1012/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1012/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ίδιος, επομένως, αναιρετικός λόγος, ως προς τις εν λόγω φορολογικές δηλώσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η βεβαίωση του Εφετείου περί της μη προσκομιδής τους ενώπιόν του, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ). Με το δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
Full text
Απόφαση 1012 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1012/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. ... και 3. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου και εκδόθηκε η 164/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκε η από 11-12-2001 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-1-2009 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Η βεβαίωση, εξάλλου, του δικαστηρίου της ουσίας περί της προσκομιδής ή μη σ' αυτό αποδεικτικού εγγράφου, ως αναγομένη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 § 1 Κ.Πολ.Δ, σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της παραδοχής της ένδικης τριτανακοπής ως και κατ' ουσίαν βάσιμης, δεχόμενο ακολούθως την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή των τριτανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις τρεις (3) από 1-3-2004 βεβαιώσεις του ...
Δημοτικού Σχολείου ..., καθώς και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε3) έτους 1997 και στοιχείων ακινήτων (Ε9) των ετών 1995 και 1997, αντίστοιχα, έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του περί της μη άσκησης διακατοχικών πράξεων νομής στα επίδικα ακίνητα από μέρους της μητέρας των αναιρεσιβλήτων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1949-1959, κατά το οποίο οι τελευταίοι φοίτησαν διαδοχικά στο ...
Δημοτικό Σχολείο ... και, αντίθετα, περί της ύπαρξης ίδιας κυριότητας αυτού-αναιρεσείοντα-στα πιο πάνω ακίνητα. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς μεν τις βεβαιώσεις του ...Δημοτικού Σχολείου ..., ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "και από όλα ανεξαρτήτως τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά, αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις βεβαιώσεις αυτές, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις επίμαχες φορολογικές δηλώσεις, εφόσον, όπως, επίσης, βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, " ο πρώτος εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) δεν προσκομίζει έγγραφα (δηλώσεως Ε9 στην εφορία ή δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος) από τα οποία να προκύπτει η κυριότητά του επί των επιδίκων ακινήτων".
Ο ίδιος, επομένως, αναιρετικός λόγος, ως προς τις εν λόγω φορολογικές δηλώσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η βεβαίωση του Εφετείου περί της μη προσκομιδής τους ενώπιόν του, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ). Με το δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 8 περίπτ. β' Κ.Πολ.Δ), γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το από 4-11-1985 ιδιωτικό έγγραφο με τον τίτλο "ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΚΤΗΜΑΤΩΝ ... ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ...", που συντάχθηκε μεταξύ των..., ως εκπροσώπου των οικογενειών ... και ... και Ψ1, ως εκπροσώπου των οικογενειών Π1 και ...
περί διανομής των ανηκόντων σ' αυτούς κτημάτων, μεταξύ των οποίων και τα ήδη επίδικα, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αντίδικοί του, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι τα εν λόγω ακίνητα ανήκουν στο Π1 (πατέρα τους), έλαβε δηλαδή υπόψη έγγραφο, το οποίο ο νόμος δεν επιτρέπει, ενόψει του ότι είναι ιδιωτικό και όχι συμβολαιογραφικό με νόμιμη μεταγραφή του και συντάχθηκε από τους φερομένους πιο πάνω ως εκπροσώπους των οικογενειών χωρίς να αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητα αυτών.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο του προμνημονευόμενου, ανεπίτρεπτου κατά νόμο, αποδεικτικού εγγράφου προτάθηκε παραδεκτά σ' αυτό με τις ενώπιόν του προτάσεις του.
Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ. ΑΠ 16/2000). Επομένως, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα, που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και, έτσι, δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής αυτής.
Ο ισχυρισμός, επίσης, περί αοριστίας της αγωγής δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ και, ειδικότερα, η αοριστία δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης τριτανακοπής λόγω αοριστίας της ως προς τον επικαλούμενο στο δικόγραφό της πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας των τριτανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, δηλαδή έκτακτη χρησικτησία.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των καθ' ων η τριτανακοπή, -μεταξύ των οποίων ο και ήδη αναιρεσείων- κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η υπό κρίση τριτανακοπή κατά της 164/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και αναγνωρίστηκαν οι τριτανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι συγκύριοι των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων δεν πρότεινε με λόγο έφεσης την αοριστία της εν λόγω τριτανακοπής, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτή οι πράξεις νομής της μητέρας των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες ασκούσε αυτή στα επίδικα ακίνητα, ενόψει του ότι έζησε μαζί με τους τελευταίους όλη σχεδόν τη ζωή της στον ... .
Ο εξεταζόμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα πού έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα - ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα. 0 τρίτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην κυριότητα της μητέρας των αναιρεσιβλήτων, η οποία ασκούσε σ' αυτά με διάνοια κυρίας υλικές πράξεις νομής, δηλαδή δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση ως προς το πραγματικό γεγονός της κυριότητας της μητέρας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα με βάση την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης..., τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων ..., ...
και ..., καθώς και - όλα τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονευόμενα έγγραφα.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου ή απαράδεκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990). Εξάλλου, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, .αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης τριτανακοπής χωρίς καμιά αιτιολογία, δεν αιτιολόγησε την κρίση του ως προς την παραδοχή, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων υπήρξε κυρία των επίδικων ακινήτων και δεν μνημόνευσε ειδικότερα τις υλικές διακατοχικές πράξεις που η τελευταία εκτελούσε επί των ακινήτων αυτών με διάνοια κυρίας και, τέλος, δεν αιτιολόγησε την κρίση του ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντα που αναφέρονται στη λήψη υπόψη της δήλωσής του στοιχείων ακινήτων (Ε9), που ο ίδιος επικαλέστηκε ή στην πρόσδωση στην τελευταία της αποδεικτικής δύναμης που προσδόθηκε στην όμοια με αυτή δήλωση των αναιρεσιβλήτων.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο μέρος του, ως απαράδεκτος, αφού η από το Εφετείο σιωπηρή απόρριψη του ισχυρισμού περί αοριστίας της ένδικης τριτανακοπής (ως μη νόμιμου, αόριστου ή απαράδεκτου) δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην απόφαση αυτή οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό και, τέλος, ως προς το τρίτο μέρος του, ως απαράδεκτος, εφόσον η απόρριψη ισχυρισμού που αφορά την εκτίμηση αποδεικτικού μέσου ή την στάθμιση του περιεχομένου του δεν υπόκειται σε αναιρετικό λόγο κατ' εφαρμογή του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 210/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ