουδαστικών Εστιών, αρμοδιότητας του ..., απευθείας στα A.E.I., ενόψει της ουσιώδους μεταβολής, με το Ν. 4009/2011, του προϋφιστάμενου συστήματος οργάνωσης και λειτουργίας των Φοιτητικών και Σπουδαστικών Εστιών που είχε εισαχθεί κατ' εφαρμογή του Ν. 4002/2011.(ολΣτΕ 1372/2013) Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αλλά και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.1 αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενο ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε την ένσταση του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως εκ μέρους του, αφού αυτό δεν μπορεί πλέον να απασχολεί την ενάγουσα.

Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ άλλων τα εξής:

"Εν προκειμένω, με τον 1° λόγο της έφεσης του το εκκαλσύν βάλλει κατά της εκκαλουμένης, ισχυριζόμενο, κατ' ορθή εκτίμηση, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ΚΥΑ 127177/Η/4-11- 2011 απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής του ως προς το αίτημα απασχόλησης της εφεσίβλητης, λόγω μεταφοράς του προσωπικού του στο Πανεπιστήμιο ….

και της εκ του λόγου τούτου πραγματικής αδυναμίας του να απασχολήσει την εφεσίβλητη, όπως αυτή ζητεί με την αγωγή της. Ο παραπάνω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος εκ του λόγου ότι στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι έχει συντελεστεί νόμιμα η κατά το άρθρο 18 της ΚΥΑ 127177/Η/4-11-2011 μεταφορά του προσωπικού του εκκαλούντος στο Πανεπιστήμιο ….

ενέργεια που εμποδίζεται από τη ρύθμιση του άρθρου 58 Ν. 4009/2011, κατά τα ήδη εκτεθέντα στο πρώτο σκέλος της αμέσως προηγηθείσας νομικής σκέψης.........". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή και απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, δεδομένου ότι, όπως προεξετέθη, από το γεγονός της μη υλοποίησης των προβλεπόμενων από την ΚΥΑ127177/Η/4-11-2011 ρυθμίσεων, λόγω των οριζόμενων με το άρθρο 2παρ.4 περίπτ.θ της ταυτόχρονης με αυτήν εκδοθείσας ΚΥΑ127175/Η/4-11-2011,σύμφωνα με το οποίο το ... (και ήδη αναιρεσείον)ΝΠΙΔ "διοικεί και λειτουργεί εστίες για παροχή στέγασης, σίτισης και κάθε συναφούς υπηρεσίας και φροντίδας σε φοιτητές και σπουδαστές μέχρι την ανάληψη της σχετικής αρμοδιότητας από τα Α.Ε.Ι., ασκεί εποπτικό έλεγχο σε κάθε υλοποιούμενη δραστηριότητα από οποιονδήποτε φορέα που αφορά στη φοιτητική και σπουδαστική μέριμνα", συνάγεται ότι με την θέσπιση και θέση σε ισχύ των ειδικών ρυθμίσεων του άρθρου 58 του Ν.4009/2011, κατά τα προεκτεθέντα ο νομοθέτης επέφερε ουσιώδη μεταβολή στο προϋφιστάμενο σύστημα διαχείρισης των υπηρεσιών φοιτητικής μέριμνας και κάλυψης των λειτουργικών αναγκών των Φοιτητικών και Σπουδαστικών Εστιών και δεν ανέχεται την εφαρμογή κανονιστικών ρυθμίσεων ,όπως αυτή της ΚΥΑ127177/Η/4-11-2011.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Από τα άρθρα 669 § 2 του ΑΚ,1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κόρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, υπέρβαση η οποία καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, ο δε εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του απολυθέντος μισθωτού είναι υποχρεωμένος στην καταβολή, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, των μισθών υπερημερίας. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου (ΑΠ 329/2015- ΑΠ 295/2013 ) Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του και τα ακόλουθα ουσιώδη:

"Στις 16-9-1978 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ν.π.ι.δ. με την πρώην επωνυμία "..." (Ε.Ι.Ν.) και τη νυν επωνυμία, κατόπιν έκδοσης της ΚΥΑ 127175/Η/4-11-2011 (ΦΕΚ Β\ 2508/4-11-2011), "..." (....), με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος στη Φοιτητική Εστία …...

Από το έτος 1995 τοποθετήθηκε στη θέση Τμηματάρχη Προσωπικού της Φοιτητικής Εστίας …. και έκτοτε πρόσφερε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο από τη θέση αυτή, αμειβόμενη με μηνιαίο μισθό, ο οποίος τον Οκτώβριο του 2010 ανερχόταν στο ποσό των € 2.131,11. Στις 29-4-2010 η ενάγουσα, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, καθόσον δεν είχε συμπληρώσει ούτε το απαιτούμενο όριο ηλικίας, αλλά ούτε και τα απαιτούμενα έτη εργασίας, γεγονός που συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι με τα δικόγραφα τους, πλην όμως θεωρώντας ότι πληροί τις προϋποθέσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας για πρόωρη συνταξιοδότηση ως μητέρα με ανήλικο τέκνο, υπέβαλε στη Διεύθυνση Διοικητικού του εναγομένου την υπό την ίδια ημερομηνία και με αριθ.

πρωτ. 231/29-4-2010 αίτηση, με την οποία ζητούσε να εγκριθεί η παραίτηση της λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης, ορίζοντας ως ημερομηνία λύσης της εργασιακής σχέσης της την 4-10-2010. Η παραπάνω ενέργειά της αποτελούσε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της και συγκεκριμένα εκείνου της οικειοθελούς αποχώρησης (παραίτησης), το οποίο προβλεπόταν ρητά - στα άρθρα 52 § 1 και 53 του "Οργανισμού και Υπηρεσιακού Κανονισμού του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας".

Ειδικότερα, στο άρθρο 53 §§ 1, 2 και 4 ορίζονταν τα εξής: "1. Η παραίτηση (οικειοθελής αποχώρηση) αποτελεί δικαίωμα του εργαζομένου, δύναται δε να ασκηθεί οποτεδήποτε. 2. Η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, η δε λύση της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται με την αποδοχή της παραίτησης από το Διοικητικό Συμβούλιο. 3....4.

Η παραίτηση μπορεί να ανακληθεί με αίτηση του εργαζόμενου, εντός μηνός από την υποβολή της με απόφαση του Δ.Σ., ανεξάρτητα αν το Δ.Σ. την έχει ήδη κάνει αποδεκτή με προηγούμενη απόφασή του...". Από τις παραπάνω διατάξεις του Οργανισμού - Κανονισμού του εναγομένου, που ρυθμίζουν κατά τρόπο ειδικό την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου από την εργασία και είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους, όπως και οι ίδιοι εμμέσως, πλην σαφώς, συνομολογούν με όλα τα δικόγραφά τους, αναφερόμενοι πλειστάκις στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού, συνάγονται σαφώς τα ακόλουθα, αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος υποβολής αίτησης παραίτησης του εργαζομένου και ανάκλησης της αίτησης παραίτησής του, καθώς και της λύσης της εργασιακής του σχέσης:

α) η παραίτηση μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, πλην όμως πρέπει να ακολουθηθεί ο έγγραφος τόπος, β) η λύση της εργασιακής σχέσης δεν επέρχεται αυτοδικαίως με την υποβολή της παραίτησης, παρά μόνο κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου, με την οποία κάνει αποδεκτή την παραίτηση και γ) η ανάκληση της αίτησης παραίτησης από τον εργαζόμενο επιτρέπεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησης και παράγει έννομα αποτελέσματα εφόσον γίνει δεκτή (δυνητικά) με απόφαση του Δ.Σ.

του εναγομένου, ανεξαρτήτως αν το Δ.Σ. είχε ήδη αποδεχθεί την παραίτηση του εργαζομένου με προηγούμενη απόφασή του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά πάροδο τεσσάρων και πλέον μηνών από την υποβολή της αίτησης παραίτησης της ενάγουσας και συγκεκριμένα την 1-9- 2010 η ενάγουσα υπέβαλε στη Διεύθυνση Διοικητικού του εναγομένου, μέσω του Διευθυντή της Φοιτητικής Εστίας …., την υπό την ίδια ημερομηνία και με αριθ.

πρωτ. 534/1-9-2010 αίτησή της, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί (ανακληθεί) η από 29-4-2010 αίτηση παραίτησής της, που μέχρι τότε δεν είχε γίνει αποδεκτή με απόφαση του Α.Σ. του εναγομένου. Η τελευταία αυτή αίτηση διαβιβάστηκε με το υπ' αριθ. πρωτ. 015:1/18/551/3-9-2010 έγγραφο του Διευθυντή της Φοιτητικής Εστίας …… στη Διεύθυνση Διοικητικού του εναγομένου στις 3-9-2010 και στις 24-9-2010 το εναγόμενο, 17 με το υπ' αριθ.

πρωτ. 008/62/9957/24-9-2010 έγγραφο του, απέρριψε' το αίτημα της ενάγουσας, απαντώντας δια του Διευθύνοντος Συμβούλου του ότι "δεν καθίσταται εφικτό να ικανοποιηθεί, καθόσον η Υπηρεσία στον προγραμματισμό αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού του Ε.Ι.Ν. έχει ήδη λάβει υπόψη της τα άτομα για αποχώρηση, ενώ οι λόγοι της κας Σούρα για τους οποίους αρχικώς αιτήθηκε τη συνταξιοδότησή της δεν εξέλειπαν".

Ακολούθως, παρά την επανειλημμένη διαμαρτυρία της ενάγουσας για την απόρριψη του αιτήματος ανάκλησης της αίτησης παραίτησης της με την από 27-9-2010 αίτηση της και την από 29-9-2010 "εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - κλήση της", στις 5-10-2010 το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως δια του νομίμου εκπροσώπου της τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας και της κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των € 15.000.

Η κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποδοχής της από 29-4-2010 αίτησης παραίτησης της ενάγουσας, αφού, κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 53 § 2 του Οργανισμού - Κανονισμού του εναγομένου, για την αποδοχή της παραίτησης εργαζομένου απαιτείται να λάβει απόφαση συλλογικό όργανο του εναγομένου και συγκεκριμένα το Δ.Σ.

αυτού, πράγμα που δε συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση και τούτο ανεξαρτήτως του ισχυρισμού του εναγομένου ότι, κατά πάγια πρακτική του, σε όλες τις περιπτώσεις παραίτησης εργαζομένων του δεν αποφαινόταν για την αποδοχή τους το Δ.Σ., αλλά κατάγγελλε το ίδιο τις συμβάσεις εργασίας τους και τους κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, πρακτική η οποία αντίκειται στις δεσμευτικές διατάξεις του Οργανισμού - Κανονισμού του και δε δύναται να γίνει αποδεκτή ως σύννομη.

Επομένως, μέχρι την από 5-10-2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν είχε λάβει χώρα αποδοχή από το εναγόμενο της από 29-4-2010 αίτησης παραίτησης της ενάγουσας και η εργασιακή σχέση της τελευταίας ήταν καθόλα ενεργή. Αναφορικά δε με την από 1-9-2010 αίτηση ανάκλησης της από 29-4- 2010 αίτησης παραίτησης της ενάγουσας σημειώνεται ότι αυτή υποβλήθηκε στο εναγόμενο μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 53 § 4 του Οργανισμού - Κανονισμού του εναγομένου προθεσμίας του ενός μηνός και ως εκ τούτου η ενάγουσα, κατά το χρόνο υποβολής της, δεν εδικαιούτο να ανακαλέσει την αίτηση παραίτησής της, ο δε αγωγικός ισχυρισμός της ότι είχε τέτοιο δικαίωμα μέχρι την αποδοχή της παραίτησής της από το εναγόμενο είναι μη νόμιμος, λόγω της σαφούς ρύθμισης και διατύπωσης της παραπάνω διάταξης του Οργανισμού - Κανονισμού του εναγομένου, που δεν προβλέπει κάτι τέτοιο.

Πλην όμως, η απώλεια από την ενάγουσα του δικαιώματος ανάκλησης της αίτησης παραίτησής της, όπως επίσης και η απορριπτική της σχετικής αίτησης της από 24-9-2010 έγγραφη απάντηση του Διευθύνοντος Συμβούλου του εναγομένου, δεν επέδρασαν στη λειτουργία και τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, καθόσον το εναγόμενο ουδέποτε έκανε αποδεκτή την παραίτηση της ενάγουσας.

Ούτε βεβαίως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αποτέλεσε, κατά τον Οργανισμό-Κανονισμό του εναγομένου, αναγκαίο επακόλουθο της από 29-4-2010 αίτησης παραίτησης της, ενάγουσας σε συνδυασμό με την απόρριψη της αίτησης ανάκλησης της, ανεξαρτήτως της αιτίας για την οποία το εναγόμενο προέβη στην ενέργειά του αυτή (καταγγελία), δεδομένου ότι, λόγω της νομικής φύσης της καταγγελίας ως μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, το κύρος της από 5-10-2010 καταγγελίας της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε από το εναγόμενο και που, όπως υποστηρίζει το τελευταίο, συνίσταται στην υποβληθείσα αίτηση παραίτησης, σε συνδυασμό με την εκπροθέσμως υποβληθείσα και κατ' ανάγκην απορριφθείσα απ' αυτό αίτηση ανάκλησης της παραίτησης.

Παρά ταύτα, επειδή το δικαίωμα του εναγομένου-εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας-εργαζομένης υπόκειται στον προβαλλόμενο με την αγωγή περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η από 5-10-2010 καταγγελία ελέγχεται από απόψεως καταχρηστικότητας, προκειμένου να κριθεί το έγκυρο ή μη αυτής, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στα πλαίσια της έρευνας αυτής αποδεικνύεται, επιπλέον, ότι από το έτος 1999 οι υπηρεσιακές σχέσεις της ενάγουσας με το Διευθυντή της Φοιτητικής Εστίας …., πρόσφερε την εργασία της, Γ. Α., δεν ήταν αρμονικές επειδή αυτός προσπαθούσε να την υποβαθμίσει υπηρεσιακά (ενώ η ενάγουσα κατείχε από το 1995 τη θέση της Τμηματάρχη Προσωπικού, αρχικά έγινε επανειλημμένη προσπάθεια τοποθέτησης της ως Υπεύθυνης του Γραφείου Σπουδαστικής Εστίας ….

και ακολούθως τοποθετήθηκε στη θέση της Υπεύθυνης Κολυμβητηρίου) και εκείνη αντιδρούσε, μάλιστα δε ο τελευταίος της επέβαλε αρχικώς την πειθαρχική ποινή της απλής επίπληξης επειδή θεώρησε ότι τον κατηγόρησε για παράνομες πράξεις στην υπηρεσία του, σχετιζόμενες με την υπηρεσιακή της υποβάθμιση και ακολούθως την πειθαρχική ποινή της γραπτής επίπληξης για συστηματική προσπάθεια εκβιασμού και παρεμπόδισης της λειτουργίας της υπηρεσίας.

Αμφότερες οι ως άνω πειθαρχικές ποινές ακυρώθηκαν με την υπ' αριθ. 141/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 668/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ με την υπ' αριθ. 888/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1120/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της τοποθέτησης της στην υποδεέστερη θέση της Υπεύθυνης Κολυμβητηρίου και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να την τοποθετήσει και να την απασχολεί στην προηγούμενη θέση της, κριθέντος ότι η μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης της ενάγουσας δεν οφειλόταν σε υπηρεσιακές ανάγκες, αλλά σε λόγους εκδίκησης του Διευθυντή της Φοιτητικής Εστίας, Γ.

Α.. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 338/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 70/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, υποχρεώθηκε το εναγόμενο, εις ολόκληρον με τον Γ. Α., να καταβάλει στην ενάγουσα για την προσβολή που υπέστη στην. προσωπικότητά της από την εμπαθή και εκδικητική συμπεριφορά του Γ.

Α.υ, με την ανοχή του εναγομένου, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των € 5.000, κριθέντος, μεταξύ άλλων, ότι το εναγόμενο υπέθαλπε συνειδητά τον Γ. Α. στις επιλογές του, αρνούμενο να συνδράμει την ενάγουσα στη διευθέτηση της έριδας και την αποκατάσταση της εργασιακής ειρήνης, όπως τούτο προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από την άρνηση του να δεχθεί εκουσίως την επάνοδο της ενάγουσας στην αρχική θέση της Τμηματάρχη Προσωπικού της Φοιτητικής Εστίας Πατρών, παρά τη γνώση του για απόρριψη της έφεσής του κατά της υπ' αριθ. 888/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Το εναγόμενο συμμορφώθηκε εν τέλει με τις διατάξεις της τελευταίας αυτής τελεσίδικης απόφασης μετά την επίδοση σ' αυτό αντιγράφου εξ απογράφου της εν λόγω απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, προς αποφυγή των δυσμενών συνεπειών της επίσπευσης εναντίον αυτού και του Προέδρου του Δ.Σ. έμμεσης εκτέλεσης (είχε απειληθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση), πλην όμως η συμμόρφωση έλαβε χώρα κατ' επίφαση μόνο, αφού το εναγόμενο τοποθέτησε συγχρόνως ως αναπληρώτρια του Διευθυντή της Φοιτητικής Εστίας ….

άλλη υπάλληλο, αν και δεν προβλεπόταν τέτοια οργανική θέση, και της ανέθεσε τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που ήταν συναφή με τη θέση στην οποία επανατοποθετήθηκε η ενάγουσα, με αποτέλεσμα την εν τοις πράγμασι υπηρεσιακή υποβάθμισή της. Η προπεριγραφείσα πολύχρονη δικαστική αντιπαράθεση των διαδίκων και οι διαδοχικές δικαστικές ήττες του εναγομένου με πιο πρόσφατη εκείνη επί της αγωγής της ενάγουσας για επιδίκαση σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητάς της, σε συνδυασμό με την προκληθείσα, συνεπεία και των ανωτέρω δικών, εμπάθεια στο πρόσωπο της, αποτέλεσε την αποκλειστική αιτία για την οποία το εναγόμενο, δρώντας με εκδικητικά κίνητρα και εκμεταλλευόμενο την από 29-4-2010 αίτηση παραίτησης της ενάγουσας, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, προφασιζόμενο ότι αυτή ήταν απόρροια της αίτησης παραίτησής της και της εκπρόθεσμης αίτησης ανάκλησης της παραίτησης.

Σημειώνεται ότι η έκδοση της υπ' αριθ. 70/2010 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα η ύπαρξη και το ύψος της πιο πάνω χρηματικής αξίωσης της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου, ποσού € 5.000, συντέλεσε στη διατήρηση της εχθρικής στάσης του εναγομένου έναντι της ενάγουσας, η δε αίτηση παραίτησης της ενάγουσας, που υποβλήθηκε σε εγγύτατο χρόνο (29-4-2010) από τη δημοσίευση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης (29-1-2010), αποτέλεσε ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε το εναγόμενο για να απαλλαγεί από την ενάγουσα.

Για το λόγο τούτο, όταν η ενάγουσα ζήτησε να ανακληθεί η αίτηση παραίτησής της χωρίς να έχει εν τω μεταξύ προηγηθεί απόφαση του Δ.Σ. που να την έχει κάνει δεκτή, το εναγόμενο αρνήθηκε τούτο, εκδηλώνοντας έμπρακτα τα εκδικητικά του κίνητρα, ισχυριζόμενο αναληθώς ότι "η Υπηρεσία στον προγραμματισμό αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού του ….

είχε ήδη λάβει υπόψη της τα άτομα για αποχώρηση", προφασιζόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο υπηρεσιακή δυσλειτουργία σε περίπτωση παραμονής της ενάγουσας στη θέση εργασίας της. Όμως, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μέχρι την υποβολή από την ενάγουσα της από 1-9-2010 αίτησης ανάκλησης της παραίτησής της δεν είχε .

λάβει χώρα καμία ενέργεια του εναγομένου για την κάλυψη της θέσης της ενάγουσας με μετακίνηση άλλου υπαλλήλου της, ενώ αμέσως μετά την αίτηση ανάκλησης και συγκεκριμένα δύο (2) ημέρες μετά απ' αυτήν, στις 3-9-2010, κατατέθηκε αίτηση του υπηρετούντος στα ….. υπαλλήλου του εναγομένου Γ. Κ. για μετάθεσή του στη Φοιτητική Εστία ….και λίγες ημέρες αργότερα, στις 20-9-2010, το εναγόμενο έκανε δεκτή την παραπάνω αίτηση μετάθεσης και τοποθέτησε τον Γ.

Κ. στη Φοιτητική Εστία ….. προκειμένου να του ανατεθούν, όπως και έγινε, τα καθήκοντα της θέσης της ενάγουσας μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Η χρονολογική παράθεση των υπηρεσιακών διαδικαστικών ενεργειών του εναγομένου μετά την από 1-9-2010 αίτηση ανάκλησης της ενάγουσας προς κάλυψη της θέσης που η τελευταία κατείχε στη Φοιτητική Εστία ….

σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το απορριπτικό της αίτησης ανάκλησης έγγραφο του εναγομένου συντάχθηκε εσκεμμένα, στις 24-9-2010, δηλαδή μετά τη διαδικαστική ολοκλήρωση της μετακίνησης του Γ. Κ. στη Φ.Ε.Π., μαρτυρεί την πρόθεση του εναγομένου να απολύσει πάση θυσία την ενάγουσα, που επί μία δεκαετία περίπου το ταλαιπωρούσε δικαστικά, διεκδικώντας νόμιμες εργασιακές και λοιπές αξιώσεις της, επιδιώκοντας κατ' αυτόν τον τρόπο να την εκδικηθεί, συγκαλύπτοντας τα εκδικητικά του κίνητρα με την απόφαση της υπηρεσιακής δυσλειτουργίας εφόσον διατηρήσει την ενάγουσα στην εργασία της.

Κατ' ακολουθίαν, η απορρέουσα από την παραπάνω συμπεριφορά του εναγομένου από 5-10-2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και καθίσταται καταχρηστική, ως αντικείμενη στο άρθρο 281 ΑΚ, με συνέπεια να είναι άκυρη και να μην έχει επιφέρει τη λύση της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας.

Ως εκ τούτου, αρνούμενο το εναγόμενο να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατέστη υπερήμερος εργοδότης και οφείλει μισθούς υπερημερίας στην ενάγουσα για το αιτούμενο χρονικό διάστημα των μηνών Οκτωβρίου 2010 έως και Οκτωβρίου 2011, πλέον επιδομάτων Πάσχα 2011 και αδείας 2011.

Δεδομένου δε ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας ο μηνιαίος μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των € 2.131,11, όπως εμμέσως συνομολογείται και προκύπτει, εξάλλου, από το περιεχόμενο της από 5-10-2010 έγγραφης 1 καταγγελίας, έπεται ότι η ενάγουσα δικαιούται τα κάτωθι, μη αμφισβητούμενα από το εναγόμενο ως προς το ύψος τους, ποσά:

α) των € 27.704,43 ......" Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν, αναγνώρισε την ακυρότητά της από 5-1-2010 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους όπως και πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της , αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.655,55 ευρώ για μισθούς υπερημερίας των μηνών Οκτωβρίου 2010 έως και Φεβρουαρίου 2011 και υποχρέωσε αυτό να της καταβάλει το ποσό των 19.179,98 ευρώ για μισθούς υπερημερίας των μηνών Μαρτίου 2011 έως και Οκτωβρίου 2011, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας 2011, νομιμοτόκως, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών- που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις εκτεθείσες διατάξεις 180, 281, 648, 669 ΑΚ, 1 Ν.2111/1920 και 1 και 5 Ν.3198/1955 που εφάρμοσε , τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Και τούτο διότι, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην ύπαρξη προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, και, τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης,( άρθ.176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2017 αίτηση για αναίρεση της 106/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και,

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατάο (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ