Legislator Case Law & Legislation
1012/2015 AI generated

1012/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1012/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1012/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Keywords

AI generated
claim for insurance benefits unfit notwithstanding health condition cessation of accident benefits damages from traffic accident health impairment in military insurance accident insurance coverage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1012 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Α. - Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-12-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5333/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 24-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου μέρους του πρώτου λόγου της από 9-5-2014 αίτησης αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 5333/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη αυτής κατά τα λοιπά.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.

Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (Α.Π. 240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 4520Γ'/ 14-11-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 16-1-2015, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-5-2015) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της έχουσας προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 9/2013).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ' ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ' όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.

Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 § 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α' του ΑΚ, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από την διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 2 § 2 του Ν. 489/1976, συνάγεται ότι, σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.Α.Π. 23/1994, Ολ.Α.Π. 24/2003, Α.Π. 235/2011). Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (Α.Π. 2328/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-11-2005 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία έστρεψε κατά του (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) Γ. Τ. και του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε, ότι ο ως άνω πρώτος εναγόμενος οδηγώντας την υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ΖΥΑ-... ανασφάλιστη μοτοσικλέτα του προκάλεσε από υπαιτιότητά του τη σύγκρουση αυτής με την οδηγούμενη από τον ενάγοντα μοτοσικλέτα με επακόλουθο τον σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου. Ότι κατά μόνου του αναιρεσείοντος είχε εγείρει την από 22-11-1999 αγωγή και κατ' αμφοτέρων των ως άνω εναγομένων την από 20-9-2002 αγωγή, επί των οποίων εκδόθηκαν πρωτοδίκως μεν οι 3988/2003 και 4058/2003, αντιστοίχως, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' έφεση δε, αντιστοίχως, οι 8678/2004 και 8677/2004 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι συνυπαίτιοι του εν λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος ήταν αμφότεροι οι οδηγοί των μοτοσικλετών, κατά ποσοστό 50% έκαστος, ενώ επί πλέον ο ενάγων κρίθηκε ότι συνετέλεσε στην έκταση του τραυματισμού του κατά ποσοστό 10%.

Ότι κατ' αμφοτέρων των εναγομένων είχε εγείρει μεταγενέστερα και την από 3-11-2003 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 1895/2005 απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επικαλούμενος δε περαιτέρω αυτός ότι από τον Ιούνιο του 2002 εμφανίσθηκε ραγδαία και απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν, ως περαιτέρω αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 μέχρι 31-5-2008, το ποσό των 45.270 ευρώ.

Κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της κύριας αγωγής, η οποία συνεκδικάσθηκε με παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του συνεναγομένου του, το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. πρότεινε παραδεκτώς την ένσταση της κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 παραγραφής έναντι αυτού της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, συνισταμένης στο ότι από του μηνός Ιουνίου 2002, οπότε ο ενάγων είχε λάβει γνώση της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, και μέχρι την επίδοση σ' αυτό, στις 30-11-2005, της ένδικης από 10-11-2005 αγωγής, είχε παρέλθει η προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο διετής προθεσμία προς άσκηση αυτής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 516/2011 απόφασή του, επικαλούμενο το απορρέον από τις 8677/2004 και 8679/2007 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί των από 20-9-2002 και 3-11-2003, αντιστοίχως, ως άνω αγωγών του ενάγοντος, απέρριψε την εν λόγω ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος κρίνοντας ότι η διετής παραγραφή της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου είχε επιμηκυνθεί σε εικοσαετή, και μετά ταύτα έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή (καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του Ε.Κ.).

Την ένσταση αυτή επανέφερε το ήδη αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου με τη μορφή του πρώτου λόγου της από 9-4-2011 έφεσής του. Το Εφετείο δέχθηκε επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού αυτού τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε εγείρει κατά του εναγομένου εκκαλούντος (και νυν αναιρεσείοντος) την από 20-9-2002 αγωγή, την οποία είχε καταθέσει στις 8-10-2002 και είχε επιδώσει στον εναγόμενο στις 14-10-2002, με την οποία επεδίωκε την καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 343.843 ευρώ, οφειλομένων ως αποζημίωση υπό μορφή θετικής και αποθετικής ζημίας την οποία υπέστη εκ του επισυμβάντος στις 13-8-1998 αυτοκινητικού ατυχήματος και συνισταμένης α) σε δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμου, οικιακής βοηθού και βελτιωμένης διατροφής, β) σε απώλεια εισοδήματος, γ) σε αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ.

και δ) σε πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ότι στην ως άνω αγωγή ο ενάγων ισχυριζόταν ότι είχε ασκήσει κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου την από 22-11-1999 προγενέστερη αγωγή και ζητούσε την ικανοποίηση των διαλαμβανομένων στην νέα αγωγή ως άνω αξιώσεών του, τις οποίες δεν ήταν δυνατόν να ζητήσει με την πρώτη αγωγή του, δεδομένου ότι οι περισσότερες εξ αυτών δεν είχαν γεννηθεί ή δεν είχαν διαγνωσθεί.

Ότι επί της ως άνω από 20-9-2002 αγωγής εκδόθηκε η 4058/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν ασκηθεισών κατ' αυτής εφέσεων και από τους ήδη διαδίκους, εκδόθηκε, στις 22-12-2004, η 8677/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι από το έτος 2002 είχε επέλθει απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και γι' αυτό το εκδόν την απόφαση αυτή ως άνω Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του Επικουρικού Κεφαλαίου περί παραγραφής των προβληθεισών αξιώσεων του ενάγοντος και μετά από εξαφάνιση της εκκληθείσας 4058/2003 πρωτόδικης απόφασης επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσόν των 38.001 ευρώ.

Στην συνέχεια το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη τα εξής : "Με τα δεδομένα αυτά, από της εκδόσεως της πιο πάνω απόφασης (22-12-2004), οι αξιώσεις του ενάγοντος εφεσιβλήτου, που πρωθυστέρως δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή και που είχαν σχέση με τις ζημίες, που αυτός είχε υποστεί εξ αφορμής του ενδίκου τραυματισμού του και των οποίων η πρόβλεψη δεν ήταν δυνατή λόγω της από το έτος 2002 δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της κατάστασης της υγείας του ...

υπόκεινται σε παραγραφή μετά από εικοσαετία και όχι μετά από τη για το Επικουρικό Κεφάλαιο συντομότερη τοιαύτη της διετίας, ενώ από της εκδόσεως της ειρημένης του παρόντος Δικαστηρίου αποφάσεως, ήτοι της με αριθμό 8677/2004 τοιαύτης, άρχισε εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας εξ αφορμής του τραυματισμού του ενάγοντος -εφεσιβλήτου από το ένδικο ατύχημα, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για το οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Τούτο διότι ως προς το ως άνω μέρος της όλης αξίωσης, παρά το γεγονός ότι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην 8677/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, θεωρείται ότι το εν λόγω μέρος έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 του Κ.Πολ.Δ.), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση. Κατ' αυτό δε τον τρόπο, αφού η από 20.9.2002 αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου συμπεριελάμβανε και τις αξιώσεις για απώλεια εισοδήματος και δαπάνη οικιακής βοηθού, που, όμως, αφορούσαν προγενέστερο διάστημα εκείνου που διαλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή και που μέρος των εν λόγω αξιώσεων επιδικάσθηκε - τελεσιδίκως - με την 8677/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από την ημεροχρονολογία έκδοσης της αμέσως προηγούμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε, όπως προελέχθη, ότι επήλθε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου από το έτος 2002, ήτοι από την 22α Δεκεμβρίου του έτους 2004, άρχισε να ισχύει η εικοσαετής παραγραφή και ως προς τις επίδικες -προβαλλόμενες με την ένδικη αγωγή - αξιώσεις, οι οποίες αφορούν μεταγενέστερο της ασκήσεως της από 20.9.2002 αγωγής του ενάγοντος εφεσιβλήτου και δη μεταγενέστερο και αυτής ταύτης της ημεροχρονολογίας έκδοσης της 8677/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κατά συνέπεια, όταν ο ενάγων - εφεσίβλητος άσκησε την ένδικη αγωγή του, οι αξιώσεις των οποίων την ικανοποίηση επεδίωξε με το εν λόγω αγωγικό δικόγραφο ο διάδικος αυτός, ουδόλως είχαν υποπέσει σε παραγραφή. Με τα δεδομένα αυτά και ανεξάρτητα από την ουσιαστική βασιμότητα ή όχι του επικουρικώς προβληθέντος ισχυρισμού του ενάγοντος - εφεσιβλήτου ότι οι ένδικες αξιώσεις πηγάζουν από "νέα απρόβλεπτη και απρόσμενη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του", που "εχώρησε" το έτος 2005, "από τη γνώση της οποίας άρχισε να τρέχει νέα παραγραφή" ως προς τις εν λόγω αξιώσεις, αφού οι τελευταίες αυτές αξιώσεις δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και τα ίδια έκρινε ως προς τούτο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο - έστω και με ελλιπή τινά αιτιολογία - το τελευταίο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και ο ως άνω πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν".

Μετά δε την κατά τα άνω απόρριψη της ένστασης του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου περί παραγραφής έναντι αυτού της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, το Εφετείο, προβαίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε εκτίμηση των μνημονευομένων σ' αυτήν αποδεικτικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη - κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε σ' αυτή - το απορρέον από την υπ' αριθμ. 8677/2004 προηγούμενη απόφασή του και διαπιστούμενο και από την υπ' αριθμ. 8679/2007 απόφαση αυτού δεδικασμένο, σύμφωνα με το οποίο α) συνυπαίτιοι στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού του ενάγοντος ήσαν αμφότεροι οι οδηγοί των συγκρουσθέντων δικύκλων μοτοσυκλετών και δη κατά ποσοστό 50% έκαστος, επιπλέον δε ότι ο ενάγων συνετέλεσε κατά ποσοστό 10% και στο μέγεθος του τραυματισμού του, διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, και β) ότι η υγεία του επιδεινώθηκε απρόβλεπτα από το έτος 2002, έκρινε ανελέγκτως, σύμφωνα με τα ειδικότερον και λεπτομερέστερον εις αυτήν εκτιθέμενα, ότι δικαιούται αυτός (ενάγων -αναιρεσίβλητος) αποζημίωσης για την θετική και αποθετική ζημία την οποία εκ της τοιαύτης απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του υπέστη κατά το από 1.6.2006 έως 31.5.2008 χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού 14.560 ευρώ.

Αφορά δε το συνολικό αυτό ποσό α) δαπάνη αμοιβής οικιακής βοηθού και β) διαφυγόντα εισοδήματα εκ της εργασίας του, συνεπεία της εκ του ατυχήματος αδυναμίας του να επιμελείται του εαυτού του και να εργάζεται κατά το προαναφερόμενο από 1.6.2006 έως και 31.5.2008 ένδικο χρονικό διάστημα. Έκρινε λοιπόν μετά ταύτα το Εφετείο ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την εκκληθείσα και από το ήδη αναιρεσείον υπ' αριθμ. 516/2011 απόφασή του είχε αποφανθεί ομοίως και επί του ζητήματος τούτου, δεν είχε σφάλει και αφού απέρριψε τους περί του αντιθέτου συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της από 9.4.2011 έφεσής του επικύρωσε την προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σε σχέση προς την προταθείσα από το ήδη αναιρεσείον ένσταση παραγραφής, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από αυτό ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 268 ΑΚ και 10 § 2 του Ν. 489/1976. Συνίσταται δε η ανεπάρκεια αυτή στο ότι ενώ δέχεται ότι η επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου επήλθε κατά το έτος 2002 και ότι από τη δημοσίευση στις 22.12.2004 της υπ' αριθμ. 8677/2004 απόφασής του άρχισε να ισχύει και για τις επίδικες αξιώσεις αυτού η εικοσαετής παραγραφή, εν τούτοις δεν αναφέρει α) την ακριβή, ή έστω κατά προσέγγιση, ημερομηνία, κατά την οποία έλαβε χώρα η επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος, και β) την ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων έλαβε γνώση της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για τη διάγνωση του χρόνου έναρξης της διετούς παραγραφής και εντεύθεν της βασιμότητας ή όχι της προταθείσας από το αναιρεσείον σχετικής ένστασης, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, κατά τον πρωτοδίκως υποβληθέντα και νομίμως επαναφερθέντα στο Εφετείο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, η γνώση αυτή του αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2002 ( άλλως στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2002), ήτοι πριν από το χρόνο δημοσίευσης της 8677/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (22-12-2004) και την εξ αυτής επιμήκυνση της διετούς παραγραφής σε εικοσαετή, η δε επίδοση της ένδικης αγωγής έλαβε χώρα στις 30-11-2005.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5333/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ