Legislator Case Law & Legislation
1012/2010 AI generated

1012/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1012/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1392/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14.12.2007 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1012/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1012 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1012/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Χόρτη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Aπόστολο Γώττα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1392/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14.12.2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14.12.2007 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι αναγκαία να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Μπορεί, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το άλλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Είναι, όμως, απαράδεκτος ως αόριστος ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ εάν δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα έγγραφα που δεν έχουν ληφθεί υπόψη, χωρίς να αίρεται η αοριστία από την παραπομπή στο περιεχόμενο των έγγραφων προτάσεων του αναιρεσείοντος.

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη όλες τις αποδείξεις, τα φορολογικά παραστατικά και τις βεβαιώσεις επαγγελματιών που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις έγγραφες προτάσεις τους (οι αναιρεσείοντες) που είχαν εκδοθεί στο όνομά τους ως αγοραστών, και είχαν εξοφληθεί από αυτούς, και από τα οποία αποδεικνυόνταν ο αγωγικός ισχυρισμός τους για τη διενέργεια των ενδίκων δαπανών αποκλειστικά από αυτούς και όχι από τον αναιρεσίβλητο.

Δεν αναφέρονται, όμως στο αναιρετήριο ποια είναι τα πιο πάνω έγγραφα, και επομένως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης υπό την εκδοχή της πλημμέλειας από τον αριθ. 11 περ. γ' του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνεται απαράδεκτος ως αόριστος.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης που προβάλλεται από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ, όπως είναι και οι καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ για το λόγο ότι "δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην κατάθεση της μάρτυρός τους, με το να δεχθεί ως αξιόπιστη την κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου που είναι σύζυγός του, και η οποία κατέθεσε, σε αντίθεση με τη δίκη του μάρτυρα, ότι τα ένδικα διαμερίσματα όταν παραλήφθηκαν από τον αναιρεσίβλητο ήταν κατεστραμμένα και τις αντίστοιχες επιδιορθώσεις τους κατέβαλε αποκλειστικά ο αναιρεσίβλητος".

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά εκτός των άλλων οι ουσιαστικές παραδοχές στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, που πλήττονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές, και σε περίπτωση ανεπαρκών, ποιες οι ελλειπούσες αναγκαίες αιτιολογίες, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων που μνημονεύονται επίσης αναγκαία στο αναιρετήριο έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 649/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες "στο σημείο που απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων με τον να κρίνει ότι δεν προέκυψε αδικαιολόγητος πλουτισμός στην περιουσία του αναιρεσι-βλήτου σε βάρος της δικής τους περιουσίας" Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης πλήττονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές και ποιές είναι οι ελλειπούσες αναγκαίες αιτιολογίες.

Εν όψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, λόγω της αοριστίας του κρίνεται απαράδεκτος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθ. 17β και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2007 αίτηση των: 1) ..., 2) της ... και 3) ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1392/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ