1012/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1008/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9886/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1012/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια δε επιφύλαξη συνιστά και η διαμαρτυρία του εργαζομένου να παράσχει την εργασία του με τους νέους όρους και η προσφυγή του στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, ακόμη δε και αποζημίωση για τη μονομερή από τον εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων αυτών, όταν η συμπεριφορά του εργοδότη περιέχει και τα στοιχεία της αδικοπραξίας, όπως λ.χ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1012 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1012/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Κουκούτση, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γλύκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1008/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9886/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 19/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγου αναιρέσεως, όπως αυτός προτείνεται από τον Εισηγητή, και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. του ν. 2112/1920, 548, 652, και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί δυσμενή για τον εργαζόμενο τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου και χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο.
Σε μια τέτοια περίπτωση ο εργαζόμενος έχει τις εξής εναλλακτικές δυνατότητες : α) να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεώς του και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, β) να αποδεχθεί ρητώς ή σιωπηρώς τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη.
Και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες του άρθρου 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Αν ο εργαζόμενος συμμορφωθεί προς τους νέους όρους εργασίας, διατηρεί τα δικαιώματά του από τη σύμβαση μόνο αν στη συμμόρφωση αυτή προέβη με την επιφύλαξη των εν λόγω δικαιωμάτων του.
Τέτοια δε επιφύλαξη συνιστά και η διαμαρτυρία του εργαζομένου να παράσχει την εργασία του με τους νέους όρους και η προσφυγή του στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, ακόμη δε και αποζημίωση για τη μονομερή από τον εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων αυτών, όταν η συμπεριφορά του εργοδότη περιέχει και τα στοιχεία της αδικοπραξίας, όπως λ.χ.
στην περίπτωση που η μεταβολή αυτή δεν αντίκειται μεν στη σύμβαση ή το νόμο αλλά η εκ μέρους του εργοδότη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος είναι καταχρηστική. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής : Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αρχικά με σύμβαση μαθητείας και στις ....
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Τον ενέταξε δε στην κατηγορία - ειδικότητα Τ4/Β ( βοηθού ηλεκτροτεχνίτη) και τον τοποθέτησε στον ΑΣΠ/Σύρου της ΔΠΝ. Την 1-1-1988 αυτός μετατάχθηκε στην κατηγορία - ειδικότητα Τ3/Α (Τεχνολόγων Ηλεκτρολόγων Μηχανικών).Την 1-12-1997 αποσπάστηκε και στη συνέχεια από 1-6-1998 μετατέθηκε με αίτησή του στον Τομέα Γενικών Συντηρήσεων Επισκευών-Κατασκευών του κλάδου ΓΡ/ΥΣ Μεταφοράς της ΔΕΜ και του ανατέθηκαν εξ αρχής δηλαδή από 1-12-1997, καθήκοντα προϊσταμένου - επικεφαλής του Συνεργείου Συντηρήσεως Μετασχηματιστών Οργάνων Υ/Σ Μεταφοράς και ΚΥΤ 150 ΚV - 400 KV του τομέα Συντηρήσεων Επισκευών- Κατασκευών ΤΓΣΕΚ.
Τα παραπάνω καθήκοντα του προϊσταμένου του εν λόγω συνεργείου, τα οποία συνίσταντο στην αποστολή και μετακίνηση αυτού εκτός έδρας με διανυκτερεύσεις και μη, για την αντιμετώπιση των εμφανιζομένων βλαβών, που συνεπάγονται τη θέση εκτός λειτουργίας των γραμμών μεταφοράς κ.λ.π., εκτέλεσε αυτός συνεχώς από 1-12-1997 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 1998, λαμβάνοντας για τις εκτός έδρας αποστολές αυτού και γενικά για την προσφορά της εργασίας του κατά τις ημέρες των αργιών αλλά και για την υπερωριακή απασχόλησή του τις οριζόμενες από τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ, αυτές της από .....
Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας καθώς και το υπ' αριθμ. ...... έγγραφο της Δ/νσεως Προσωπικού της αναιρεσείουσας, που αναφέρεται στην Κωδικοποίηση των ρυθμίσεων και οδηγιών που αφορούν στις υπηρεσιακές μετακινήσεις του προσωπικού της ΔΕΗ κ.λ.π., αμοιβές. Με τον παραπάνω τρόπο η εκ μέρους της αναιρεσείουσας εξακολουθητική αποστολή του αναιρεσιβλήτου εκτός έδρας με την καταβολή των αναλόγων αμοιβών, που εντάσσονται στην έννοια του μισθού του τελευταίου και προσαυξάνουν αυτόν, διαμόρφωσε και καθιέρωσε στην πραγματικότητα όρο της συνδέουσας τους διαδίκους εργασιακής συμβάσεως, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα όφειλε να αποστέλλει τον αναιρεσίβλητο εκτός έδρας ως προϊστάμενο του εν λόγω συνεργείου και να του καταβάλλει όσα οι ανωτέρω διατάξεις προβλέπουν, μη δυνάμενο να μεταβληθεί μονομερώς σε βάρος του αναιρεσίβλητου.
Εν τούτοις, η αναιρεσείουσα δια των οργάνων της και ειδικότερα δια του προϊσταμένου του αναιρεσίβλητου Γ1, έπαυσε από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998 να τον χρησιμοποιεί ως προϊστάμενο του συνεργείου και να αποστέλλει αυτόν εκτός έδρας με ή χωρίς διανυκτερεύσεις και να τον απασχολεί όπως και προηγουμένως, από το μήνα Δεκέμβριο δηλαδή του έτους 1997, κατά τις ημέρες των αργιών και πέραν του συμβατικού και του νόμιμου ωραρίου εργασίας αυτού με την καταβολή πρόσθετης αμοιβής με αποτέλεσμα να περιέλθει ο τελευταίος σε εξευτελιστική περίπου κατάσταση αργομισθίας.
Η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας , που έγινε χωρίς να προκύπτουν από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο οι ισχυρισμοί της τελευταίας, ότι οφείλεται δηλαδή σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, συνισταμένη δήθεν στην έλλειψη συνεργασίας με προϊσταμένους και υφισταμένους και σε πλημμελή εκτέλεση της εργασίας αυτού, συνιστά μονομερή εκ μέρους της αναιρεσείουσας βλαπτική για τον αναιρεσίβλητο μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, την οποία δεν αποδέχθηκε ο τελευταίος και η οποία του προκάλεσε τόσο τη μείωση της προσωπικότητας αυτού όσο και τη μείωση των αποδοχών του, αφού λόγω της μη απασχολήσεώς του εκτός έδρας με διανυκτέρευση ή όχι και κατά τις Κυριακές και αργίες και πέραν του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου εργασίας του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-9-1998 έως 31-3-1999, που κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο έως τότε εργαζόταν, μετέχοντας στις αποστολές του συνεργείου ως προϊστάμενος αυτού, απώλεσε τις πρόσθετες αμοιβές γι' αυτό το είδος της απασχολήσεως, τις οποίες μέχρι τότε κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο ελάμβανε.
Ότι η άρνηση της αναιρεσείουσας να τηρήσει τον παραπάνω όρο οφείλεται σε "ανεπιτυχή συνεργασία"του αναιρεσιβλήτου με τον άμεσο προϊστάμενο αυτού Γ1 και σε υπαιτιότητα του τελευταίου και όχι του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος και προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Αιγάλεω προκειμένου να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. .......
Δελτίου Εργατικής Διαφοράς, και ότι είναι μεν βάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος τιμωρήθηκε πειθαρχικά από τον παραπάνω προϊστάμενό του με αργία τριών ημερών και αντίστοιχη στέρηση αποδοχών, ποινή που μετατράπηκε από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο σε αργία μιας ημέρας, πλην όμως η άρνηση της αναιρεσείουσας να τηρήσει τον προαναφερόμενο όρο δε δικαιολογείται από το μεμονωμένο περιστατικό της πιο πάνω πειθαρχικής ποινής, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος μέχρι τότε δεν είχε υποπέσει σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απώλεσε εξ αιτίας της παραπάνω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του εκ μέρους της αναιρεσείουσας, τα ποσά που με βεβαιότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε ως πρόσθετες αποδοχές αν η αναιρεσείουσα δεν είχε πάψει να τον χρησιμοποιεί ως προϊστάμενο του ανωτέρω συνεργείου και πραγματοποιούσε όπως οι συνάδελφοί του τις προσδιοριζόμενες εκτός έδρας αποστολές κατά τις ημέρες αργιών και πέραν του συμβατικού και νομίμου ωραρίου εργασίας του και τα οποία (ποσά) ανέρχονται συνολικά για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-9-1998 έως 31-3-1999 σε 7.918,70 ευρώ και περαιτέρω, ότι από τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας η οποία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη κατά την ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος ως εργοδότριας η προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου δέχτηκε παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το αίτημά της για επιδίκαση του πιο πάνω ποσού, επιδίκασε το εν λόγω ποσό στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως ως προς το εξαιτίας της βλαπτικής μεταβολής ασκούμενο από τον αναιρεσίβλητο με την αγωγή δικαίωμα, διότι διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, α) δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν με σαφήνεια πιο από τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη εναλλακτικά δικαιώματα που είχε ο αναιρεσίβλητος λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, επέλεξε, β) δεν διευκρινίζεται αν η εν λόγω βλαπτική μεταβολή συνιστά αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας και υπό ποία έννοια ώστε να θεμελιώνεται δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση, ενόψει του ότι αυτή και μόνη η μονομερής βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων εργασίας του εργαζομένου, δεν αποτελεί αδικοπραξία και γ) ενώ αρχικά δέχεται ότι η βλαπτική μεταβολή θεμελιώνεται στη χωρίς δικαίωμα εκ μέρους της αναιρεσείουσας μεταβολή όρου της συμβάσεως εργασίας, ακολούθως και για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δέχεται ότι η μεταβολή αυτή έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη κατά την ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο προτεινόμενος από τον Εισηγητή λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Το αίτημα δε της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την απόδοση σ' αυτήν του ποσού των 12.371,52 ευρώ, που κατέβαλε στον αναιρεσείοντα εκουσίως σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για επιδικασθέν κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, προβαλλόμενο νομοτύπως με τις προτάσεις, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο και κατ' ουσίαν διότι, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 14-7-2006 απόδειξη προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσεσίβλητο σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως το ανωτέρω ποσό σε εξόφληση του κεφαλαίου, των νομίμων τόκων και της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάστηκαν με αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9886/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (12.371,52), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ