1012/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-12-2002 αγωγή-ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6461/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1937/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Απριλίου 2005 αίτησή της και τους από 16 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1012/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των άρθρων 559 αριθμ. 11, 12 και 1 ΚΠολΔ, αναφερόμενη στο αν ο ..... ήταν ή όχι αντιπρόσωπός της στις χρηματιστηριακές της συναλλαγές με την αναιρεσίβλητη, ως και στο περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα ...., πλήττει την ουσία της υποθέσεως, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1012 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1012/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Μαγγίβα.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελπομένης Δασκαλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-12-2002 αγωγή-ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6461/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1937/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Απριλίου 2005 αίτησή της και τους από 16 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 του Ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 3152/2003, η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου, το άρθρο 27 παρ. 1 και 2 Ν. 1806/1988 προέβλεπε α) ότι όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) ότι για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ.
του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) ότι το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.
Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ. 1 του Ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.
Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.
Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6280/β508/17.5.1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με την οποία υποχρεούντο οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές.
Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου.
Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από τον χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δε θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του έγγραφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ήτοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή της ΑΧΕ και ΕΠΕΥ, προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα ως προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.
Ας σημειωθεί ότι με το Ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ.
Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και τον πρώτο των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 59 του ν. 2533/1997 και 27 § 1 του ν. 1806/1988 σε συνδυασμό με το ν. 2396/1996, διότι δέχθηκε ότι σε χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ του χρηματιστή και του επενδυτή πελάτη του, οι εντολές του δεύτερου προς τον πρώτο μπορούν να γίνουν και προφορικά και όχι αποκλειστικά εγγράφως.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία αφενός απέρριψε αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης χρηματιστηριακής ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργήθηκαν από την αναιρεσίβλητη και να της καταβάλει συνολικά 123.746,03 ευρώ, αφετέρου έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας για χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενήργησε για λογαριασμό της, από τις οποίες προέκυψε χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο 13.913 ευρώ, το οποίο και της επιδίκασε, δέχθηκε ότι υπήρχε έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να εκτελεί η αναιρεσίβλητη οποιαδήποτε παραγγελία είχε λάβει με τηλεομοιοτυπικό μέσο (FAX) ή ακόμη και προφορικά.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω από την αναιρεσείουσα προβάλλεται ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι δηλ. το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ενώπιόν του προβληθείσα αίτηση για επίδειξη από μέρους της αναιρεσίβλητης των εγγράφων εντολών της (αναιρεσείουσας) προς αυτήν.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι οι εντολές προς διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών από την αναιρεσείουσα δίνονταν προφορικά, τόσο από την ίδια, όσο και από τον αντιπρόσωπό της....., κατά το από 20-6-2001 έως 14-9-2001 χρονικό διάστημα και ότι από τις συναλλαγές αυτές προέκυψε το χρεωστικό σε βάρος της αναιρεσείουσας υπόλοιπο.
Επομένως ορθώς απορρίφθηκε σιωπηρά από το Εφετείο ως άνευ αντικειμένου το εν λόγω αίτημα και οι ως άνω αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος είναι ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη σε σχέση με το ζήτημα των εγγράφων εντολών, διότι δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος, αφού η φράση της περ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" διαγράφηκε με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 του ΚΠολΔ. Απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για τις αποφάσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του μονομελούς.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε το λόγο εφέσεώς της κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως σχετικά με την καθ' ύλην αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου να δικάσει την ανταγωγή της αναιρεσίβλητης, που υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, επί του ζητήματος αυτού, τα εξής "Ο προβαλλόμενος με τον έκτο λόγο εφέσεως ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η δεύτερη αγωγή της χρηματιστηριακής εταιρείας ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΧΕ, υπάγεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όχι στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στην οποία εισήχθη και ότι κακώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η προβληθείσα από αυτήν ένσταση καθ' ύλην αναρμοδιότητας, είναι απαράδεκτος, και πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου δεν προβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρο 47 ΚΠολΔ)".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Επομένως, ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένσταση της ετήσιας παραγραφής της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τόσο στις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και στο δικόγραφο της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, τέτοια ένσταση δεν προβλήθηκε.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 1806/1988 και 12 του ν. 3632/1988 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 2396/1996, διότι δέχθηκε νόμιμη τη διενέργεια συναλλαγών χωρίς να έχει η αναιρεσίβλητη αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια δικά της (αναιρεσείουσας).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι είναι "κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος ο προβαλλόμενος με τον όγδοο λόγο εφέσεως ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι οι γενόμενες μετά την 6/8/2001 χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό της είναι άκυρες, καθόσον δεν υπήρχε χρηματικό υπόλοιπο στο λογαριασμό της, ώστε να καλυφθούν οι γενόμενες αγορές μετοχών, ενόψει του ότι κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, η ύπαρξη υπολοίπου δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την αγορά μετοχών από την εφεσίβλητη για λογαριασμό της εκκαλούσας.
Εξάλλου επί πωλήσεως και αγοράς χρηματιστηριακών πραγμάτων (π.χ. μετοχών) τοις μετρητοίς, η προθεσμία των δύο ή τριών ημερών του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 (όπως τροπ. με το άρθρο 45 παρ. 2 του Ν. 1914/1990 και με το άρθρο 51 του Ν. 1969/1991), σχετικά με την παράδοση του πράγματος και την πληρωμή του τιμήματος αφορά τις σχέσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση μεταξύ χρηματιστών και όχι τη σύμβαση μεταξύ χρηματιστή και του παραγγελέα πελάτη του, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να συμφωνήσουν ότι οι υποχρεώσεις τους αυτές, δηλαδή η εξωχρηματιστηριακή εκούσια εκκαθάριση θα εκτελεσθούν είτε πριν, είτε μετά από την οριζόμενη ανωτέρω προθεσμία.
Στην προκείμενη δε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως η εκκαλούσα καταβάλλει το αντίτιμο της συναλλαγής την 13.30΄ της ημέρας της συναλλαγής και σε περίπτωση που η εφεσίβλητη εκτελέσει την παραγγελία της εκκαλούσας παρά το γεγονός ότι αυτή δεν έχει τηρήσει την ως άνω υποχρέωσή της, καθίσταται αυτοδικαίως υπερήμερη από την ημέρα εκείνη".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και κυρίως τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2396/1996 που απαγορεύει στις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών να χρησιμοποιούν για δικό τους λογαριασμό τα κεφάλαια και τους τίτλους των επενδυτών - πελατών τους που έχουν στην κατοχή τους, και του άρθρου 4 του ν. 2076/1992, που απαγορεύει, εκτός από τα πιστωτικά ιδρύματα, την κατ' επάγγελμα αποδοχή χρημάτων ή άλλων αξιών και τη χορήγηση δανείων και, επομένως, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως και ο τέταρτος των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι, ως και ο πέμπτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος περί αοριστίας της αγωγής λόγω του ως άνω ακύρου όρου.
Με τον πρώτο περ. 2 και δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της όλα τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα που προσκόμισε, μεταξύ των οποίων και τις οχλήσεις της μέσω τηλεομοιοτυπίας. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίσθηκαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, προκύπτει αδιστάκτως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα ως άνω έγγραφα και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, οι δε αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των άρθρων 559 αριθμ. 11, 12 και 1 ΚΠολΔ, αναφερόμενη στο αν ο ..... ήταν ή όχι αντιπρόσωπός της στις χρηματιστηριακές της συναλλαγές με την αναιρεσίβλητη, ως και στο περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα ...., πλήττει την ουσία της υποθέσεως, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
Επομένως οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 566 § 1, 118 περ. 4 και 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενο το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που περιέχει.
Με τους πέμπτο, έβδομο, όγδοο, δέκατο τρίτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο περ. 2, δέκατο έκτο και δέκατο όγδοο λόγους αναιρέσεως και τρίτο των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων, τα οποία, και μνημονεύει. Όμως δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιό είναι το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ως και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενο το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά.
Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ. ΑΠ 32/1996 ΕλΔνη 38, 33). Στην προκείμενη περίπτωση στους έκτο και ένατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εκτίθεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ποιους λόγους θεμελιώνουν. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναιρεσείων να επικαλεστεί στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να προσκομίσει το αποδεικτικό μέσο ως προς το οποίο υπάρχει παράβαση ως προς την αποδεικτική του δύναμη, να αναφέρει δε στο αναιρετήριο ότι έγινε η προαναφερόμενη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο περ. 1 εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι με ρητή ομολογία της η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της δέχεται ότι δεν είχε αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση χαρτοφυλακίων, εν τούτοις αυτή δέχθηκε εγκυρότητα σχετικού όρου για τη διαχείριση μονομερών συναλλαγών τίτλων του χαρτοφυλακίου της (αναιρεσείουσας).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως εφόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα ως άνω στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Με το δέκατο περ. 3 λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι επί ζητήματος της τοκοδοσίας των ανεξοφλήτων οφειλών της.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε επί του θέματος αυτού, τα εξής "Στην προκείμενη δε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως η εκκαλούσα καταβάλει το αντίτιμο της συναλλαγής την 13,30 της ημέρας της συναλλαγής και σε περίπτωση που η εφεσίβλητη εκτελέσει την παραγγελία της εκκαλούσας παρά το γεγονός ότι αυτή δεν έχει τηρήσει την ως άνω υποχρέωσή της, καθίσταται αυτοδικαίως υπερήμερη από την ημέρα εκείνη".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες επί του θέματος της τοκοδοσίας των ανεξόφλητων οφειλών της αναιρεσείουσας και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προσβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 32/1996 Ελ Δνη 38,33).
Με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, διότι συμψήφισε πιστωτικό υπόλοιπο από κωδικό που είχε η θυγατέρα της με χρεωστικό υπόλοιπο που είχε ο δικός της κωδικός. Όμως δεν αναφέρεται στο λόγο αυτό ποια είναι επακριβώς η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του Εφετείου, δηλ.
τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε από τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προσβαλλόμενη νομική πλημμέλεια. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ο λόγος αναιρέσεως ότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 6 του ν.2386/1996, διότι η αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε κεφάλαιό της, το οποίο διέθεσε για αγορά νέων μετοχών και για την απόσβεση των χρεωστικών υπολοίπων της αναιρεσείουσας και έτσι προέβη σε παράνομες τραπεζικές δραστηριότητες χρεώσεως δανείων.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 12/1991 ΕλΔνη 33, 72).
Με τον δωδέκατο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε επί της ενστάσεως αοριστίας που προέβαλε κατά της αγωγής της αναιρεσίβλητης, η οποία στερούνταν των στοιχείων που απαιτούν τα άρθρα 118 έως 120 ΚΠολΔ και που συνίστανται στην έλλειψη ακριβούς περιγραφής ανά ημέρα κάθε συναλλαγής του αντιστοίχου πιστωτικού ή χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού της.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι "η δεύτερη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις, καθ' όσον αυτή (β΄ αγωγή) έχει όλα τα αναγκαία κατά τα άρθρα 118 και 216 § 1 ΚΠολΔ στοιχεία... και ο αντίθετος ισχυρισμός που διαλαμβάνεται στο πέμπτο λόγο εφέσεως είναι αβάσιμος από ουσιαστική άποψη και πρέπει να απορριφθεί".
Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης ο από τον ίδιο άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ δέκατος έβδομος λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του σχετικό πραγματικό ισχυρισμό του, είναι παντελώς αόριστος διότι δεν αναφέρεται ποιος είναι αυτός ο ισχυρισμός και αν είχε και ποια είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Περαιτέρω, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του για την απόδειξη κατάρτισης των ως άνω συμβάσεων (χρηματιστηριακής παραγγελίας) για τις οποίες δεν απαιτείται έγγραφος τύπος, μαρτυρικές καταθέσεις και δικαστικά τεκμήρια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη τα άνω αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επέτρεπε και ο αντίθετος δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος.
Με τον έκτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 167 ΑΚ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε επί του ζητήματος αυτού τα εξής: "Η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του επενδυτή μέσα σε δέκα (10) ημέρες από το τέλος κάθε τριμήνου, αναλυτική και αιτιολογημένη κατάσταση των κινήσεων του λογαριασμού χρηματιστηριακών συναλλαγών που τηρεί ο επενδυτής, υπό τη διαχείριση της εταιρείας κατά τη διάρκεια του αμέσως προηγούμενου τριμήνου.
Ο επενδυτής λογίζεται ότι αποδέχθηκε την παραπάνω κατάσταση εφόσον δεν υποβάλλει εγγράφως τυχόν αντιρρήσεις του ως προς οποιοδήποτε από τα αναγραφόμενα στην κατάσταση στοιχεία αμέσως μετά την έκδοσή της. Η εταιρεία επιφυλάσσεται να ικανοποιεί τυχόν αίτημα του επενδυτή για αποστολή μέσω ταχυδρομείου, τηλεομοιοτυπίας, ή άλλου πρόσφορου μέσου των παραπάνω στοιχείων στον επενδυτή.
Αντιρρήσεις του επενδυτή που αφορούν οποιοδήποτε στοιχείο και οποιαδήποτε ανακοίνωση, ειδοποίηση, ή γνωστοποίηση που αποστέλλει η εταιρεία, πρέπει να υποβάλλονται σ'αυτήν εγγράφως μέχρι την παραλαβή αυτών από τον επενδυτή... τις ενημερωτικές καταστάσεις για την κίνηση του ως άνω λογαριασμού και τα αντίγραφα των πινακιδίων εκτελέσεως εντολών, που η εφεσίβλητη απέστειλε μέσω ταχυδρομείου στην εκκαλούσα, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, η οποία όμως δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως, ούτε τις αμφισβήτησε, όπως όφειλε να πράξει, αν αυτές δεν ανταποκρίνονταν στις εντολές της αλλά επέστρεψε στην εφεσίβλητη τους σχετικούς φακέλλους".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η αναιρεσίβλητη ενήργησε εντός των συμφωνηθέντων, και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 1937/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ