1012/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:473/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3926/2009 προδικαστική και 5291/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1012/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1012 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ EΛΛΑΣ Α.Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρία Γιαννίτση και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαο Παπαδάτο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:473/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3926/2009 προδικαστική και 5291/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 5-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να είναι αναγκαίο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έγγραφα, να μνημονεύονται αυτά ένα προς ένα στην απόφασή του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πλήττεται η απόφαση του εφετείου, διότι από το όλο περιεχόμενό της δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και ειδικότερα α) το από 13.7.2006 σχεδιάγραμμα που συνέταξε η Τροχαία και το οποίο απεικονίζει τον τόπο και τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα στις 13.7.2006 και περί ώρα 05.35, επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, στο ύψος της Ηλιούπολης Αττικής και στο ρεύμα αυτής με κατεύθυνση από παραλία προς Αθήνα, στο οποίο ατύχημα ενεπλάκησαν 1) η υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο ήδη αναιρεσίβλητος Ι. Κ., 2) το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ε. Μ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης της κατά την κυκλοφορία του στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία και 3) το οδηγούμενο από τον Δ.
Π. υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ αστικό λεωφορείο και β) την από 29.8.2006 έκθεση εξέτασης του τότε κατηγορουμένου ως άνω οδηγού του προαναφερόμενου λεωφορείου, τα οποία έγγραφα και ασκούν ουσιώδη επιρροή επί του προταθέντος πρωτοδίκως και επαναφερθέντος κατ' έφεση ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στο επισυμβάν ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της προαναφερόμενης οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ΙΧΕ αυτοκινήτου, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε στο εφετείο η τότε εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία.-
ΙΙ.- Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "...η πρώτη εναγόμενη επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να έχει αντιληφθεί την κίνηση της μοτ/τας, που έβαινε μπροστά από αυτή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και προς το αριστερό άκρο αυτής, δηλ.
αριστερά της πορείας του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτ/τας, η οποία εξετράπη προς τα δεξιά, λόγω δε της σύγκρουσης αυτής η ως άνω οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματός της..", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, η οποία διδάσκει ότι : α) "όταν ένα Α όχημα κινείται εμπρός και αριστερά ενός άλλου Β οχήματος και το Α όχημα πραγματοποιήσει ανέλεγκτο ελιγμό προς τα αριστερά, είναι αντικειμενικά αδύνατο να επιπέσει στο οπίσθιο αριστερό του Β οχήματος, διότι η δεξιά πλευρά του Β οχήματος εκτίθεται προς το Α όχημα και όχι η αριστερή.
Επομένως εάν τα πραγματικά περιστατικά είχαν συμβεί όπως διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη, τότε θα έπρεπε το όχημα της Ε. Μ. να είχε προσκρούσει στο πίσω δεξιό μέρος της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του αναιρεσιβλήτου και όχι στο πίσω αριστερό μέρος αυτής, όπως δέχθηκε το Εφετείο", β) (ότι) "επειδή το δίκυκλο του αναιρεσιβλήτου, ως δίκυκλο διαθέτει μικρή οπίσθια επιφάνεια, για να έλθει σε επαφή το όχημα της Ε.
Μ. με την οπίσθια αριστερή πλευρά του δικύκλου, θα έπρεπε το όχημα της Ε. Μ. να βρισκόταν αριστερά του δικύκλου και όχι δεξιά του, όπως δέχεται το Εφετείο" και γ) (ότι) "εάν το δίκυκλο του αναιρεσιβλήτου βρισκόταν αριστερά του οχήματος της Ε. Μ. και αυτή είχε πραγματοποιήσει αριστερό ελιγμό και είχε προσκρούσει στο όχημα αυτό, το όχημα του αναιρεσιβλήτου θα είχε εκτραπεί προς τα αριστερά και όχι προς τα δεξιά, ώστε να φθάσει στο πεζοδρόμιο, όπως δέχθηκε το Εφετείο".
Αυτή δε η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είχε ως αποτέλεσμα, κατά την αναιρεσείουσα, να οδηγηθεί το δικαστήριο εκείνο στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η Ε. Μ. παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 του ΚΟΚ και ότι είναι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος, ενώ αν ορθώς χρησιμοποιούσε τα διδάγματα αυτά θα εφάρμοζε την διάταξη του άρθρου 19 § 2 του ΚΟΚ και θα δεχόταν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 95%, ήταν και ο αναιρεσίβλητος, "αφού αυτός κινούμενος πίσω από το όχημα της Ε.
Μ. και όχι αριστερά αυτής, δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από τα προπορευόμενα οχήματα και έγινε έτσι υπαίτιος του ένδικου τραυματισμού του". Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην, κατά την αναιρεσείουσα, ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 13.7.2006 και περί ώρα 05.35 ο πρώτος ενάγων Ι. Κ., οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, έβαινε επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, στο ύψος της Ηλιούπολης Αττικής, με κατεύθυνση από παραλία προς Aθήνα.
Στο σημείο εκείνο η Λεωφόρος Βουλιαγμένης είναι διπλής κατευθύνσεως, με δενδροφυτεμένη νησίδα, που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, το ρεύμα προς Αθήνα διαθέτει τρεις λωρίδες, συνολικού πλάτους 10,50 μέτρων, ο δε ενάγων εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά τον ανωτέρω χρόνο στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση, πίσω από τη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο η πρώτη εναγομένη Ε.
Μ., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Μπροστά από τα δύο ως άνω οχήματα, έχοντας την ίδια κατεύθυνση και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο το ... ΔΧ αστικό λεωφορείο, οδηγούμενο από τον Δ. Π., το οποίο στο ύψος του οικ.
αριθμού …σταμάτησε για ν' αποβιβάσει επιβάτες. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η πρώτη εναγομένη επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να έχει αντιληφθεί την κίνηση της μοτ/τας, που έβαινε μπροστά από αυτή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και προς το αριστερό άκρο αυτής, δηλ.
αριστερά της πορείας του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός της στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μοτ/τας, η οποία εξετράπη προς τα δεξιά, λόγω δε της σύγκρουσης αυτής η ως άνω οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματός της και επέπεσε στη συνέχεια με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του ευρισκόμενου εν στάσει λεωφορείου.
Λόγω της σύγκρουσης η μοτ/τα του ενάγοντος εκτινάχθηκε προς τα δεξιά και αφού ανατράπηκε, δημιουργώντας αποξέσεις 1,90 μ, ακινητοποιήθηκε στο πεζοδρόμιο. Το παραπάνω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ως άνω οδηγού, η οποία δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή της (άρθρ. 12 § 1 ΚΟΚ), ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρ. 19 § 1 ΚΟΚ), προκειμένου δε να εκτελέσει ελιγμό προς τα' αριστερά, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως όφειλε, ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, και συγκεκριμένα του ενάγοντα, ο οποίος εκινείτο στ' αριστερά πλάϊ της (άρθρ. 21 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να επιπέσει στη μοτ/τα και να την ανατρέψει.
Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίζεται ότι ο ενάγων έβαινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας πίσω από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη, χωρίς να τηρεί την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας και όταν το ως άνω ασφαλισμένο σ' αυτή όχημα προσέκρουσε στο σταματημένο λεωφορείο, αυτός (ενάγων) έκανε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου ν' αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα ν' απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να εκτραπεί προς τα δεξιά και να προσκρούσει στο πεζοδρόμιο, χωρίς να έλθει σε επαφή με το όχημα που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη, το οποίο έτσι δεν συνετέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην ανατροπή της μοτ/τας και τον τραυματισμό του ενάγοντα.
Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Ειδικότερα η μοτ/τα του ενάγοντος φέρει βλάβη στο οπίσθιο τμήμα αυτής, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, που συνέταξαν οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι του τμήματος Τροχαίας Ελληνικού, όπου αναφέρεται ως βλαβέν τμήμα της μοτ/τας το οπίσθιο μέρος αυτής, που σημαίνει ότι το όχημα της πρώτης εναγομένης προσέκρουσε στο πίσω μέρος της.
Επίσης από την κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος Ζ. Β., η οποία καταθέτει ότι άκουσε κάποιο δυνατό θόρυβο, που μάλλον προήλθε από τη σύγκρουση του οχήματος της πρώτης εναγομένης, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης, με τη δίκυκλη μοτ/τα και ότι εξαιτίας της σύγκρουσης αυτής η οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματός της και προσέκρουσε πίσω από το λεωφορείο, αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι υπήρξε πρόσκρουση του αυτ/του στο πίσω μέρος της μοτ/τας.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος, που να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος, αφού αυτός έβαινε κανονικά και με την αρμόζουσα για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα, δεν ήταν δε σε θέση να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, αφού δέχθηκε χτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματός του.
Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η ένσταση συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του ατυχήματος, που πρότεινε η εναγομένη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, των αιτίων που το προκάλεσαν και της συνυπαιτιότητας ή μη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στην επέλευση αυτού και συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο σκέλος του ερευνόμενου δεύτερου λόγου της αναίρεσης, που τείνουν να θεμελιωθούν επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Περαιτέρω, "έγγραφα" κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009, ΑΠ 364/2008, ΑΠ 437/2005). Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ. 20, με το πρώτο σκέλος του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την προανακριτική κατάθεση της Ζ.
Β., με το να δεχθεί ότι "Επίσης από την κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος Ζ. Β., η οποία καταθέτει, ότι άκουσε κάποιο δυνατό θόρυβο, που μάλλον προήλθε από τη σύγκρουση του οχήματος της πρώτης εναγόμενης, στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης, με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα και ότι εξαιτίας της σύγκρουσης αυτής η οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματός της και προσέκρουσε πίσω από το λεωφορείο, αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι υπήρξε πρόσκρουση του αυτ/του στο πίσω μέρος της μοτ/τας..", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω "προανακριτική κατάθεση" δεν αποτελεί "έγγραφο" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 556/2003).
Στη συνέχεια, ο ίδιος αυτός λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο που δίκασε, συνεκτιμώντας την ως άνω προανακριτική κατάθεση της Ζ. Β. με την από 13.7.2006 έκθεση αυτοψίας, κατέληξε να παραμορφώσει το περιεχόμενο και της έκθεσης αυτής, αφού δέχθηκε ότι "...όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, που συνέταξαν οι αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι του τμήματος Τροχαίας Ελληνικού, όπου αναφέρεται ως βλαβέν τμήμα της μοτοσυκλέτας το οπίσθιο μέρος αυτής, που σημαίνει, ότι το όχημα της πρώτης εναγομένης προσέκρουσε στο πίσω μέρος της", ενώ στην ένδειξη 13 αυτής (έκθεσης αυτοψίας) αναφέρεται, όπως εκτίθεται στην αναίρεση, ότι "Το γ όχημα έφερε βλάβες στην οπίσθια πλευρά πλαστικά, αριστερό πλαστικό ρεζέρβας, εμπρόσθιο φτερό, αριστερός καθρέπτης", πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος διότι πλήττει την περί του περιεχομένου του εγγράφου τούτου κρίση του δικαστηρίου, που απορρέει από την εκτίμηση αυτού και εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το ερευνόμενο δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσκομιζόμενης ήδη από την αναιρεσείουσα από 13.7.2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, η οποία δεν είχε προσκομισθεί κατά το χρόνο κατάρτισης της από 5.2.2013 έκθεσης του εισηγητή της υπόθεσης, ουδέν απολύτως λάθος του Εφετείου προκύπτει από την ανάγνωση αυτής, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτήν περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται στο επίμαχο στην προκειμένη περίπτωση τμήμα της (αριθμ. 13).
Τέλος, η εν τέλει του λόγου τούτου υπάρχουσα αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επικληθέν υπό ουδενός των διαδίκων αποδεικτικό μέσο (άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα την προαναφερόμενη προανακριτική κατάθεση της Ζ. Β., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο δε διότι από την επισκόπηση των με ημερομηνία 14.9.2010 και 8.5.2009 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, που κατέθεσε ο ήδη αναιρεσίβλητος προς υποστήριξη της από 8.7.2007 έφεσής του και αντίκρουση της από 30.10.2008 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, γίνεται σαφής μνεία ότι προσάγεται και επικαλείται από αυτόν και η σχηματισθείσα από το Τμήμα Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων (ΤΟΤΑ) Γλυφάδας ποινική δικογραφία, με τις περιεχόμενες σ' αυτή μαρτυρικές καταθέσεις, μεταξύ των οποίων αναντιλέκτως περιλαμβάνεται και εκείνη της ως άνω Ζ.
Β., μη όντος απαραιτήτου όπως γίνεται ιδιαίτερη μνεία και κάθε μιας από τις καταθέσεις αυτές, αφού αυτές αποτελούν μέρος της σχηματισθείσας και προσαγόμενης με επίκληση ποινικής δικογραφίας. Το ότι δε το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του και την όλη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία προκύπτει με σαφήνεια από την ρητή περί τούτου μνεία στην εφετειακή απόφαση.- IV.- Ο από το αρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, επί αγωγής προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εάν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια του εναγομένου οδηγού, έστω και εάν τα περιστατικά αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς.
Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατά το αρθρ. 224 Κ.Πολ.Δ, μεταβολή της βάσης της αγωγής και δεν ιδρύεται ο από το αρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 832/2011, ΑΠ 848/2001, ΑΠ 483/2001, ΑΠ 1400/1994). Επομένως, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο προς θεμελίωση της υπαιτιότητας της εναγόμενης οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, Ε.
Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν ή και συνιστούσαν, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας - εναγομένης, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα στις αιτιάσεις του λόγου αυτού περιστατικά, αφορούν περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών, που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγόμενης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με βάση όσα προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα περιστατικά αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς, και δεν συνιστούν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ούτε θεμελιώνεται η λήψη υπόψη μη προταθέντων ή μη παραδεκτώς προταθέντων ισχυρισμών.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που έχει καταθέσει και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 601/2012 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθμ. 5291/2010 και 3926/2009 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, οριστικής και μη οριστικής, αντίστοιχα, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ