Legislator Case Law & Legislation
1011/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal for lack of standing, remanding case to examine substantive claim.

Case Number 1011/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of the lawsuit for lack of active standing. The appellant argued that the lawyer's assignment of the claim constituted valid standing, contrary to the lower court's finding. The Court agreed that the assignment was of the claim itself, not the lawyer's salary, and thus remanded the case for further examination of the substantive merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 464 and 664 para. 3 of the Civil Code; A lawyer's assignment of a claim arising from the termination of an employment mandate constitutes valid active standing for the client, not a transfer of the lawyer's salary claim.

Keywords

AI generated
active standing lawyer assignment employment mandate civil code appeal admissibility remittal legal fees

Cited Legislation

AI generated
Article 464 of the Civil Code
Article 664 paragraph 3 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 182 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1011 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1011/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου,κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε μετά του νόμιμου εκπροσώπου και πληρεξουσίου δικηγόρου της Σ. Γ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "..." που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χριστίνας Γιολδάση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Προσθέτως παρεμβαίνον: το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-07-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 213/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1259/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6-10-2023 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε αυτεπαγγέλτως (κατ' άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ) δικάσιμος προς συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2-4-2024), επειδή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10-10-2023 η υπόθεση δεν εισήχθη προς συζήτηση λόγω αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων της χώρας ενόψει των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023.

Με την υπό κρίση από 7-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 4570/ 502/2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 1259/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 20-2-2020 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 213/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας) η από 17-7-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 558948/195/2017) αγωγή αυτής κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου φιλανθρωπικού σωματείου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει.

Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 1307/2022, 1714/2022, 1741/2012).

Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΟλΑΠ 28/2007, 13/2006, 8/1998, 9/1998, ΑΠ 1307/2022, 557/2021). Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχ. ζ' του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", με ισχύ του άρθρου αυτού από 27-9-2013 (άρθρο 166 παρ. 3 του ίδιου νόμου) ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: ...ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.

Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.

Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση, διάταξη που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006), συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη, στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 1307/2022, 557/2021, 681/2017, 1147/2015), όχι όμως και στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1307/2022, 557/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 31-1-2024 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ΠΠ 10/2024) πρόσθετη παρέμβαση, το προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" εκθέτει ότι η αναιρεσείουσα είναι μέλος του και ότι υποστηρίζει τους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή.

Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, τις επιπτώσεις που θα έχει σε αυτό, αλλά και σε μέλη του, που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν το ίδιο νομικό και πραγματικό ζήτημα, η έκβαση της δίκης, που αφορά σε απαίτηση της υπέρ ης - αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας σε βάρος του καθ' ου - αναιρεσιβλήτου φιλανθρωπικού σωματείου, εκχωρηθείσα σε αυτήν (εταιρεία) από τον εταίρο - μέλος της Σ.

Γ. και ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 30.872,42 ευρώ, το οποίο ζήτησε αυτή, με την ένδικη αγωγή, να της επιδικαστεί ως χρηματική ποινή οφειλόμενη για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου σωματείου, της σύμβασης έμμισθης εντολής που το συνέδεε με τον δικηγόρο Σ. Γ. έως την ημερομηνία καταβολής σ' αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης.

Η πρόσθετη παρέμβαση, με το ως άνω περιεχόμενο, εφόσον ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους εμπροθέσμως κατ' άρθρο 568 παρ. 2 και 4 του ΚΠολΔ, ήτοι εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-4-2024), είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν.Δ. 3590/1957 και ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α' 18/25-1-2013), που παραπέμπει, ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης, στο άρθρο πρώτο υποπαρ.

ΙΑ.12 του Ν. 4093/2012, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης (έμμισθης εντολής) με καταγγελία του εντολέα, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του ίδιου Κώδικα αμοιβή του, μέχρι πλήρους καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης. Ήδη κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 2, 3 και 4 του ισχύοντος από 27-9-2013 Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013 ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013), αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο από τους αναφερόμενους στην παρ. 2, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του την οριζόμενη με την παρ. 3 αποζημίωση και μέχρι την πλήρη εξόφληση της ως άνω αποζημίωσης ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στον δικηγόρο μέχρι πλήρους καταβολής της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς τον δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης.

Πρόκειται δηλαδή για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα του όμως τούτο, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της αποζημίωσης.

Γίνεται δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, αντιστροφή του βάρους απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημίωσης κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εντολής. Μπορεί, όμως, ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και να απαλλαγεί, αν αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή του πλάνη ή εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (ΟλΑΠ 570/1986, ΑΠ 1518/2021, 417/2021, 569/2020, 506/2018, 1101/2017, 308/2017, 411/2014).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 49, 52 και 54 του Ν. 4194/2013 συνάγεται, μεταξύ των άλλων, ότι δικηγόρος που μετέχει σε δικηγορική εταιρεία απαγορεύεται να ασκεί ατομική δικηγορία, υποχρεούται να εισφέρει στη δικηγορική εταιρεία την εργασία του και μετέχει στα κέρδη αυτής με βάση τα ποσοστά των μεριδίων του (ΑΠ 476/2023), με την επιφύλαξη της παρ. 5 του άρθρου 52 του ως άνω νόμου, που ορίζει ότι με απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων μπορεί να προβλεφθεί ότι αμοιβές από συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια ή από έμμισθη εντολή μπορούν να εισπραχθούν από τον εταίρο απευθείας, εφόσον η είσπραξη αυτή δεν γίνεται από την εταιρεία αλλά ατομικά από τον εταίρο.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 459 και 460 ΑΚ συνάγεται ότι εκχώρηση είναι η σύμβαση μεταξύ δανειστή και τρίτου, με την οποία ο πρώτος μεταβιβάζει απαίτησή του στον δεύτερο, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του οφειλέτη ή η εκ των υστέρων έγκρισή του. Η εκχώρηση είναι σύμβαση άτυπη και αναιτιώδης και επιφέρει μεταβολή απλώς του προσώπου του δικαιούχου.

Δεν συνιστά αλλοίωση της ενοχής και η μεταβιβαζόμενη απαίτηση παραμένει η ίδια. Ως εκποιητική σύμβαση, η εκχώρηση παράγει αμέσως το σκοπούμενο με αυτήν (μεταβιβαστικό) αποτέλεσμα, ώστε με τη συντέλεσή της ο εκδοχέας αποκτά -με την επιφύλαξη βεβαίως της τιθέμενης στο άρθρο 460 ΑΚ ρύθμισης, της προηγούμενης αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη- πλήρως τις εξουσίες που συγκροτούν το περιεχόμενο της εκχωρηθείσας απαίτησης.

Έτσι, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής και ο μόνος νομιμοποιούμενος να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη για τη δικαστική επιδίωξή της, αφού μετά την αναγγελία της εκχώρησης, η οποία μπορεί να λάβει χώρα ακόμη και με το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση της εκχωρηθείσας απαίτησης, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή (ΑΠ 879/2023, 476/2023, 1597/2017, 1144/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 464 του ΑΚ ορίζεται ότι απαιτήσεις ακατάσχετες είναι ανεκχώρητες, με το άρθρο 664 ΑΚ ορίζεται ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του και ότι ο μισθός εφόσον δεν υπόκειται σε συμψηφισμό είναι ακατάσχετος και με το άρθρο 982 περ.

δ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αποκλείεται η κατάσχεση στα χέρια τρίτου του μισθού στο σύνολό του, με εξαίρεση τις απαιτήσεις για διατροφή οφειλόμενη από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας. Με την απαγόρευση των δικαιωμάτων συμψηφισμού και κατάσχεσης, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, και κατ' επέκταση εκχώρησης μισθολογικών παροχών ο νομοθέτης αποσκοπεί στην προστασία ενός ελάχιστου εισοδήματος των εργαζομένων που είναι αναγκαίο για τη συντήρηση των ιδίων και των οικογενειών τους.

Πλην, όμως, στην ως άνω απαγόρευση συμψηφισμού, κατάσχεσης και εκχώρησης δεν εμπίπτει η απαίτηση εμμίσθου δικηγόρου για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής, στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέως, χωρίς την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης του άρθρου 94 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 και ήδη από 27-9-2013 του άρθρου 46 παρ. 4 του Ν. 4194/2013, αφού στην περίπτωση αυτή, όπως προεκτέθηκε, λύεται η σύμβαση έμμισθης εντολής, η δε συμφωνημένη αμοιβή καταβάλλεται ως παροχή ex lege προς τον δικηγόρο και ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί μισθό κατά την έννοια που προεκτέθηκε.

Τέλος, η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ' αρχήν να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσης της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποίησής του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης (ΑΠ 640/2023, 405/2023, 55/2022, 915/2021, 46/2020).

Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο εκ του αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 28/2021, 630/2019, 1157/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, η οποία συστάθηκε στις 25-7-2016 και εγκρίθηκε το καταστατικό της με την από 7-9-2016 απόφαση του Δ.Σ.

του ΔΣΑ, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-7-2017 αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "...", με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο (μετέπειτα) εταίρος αυτής Σ. Γ. είχε προσληφθεί από το εναγόμενο την 1-1-2006 με σύμβαση έμμισθης εντολής, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία ποσού 4.000 ευρώ μηνιαίως, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και το 1/3 των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών του προς τα ταμεία Νομικών και Προνοίας.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής στις 20-1-2012, χωρίς να του καταβάλει την κατ' άρθρο 94 του Ν.Δ. 3026/1954 (ήδη άρθρο 46 Ν. 4194/2013) αποζημίωση, η οποία τελικώς του καταβλήθηκε στις 25-11-2014 με αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθ. 190/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο τότε ενάγων Σ.

Γ. δεν αποχώρησε οικειοθελώς, αλλά η σύμβασή του καταγγέλθηκε από το εναγόμενο σωματείο και ότι συνεπώς του οφείλεται η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 40.000 ευρώ, καθώς και χρηματική ποινή για κάθε μήνα καθυστέρησης καταβολής της αποζημίωσης, ανερχόμενη για το αιτηθέν με την αγωγή διάστημα, ήτοι από την καταγγελία έως 20-4-2013, στο συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ.

Ισχυρίστηκε, επίσης, η ενάγουσα ότι στις 7-9-2016 ο εταίρος Σ. Γ. της εκχώρησε το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του και έτσι αυτή κατέστη δικαιούχος των ασκηθεισών με την ένδικη αγωγή αξιώσεων, ζήτησε δε, να της επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 30.872,42 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, το οποίο αντιστοιχεί α) στα επιδόματα εορτών και αδείας του διαστήματος από την καταγγελία της ένδικης σύμβασης (20-1-2012) έως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης (25-11-2014), συνολικού ποσού 24.000 ευρώ, και β) στο 1/3 των ασφαλιστικών εισφορών του ανωτέρω προς τα ταμεία Νομικών και Προνοίας, ποσού 202,13 ευρώ μηνιαίως και συνολικού ποσού (202,13 Χ 34 μήνες =) 6.872,42 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 213/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας εταιρείας, καθόσον έκρινε ότι αφενός μεν ούτε η εκδοχέας (ενάγουσα) ούτε ο εκχωρητής (Σ. Γ.) προέβησαν, πριν από την άσκηση της αγωγής, σε αναγγελία της εκχώρησης προς το εναγόμενο σωματείο, αφετέρου δε η συγκεκριμένη απαίτηση (επιδόματα εορτών και αδείας) αφορά μισθό και είναι εκ του νόμου ανεκχώρητη (άρθρα 464 και 664 εδ.

γ' ΑΚ). Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 20-2-2020 έφεσή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1259/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (με αντικατάσταση αιτιολογιών) η έφεση, καθόσον κρίθηκε ότι η επίδοση της αγωγής συνιστά αναγγελία της εκχώρησης, πλην όμως η ένδικη απαίτηση αφορά μισθό (επιδόματα εορτών και αδείας) και συνεπώς δεν εκχωρείται, συνακόλουθα δε η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής .Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με το να απορρίψει την αγωγή της ενάγουσας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής με την ως άνω αιτιολογία, να ερευνήσει περαιτέρω αν και σε ποιο βαθμό υφίσταται η ένδικη αξίωση, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 464 και 664 παρ. 3 ΑΚ, καθότι αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες.

Και τούτο διότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, υφίσταται ενεργητική νομιμοποίηση αυτής για την άσκησή της κατά του εναγομένου, εφόσον η εκ μέρους του δικηγόρου Σ. Γ., εταίρου της ενάγουσας, εκχώρηση της απαίτησής του κατά του εναγομένου για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής έμμισθης εντολής, που απορρέει από την εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της ως άνω σύμβασης και την εξ αυτής λύση της χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης του ως άνω δικηγόρου, ως παροχής ex lege, που επιβάλλεται ως είδος ποινής και μέσο εξαναγκασμού για την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης (εκχώρηση που αναγγέλθηκε στο εναγόμενο με την άσκηση της αγωγής), είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εφόσον αυτή (εκχώρηση) δεν αποτελεί εκχώρηση προς την ενάγουσα μισθού του ως άνω δικηγόρου, όπως εσφαλμένα αποφάνθηκε το Εφετείο, αλλά της ανωτέρω απαίτησής του, που πηγάζει κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή από τη μη καταβολή εκ μέρους του εναγομένου της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής και της εξ αυτής λύσης της σύμβασης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, ομοίως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων α) του αναιρεσείοντος και β) του προσθέτως υπέρ του τελευταίου παρεμβαίνοντος ΔΣΑ, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1259/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα α) του αναιρεσείοντος και β) του προσθέτως υπέρ του τελευταίου παρεμβαίνοντος ΔΣΑ, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για έκαστο εξ αυτών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ