Supreme Court dismisses appeal against final appeal judgment due to procedural defects and lack of admissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to retry the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to address a defense regarding a counterclaim for non-performance, but the court found this argument procedurally inadmissible and factually unsupported. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were assigned to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 576, 577, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if filed within the statutory period and based on grounds that the lower court failed to examine legally or factually relevant arguments properly raised by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1011 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1011/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/1/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/ΤΠ/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2142/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/9/2016 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 74/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τη προσδιορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 29.9.2016 αίτηση αναίρεσης, ύστερα από την έκδοση της με αριθμό 74/2022 πράξης του Προέδρου του παρόντος πολιτικού τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Η αίτηση με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 2142/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, είναι παραδεκτή καθόσον ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση, άλλως προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία του (ΚΠολΔ 576 παρ. 1 και 3). Στη προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Βέροιας, Χ.
Ι..Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 18-3-2019 και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος.
Λόγω αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως υπό του αρχικά ορισθέντος εισηγητή δικαστή, και δυνάμει της με αριθμό 74/2022 πράξης του Προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου, η υπόθεση επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν και ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (αρθ. 307 ΚΠολΔ), με κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για να παραστεί σ'αυτή (σχετ.
προσκ. από 31.3.2022 αποδεικτικό επιδόσεως της Προϊσταμένης της Δ/νσης της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Βέροιας). Ο τελευταίος όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ` ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 16.1.2008 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αγοραστής τριών φορτηγών οδικής βοήθειας της κυριότητος του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, των οποίων κατέβαλε ολοσχερώς το συνολικό τίμημα ύψους 60.000 ευρώ, επικαλούμενος υπερημερία του εναγομένου ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης της κυριότητος των φορτηγών, και λύση της μεταξύ τους σύμβασης λόγω υπαναχώρησης, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του επιστρέψει ως αδικαιολογήτως καταβληθέν το παραπάνω τίμημα, καθώς και το χρηματικό ποσό των 71.074 ευρώ, που ο εναγόμενος δεν του απέδωσε ως οφειλόμενη αμοιβή του από τα έσοδα που εισέπραξε για την εξυπηρέτηση εκ μέρους του ιδίου (ενάγοντος) 6.451 περιστατικών οδικής βοήθειας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη συμφωνία τους.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 196/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστο το κονδύλιο της αμοιβής του ενάγοντος, η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη κατά τα λοιπά (αρθ. 513,516, 382,383 ΑΚ) και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος στην επιστροφή, ως αδικαιολογήτως καταβληθέντος, του τιμήματος πωλήσεως των 60.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Μετά την άσκηση αντιθέτων, υπό αμφοτέρων των διαδίκων, εφέσεων κατά της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε η με αριθμό 2142/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν αμφότερες οι εφέσεις των διαδίκων κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ασκεί ο εναγόμενος την υπό κρίση αναίρεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας, αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που αυτός πρότεινε, και δη την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση επισχέσεως που επανέφερε ως λόγο έφεσής του.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016, ΑΠ 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 864/ 2003).
Αν πρόκειται γιά ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 20/2016, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 319/2008) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 1446/2003 ) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας ( ΑΠ 57/2019, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007, ΑΠ 140/2006, ΑΠ 1274/1994), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1668/2005, ΑΠ 448/1996) και συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικά απαράδεκτο, ή αλυσιτελή, αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 933/2014, ΑΠ 1434/2010).
Για την πληρότητα του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει, κατά τα άρθρα 118 εδ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, να εκτίθενται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο (ΑΠ 367/2009) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), το περιεχόμενό του όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να κριθεί το νόμιμο και ορισμένο του ισχυρισμού, γιατί διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001) και τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αν γινόταν δεκτός αυτός ο ισχυρισμός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).
Κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τον οποίο επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σ` αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την πρότασή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος.
Αν τα γεγονότα, που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ένστασης, είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται με πληρότητα, η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1190/2007). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε, πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (ΟλΑΠ 472/1983).
Περαιτέρω, εύλογη αιτία που δύναται να δικαιολογήσει κατά τις περιστάσεις την καθυστέρηση εκπλήρωσης της οφειλής είναι και η έγκυρη και βάσιμη άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη του από το άρθρο 325 ΑΚ προβλεπομένου δικαιώματος επίσχεσης. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου αυτού, εάν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής έως ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις ο οφειλέτης αντιτάσσει βασίμως κατά του δανειστή ότι αρνείται να εκπληρώσει την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή του, μέχρις ότου ο πρώτος εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει έναντι αυτού, οπότε ο τελευταίος δεν καθίσταται υπερήμερος (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1943/2015).
Δικαίωμα επίσχεσης έχει ιδίως και ο υπόχρεος να αποδώσει ένα πράγμα, όταν έχει ανταξίωση συναφή με αυτό (ΑΠ 1024/2009). Συνάφεια αξίωσης και ανταξίωσης υπάρχει όταν οι δύο απαιτήσεις προέρχονται από την ίδια έννομη σχέση ή εξ αφορμής αυτής (ΑΠ 1374/2012, ΑΠ 1377/2012, ΑΠ 1561/2003). Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως εναγομένου, αλλά και στην από 1.11.2010 έφεσή του, εξέθεσε ότι η πραγματική αξίωση του ενάγοντος ανήρχετο στο ποσό των 1.860 ευρώ, καθόσον αυτός διατηρεί ανταξίωση ανερχόμενη στο ποσό των 58.140 ευρώ από το σύνολο των περιστατικών οδικής βοήθειας που ο ενάγων διενήργησε και δεν του απέδωσε την αξία τους, κατά τα συμφωνηθέτα ως προς την οποία προέβαλε δικαίωμα επίσχεσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρισίμων διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεων πρώτου βαθμού του εναγομένου-αναιρεσείοντος και του δικογράφου της έφεσής του) προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν υπέβαλε ορισμένως και νομίμως αναβλητική ένσταση επισχέσεως του παραπάνω ποσού. Τούτο διότι αυτός παρέθεσε μόνον τα στοιχεία της διάταξης του άρθρου 325 του ΑΚ , χωρίς όμως ρητή δήλωση άρνησης εκπλήρωσης της παροχής του, ύψους 60.000 ευρώ, την οποία όφειλε ως αδικαιολογήτως εισπραχθείσα μετά την συνομολογηθείσα υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως, εωσότου ο ενάγων να εξεπλήρωνε την υποχρέωσή του, της οποίας εξ άλλου, τα θεμελιωτικά περιστατικά εξετέθησαν όλως αορίστως, χωρίς στηριζόμενο στον ισχυρισμό αυτό αίτημα καταδίκης του ιδίου (εναγομένου -οφειλέτη)σε εκπλήρωση της παροχής του υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκπλήρωσης από τον ενάγοντα δανειστή, της δικής του αντιπαροχής (αρθ. 329 ΑΚ), λόγος για τον οποίο ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε σιωπηρώς.
Ακολούθως, με τον προβληθέντα με λόγο έφεσης αυτοτελή ισχυρισμό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν ασχολήθηκε, ενόψει της παράλειψης επίκλησης συνδρομής περιπτώσεως από τις εξαιρέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ που να δικαιολογούσε την προβολή του το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, ώστε να υφίστατο υποχρέωση για τη λήψη αυτού υπόψη, παρεκτός και πέραν του ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν συγκροτούσε κατά νόμο την ένσταση επισχέσεως, καθόσον ο εκκαλών δεν αρνήθηκε την εκτέλεση της παροχής του, δηλαδή την επιστροφή των 60.000 ευρώ, υπό τον όρο της αντίστοιχης καταβολής εκ μέρους του ενάγοντος της ανταξίωσής του από 58.140 ευρώ, αλλά αρνήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού, ζητώντας να υποχρεωθεί στην καταβολή της διαφοράς μόνον, από 1.860 ευρώ.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό, ο οποίος δεν κατέληγε σε επίκληση έννομης συνέπειας και εντεύθεν η παράλειψη του δεν θεμελιώνει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αναίρεση που δεν περιλαμβάνει άλλο λόγο προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 εδ.Β ΚΠολΔ).
Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης εις βάρος του ηττωμένου αναιρεσείοντος δεν θα διαληφθεί λόγω απουσίας του αναιρεσιβλήτου που δεν υπέβαλε έτσι σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.9.2016 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2142/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ