1012/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1012 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2011
Legislator headnote
AI generated1012/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1012 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1012 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Φαρμακίδη-Μάρκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 965/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 850/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/10/2009 αίτησή του και τους από 13/1/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 23/3/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-10-2009 αίτησης και του από 13-1-2011 δικογράφου προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 850/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή . Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω αβασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου δικαιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται 'όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση , ο δε Άρειος Πάγος διατυπώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Π.ολ.Δ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου1 του ν.653/1977 ''περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη των εθνικών οδών κλπ'' όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ.9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκειται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος). Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί , αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή (ολ.ΑΠ 11/2004).
Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, ''το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου''. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ''Ο εικονιζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης''. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήψη της προθεσμίας προς προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ... ''Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι '' Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α)των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του''. Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε 'ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Α.Π. 1056/2008) στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δυο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 956/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση αποζημίωσης, για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτης, και επειδή θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημίωση παρόδιου ιδιοκτήτη επίσης με την ιδιότητα της ωφελούμενης από την ένδικη απαλλοτρίωση, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του ν. 653/1977.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, απορρίπτοντας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά το παραπάνω ιστορικό και αίτημά της, επειδή αφορά απαλλοτρίωση που είχε συντελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δικάζεται κατά τη τακτική διαδικασία, χωρίς να υπόκειται η άσκησή της στη δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 2971/2001. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων33 και 37 του ν.2971/2002 και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Πατρών δέχθηκε τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Με την 1061509/6441/0010/13.7.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για την κατασκευή του έργου "Προσβάσεις γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου" μεταξύ των άλλων και το υπ' αριθμ. 29 του οικείου κτηματολογικού πίνακα ακίνητο της ενάγουσας, ήτοι οικόπεδο εκτάσεως 1.301 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Προσφυγικά" του Ρίου. Από το ακίνητο αυτό της ενάγουσας απαλλοτριώθηκε, ειδικότερα, έκταση 663,15 τ.μ., σύμφωνα δε με τη σχετική έκθεση κτηματογράφησης η ενάγουσα ιδιοκτήτρια αυτοαποζημιώνεται για 140,67τ.μ. ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 του ν. 653/1977,και περαιτέρω, για τον ίδιο, υποχρεούται να αποζημιώσει τις παρόδιες ιδιοκτησίες για 91,25 τ.μ. .Μετά την ειρημένη απαλλοτρίωση στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, εμβαδού 638τ.μ., άρτιο, άλλως οικοδομήσιμο, δεν είναι εφικτή η ανέγερση κτίσματος επειδή το σχήμα του καθίσταται ασύμμετρο και ακανόνιστο, λόγος για τον οποίο με την 143/2003 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως επιδικάστηκε στην ενάγουσα ιδιαίτερη αποζημίωση για επελθούσα μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος ίση με το 20% της καθορισθείσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα. Πέραν τούτου, μετά τη διάνοιξη της οδού πρόσβασης της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, η εναπομείνασα έκταση βρίσκεται κάτω από τους πυλώνες της οδού που είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος και έχει υψομετρική διαφορά έξι (6) περίπου μέτρων από το ακίνητο της ενάγουσας και δεν έχει άμεση πρόσβαση και επικοινωνία με αυτήν (οδό), επιβαρύνεται δε αυτή (ενάγουσα) επί πλέον και με τον θόρυβο και τη ρύπανση των διερχομένων αυτοκινήτων. Από την κατασκευή επομένως της προαναφερθείσας προσβάσεως η ενάγουσα ιδιοκτήτρια ναι μεν απέκτησε ωφέλεια, η οποία όμως εξουδετερώνεται κατά ένα μέρος και δη κατά ποσοστό 80% λόγω του τρόπου διαμόρφωσης της κατασκευασθείσας οδού. Ειδικότερα: 1) Καθοριστικό στοιχείο για την ορθή κατ' αρχάς καθιέρωση, με τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 653/1977, μαχητού τεκμηρίου ωφέλειας του ιδιοκτήτη μερικώς απαλλοτριούμενου ακινήτου για την αυτοαποζημίωση του κ.λ.π. είναι προκειμένου για διανοιγόμενη εθνική οδό, η απόσταση σ' αυτή προσώπου (και όχι κατ' ανάγκην και άμεσης πρόσβασης), επειδή η διέλευση απεριορίστου αριθμού ανθρώπων από αυτή παρέχει δυνατότητα ευρείας και ανέξοδης αναγνωρισιμότητας του γειτονικού ακινήτου με τα επικείμενά του, καθιστώντας αυτό ιδιαίτερα πρόσφορο προς εμπορική εκμετάλλευση και πολλαπλασιάζοντας έτσι την αγοραία αξία του. 2) Η περιοχή του οικοπέδου της ενάγουσας και προ της κατασκευής του έργου βρισκόταν σε χαμηλότερο επίπεδο από την υπόλοιπη, παρακείμενη (νοτιότερη αυτού) επικλινή χερσαία εδαφική έκταση, επί της οποίας κατασκευάσθηκε και η δια μέσου του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας διερχόμενη εθνική οδός για τις ανάγκες της οποίας οι προσθετικές εργασίες επιχωμάτωσης και διαμόρφωσης της οδού επαύξησαν το ύψος της με προϊούσα ανοδική πορεία περίπου 5 μέτρα. 3) Το διερχόμενο έμπροσθεν του απομένοντος τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας τμήμα της εθνικής οδού, επί του οποίου εκείνο (ακίνητο) έχει πρόσοψη, παρακολουθεί έτσι σε μεγάλο βαθμό τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους νοτιώτερα αυτού και μόνον από το σημείο περάτωσης της εθνικής οδού και κατασκευής του πρώτου τεχνικού έργου (αρχικού θεμελίου) της υπερθαλάσσιας γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου αρχίζει βαθμιαία υπερύψωση της οδού, σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από το ακίνητο της ενάγουσας, συνεχίζεται δε μέχρι το μέσον της γέφυρας με φθίνουσα αρνητική για το εν λόγω ακίνητο σημασία αντιστρόφως ανάλογη από την απόσταση με το ακίνητο αυτό. 4) Το ακίνητο της ενάγουσας δεν έχει μεν άμεση πρόσβαση στο έμπροσθεν αυτού διερχόμενο τμήμα της εθνικής οδού, υπάρχει όμως πρόσβαση σε απόσταση περίπου 100 μέτρων με βοηθητικές παρακαμπτήριες οδούς που εξυπηρετούν και άλλα ακίνητα της ίδιας περιοχής και δεν αποτελεί έτσι αυτή η μορφή εξυπηρέτησης υπολογίσιμο σημαντικό μειονέκτημα για το ακίνητο της ενάγουσας, αφού είναι άλλωστε ο κανόνας σε όλες τις κλειστές εθνικές οδούς (όπως η ανωτέρω) ανεξαρτήτως υψομετρικού επιπέδου διαμόρφωσής τους. Ενόψει όλων αυτών και λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπερθαλάσσια ζεύξη Ρίου-Αντιρρίου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τουριστικά αξιοθέατα της Χώρας μας, τα μειονεκτήματα από την έλλειψη άμεσης πρόσβασης του απομένοντος ακινήτου της ενάγουσας στην εθνική οδό, τους εκτεινόμενους σε αρκετή απόσταση από υπερυψωμένους πυλώνες της γέφυρας και τους λιγότερο σημαντικούς για εμπορικές εκμεταλλεύσεις θορύβους διερχομένων αυτοκινήτων από την εθνική οδό (με την περιορισμένη λόγω εναλλασσομένων θαλάσσιων ανέμων ρύπανση), δεν εξουδετερώνουν την ωφέλεια από τα πλεονεκτήματα, ως παρόδιου του ακινήτου, πέραν του ποσοστού 80%. Ενόψει των ανωτέρω ανατρεπομένου εν μέρει του τεκμηρίου του άρθρου 1 του ν. 653/1977 που είναι μαχητό η ενάγουσα δεν υποχρεούται εις πλήρη αυτοαποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκτασή της ούτε σε πλήρη αποζημίωση των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, παρά μόνο κατά ένα μέρος (20%). Επομένως, η ενάγουσα πρέπει να αποζημιωθεί με βάση την ήδη καθορισθείσα με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Πατρών οριστική τιμή μονάδας και για την απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση.
Συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για έκταση 140,67τ.μ. για την οποία θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη το ποσό των 14.630 ευρώ (140,67Χ130 ευρώΧ80%). Επίσης, δεδομένου ότι το Δημόσιο αφαίρεσε από την οφειλόμενη αποζημίωση προς την ενάγουσα ποσό 11.862,50 ευρώ λόγω της δήθεν υποχρεώσεώς της να αποζημιώσει τους παρόδιους ιδιοκτήτες (91,25Χ130 ευρώ, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει , σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ποσό των 9.490 ευρώ (11.862,50Χ80%). Επομένως, το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 24.120 ευρώ (14.630=9.490). Άρα έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει το ποσό των 30.149,60 ευρώ για την ως άνω αιτία". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, κατά ένα μέρος και για μικρότερο ποσό σε σχέση με το πρωτόδικα επιδικασθέν την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη με το προαναφερθέν περιεχόμενό της ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γεγονότα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τη μειωμένη ωφέλεια που επήλθε στην περιοχή της ένδικης απαλλοτρίωσης και τα μη απαλλοτριωθέντα τμήματά της πληρούν το πραγματικό εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης και δικαιολογούν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την απομείωση της ωφέλειας που επήλθε από την ένδικη απαλλοτρίωση στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατά 80% και την επιβάρυνσή της για το υπόλοιπο 20% που αντιστοιχεί στην αξία των απαλλοτριωθέντων τμημάτων της ίδιας και εκείνων που κρίθηκε υπόχρεη για αποζημίωση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του Κ Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 του ν. 653/1977, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, όσο έχει σχέση με την εσφαλμένη και αντιφατική εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001,για την αποζημίωση εναπομένοντος τμήματος εκτός της απαλλοτρίωσης που απομειώθηκε η αξία του κρίνεται αβάσιμος, γιατί το εφετείο με τις πιο πάνω επί της ουσίας παραδοχές του δεν εφάρμοσε την πιο πάνω διάταξη, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, αλλά για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του σε σχέση με το εάν από την ένδικα απαλλοτρίωση η αναιρεσίβλητη μπορούσε να θεωρηθεί ωφελούμενη, ώστε να υποχρεούται σε αποζημίωση, ερεύνησε την οποιαδήποτε ωφέλεια προέκυψε από την ένδικη απαλλοτρίωση, τόσο στην εναπομένουσα ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης, εκτός της απαλλοτρίωσης, όσο και στην ευρύτερη περιοχή που συνορεύει με την απαλλοτριωθείσα έκταση και στις δυσμενείς συνέπειες που προέκυψαν από το έργο της ένδικης απαλλοτρίωσης, για να καταλήξει τελικά (το Εφετείο), ότι "οι δυσμενείς συνέπειες της ένδικης απαλλοτρίωσης υπερκάλυψαν κατά 80% την οποιαδήποτε ωφέλεια που προέκυψε για την αναιρεσίβλητη από την ένδικη απαλλοτρίωση, και παρέμεινε πραγματική ωφέλειά της κατά 20% της αξίας του δικού της τμήματος που θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο και εκείνου τρίτου ιδιοκτήτη που θεωρήθηκε αποζημιούμενο εκ μέρους της ιδίας (αναιρεσίβλητης). Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το από 13-1-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην εις το διατακτικό δαπάνη της αναιρεσείβλητης (άρθρο 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2009 αίτηση αναίρεσης και το από 13-1-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθ. 859/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών .
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ